Ενας ύμνος γι’ αυτούς που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα!

Ενας ύμνος γι’ αυτούς που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα!

Παναγιώτης Παναγιωτόπουλος*

Το μήνυμα που στέλνει διαχρονικά από το 1932 μέχρι τα σήμερα ο Φαλάντα είναι ο αγώνας που πρέπει να δίνει ο κάθε άνθρωπος για μια καλύτερη κοινωνία, για ένα καλύτερο αύριο, για έναν καλύτερο κόσμο, με δικαιοσύνη, ισότητα στις ευκαιρίες και αξιοπρέπεια

Ο Χανς Φαλάντα (Hans Fallada) με το ογκώδες αυτό μυθιστόρημα που έγραψε «απνευστί» μέσα σε τέσσερις μήνες (19 Οκτωβρίου 1931 – 19 Φεβρουαρίου 1932) και είναι αυτό που τον καταξίωσε παγκοσμίως, μας μεταφέρει στο Βερολίνο του Μεσοπολέμου.

Η ηττημένη και ταπεινωμένη από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο Γερμανία πάσχιζε να ορθοποδήσει, ανάμεσα σε κοινωνικές αναταραχές, εξεγέρσεις, αποτυχημένα πραξικοπήματα, οικονομικά κραχ, ύφεση και πληθωρισμό. Στη χρονική περίοδο που γράφει ο Φαλάντα ο αριθμός των ανέργων ξεπερνά τα 6.000.000.

Η αδυναμία της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης να ανορθώσει οικονομικά και κοινωνικά τη χώρα, να εδραιώσει την κοινοβουλευτική δημοκρατία και να εξασφαλίσει ένα αξιοπρεπές επίπεδο επιβίωσης στους πολίτες, αναπόφευκτα οδηγεί τη Γερμανία στην αγκαλιά των Εθνικοσοσιαλιστών. Οταν στις 30 Ιανουαρίου 1933 ο πρόεδρος Χίντεμπουργκ αναγορεύει καγκελάριο τον Χίτλερ (του οποίου το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα είχε έλθει πρώτο σε ψήφους στις εκλογές του Νοεμβρίου 1932 με ποσοστό 33,1% και σε αυτές του Ιουλίου του ιδίου χρόνου είχε πάρει 37,4%), η μεγάλη νύχτα του τρόμου και της απόλυτης καταστροφής για τη Γερμανία, την Ευρώπη και όλον τον κόσμο μόλις άρχιζε.

Σ’ αυτές τις στιγμές, λίγο δηλαδή πριν ανέλθουν οι ναζί στην εξουσία, το Βερολίνο είναι μια τεράστια πόλη που δεν μπορεί όμως να βοηθήσει τους κατοίκους του. Τους αφήνει, τους περισσότερους, (γιατί βεβαίως υπάρχουν και οι μεγαλοαστοί, βιομήχανοι, τραπεζίτες κ.λπ.. που περνούν εξαίσια), να βιώνουν τη δυστυχία, την ανέχεια, τον φόβο της απόλυσης, το φάσμα της ανεργίας.

Οι μικροϋπάλληλοι, οι εργάτες, οι καταφρονεμένοι, οι κατατρεγμένοι, αυτοί που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα, που δεν έχουν στέγη να στεγάσουν την οικογένειά τους, που μετράνε και το τελευταίο πφένιχ, όλοι αυτοί που είναι στο περιθώριο, αποτελούν τον καμβά πάνω στον οποίο ο Φαλάντα απεικονίζει την ανέχειά τους.

Καταγράφοντας τη ζωή του νιόπαντρου και πολύ ερωτευμένου ζευγαριού, Γιοχάνες και Εμας Πίνεμπεργκ, ο Φαλάντα μιλάει δυνατά για όλους αυτούς που ξεκινάνε από πολύ χαμηλά, με όνειρα, δύναμη και θέληση για έναν καλύτερο κόσμο και ένα καλύτερο αύριο κι όμως δεν θα μπορέσουν να φτάσουν πουθενά. Θα μείνουν εκεί χαμηλά μέχρι να κατακρημνισθούν εντελώς. Κι αυτό, γιατί το σύστημα τους συνθλίβει. Ενώ αυτοί πασχίζουν για αξιοπρέπεια, το σύστημα τους ποδοπατά. «Αν θα ψοφήσω ή όχι» λέει ο Γιοχάνες, το σύστημα και οι κρατούντες «το ’χουν γραμμένο στα παλιά τους τα παπούτσια, αν θα μπορώ να πάω σινεμά ή όχι, το ίδιο τους κάνει, αν το Μανάρι [η γυναίκα του που είναι έγκυος] μπορεί να τρέφεται σωστά ή αν ανησυχεί πολύ, αν ο Μπόμπιρας [που θα γεννηθεί] θα είναι ευτυχισμένος ή δυστυχισμένος – ποιος νοιάζεται;».

Ενώ δίνουν μάχες να ζήσουν τίμια, ηθικά, έντιμα, οι εργοδότες τους, που δεν λογοδοτούν πουθενά, τους εξουθενώνουν ψυχικά, οικονομικά, κοινωνικά. «Εκατόν εβδομήντα μάρκα καθαρά!» τον μήνα μονολογεί ο Γιοχάνες, πώς να περάσουμε; «Αυτοί οι ληστές μήπως χολοσκάν να μάθουν πως τα βγάζει πέρα κανείς; Λένε πάντα πως οι άλλοι τα βγάζουν πέρα με πολύ λιγότερα. Και για κάτι τέτοιο έχεις το δικαίωμα να το βουλώνεις και να σέρνεσαι!».

Ο Πίνεμπεργκ «είναι ένας υπαλληλάκος», λέει ο Φαλάντα, «που του ’δωσαν να καταλάβει από πολύ νωρίς ότι δεν είναι τίποτε το ξεχωριστό, παρά κάτι σα ζωάκι, που του επιτρέπουν να ζήσει ή να ψοφήσει». Και ενώ αγωνίζεται για αξίες στη ζωή τη δική του και της οικογένειάς του «τα χοντρά φαλακρά καθάρματα εκεί-πάνω» (τα αφεντικά, ο προσωπάρχης και οι διευθυντές) προσπαθούν να του πάρουν και την τελευταία ικμάδα, ακόμη και το χαμόγελό του και το όνειρό του, αλλά, «δεν πρέπει να τους αφήσει να του το στερήσουν κι αυτό». Ομως, καημένε Γιόχαν, παρά τον αγώνα σου, θα συνθλιβείς!

Το ερωτευμένο ζευγάρι, με τον Μπόμπιρα που έχει γεννηθεί εν τω μεταξύ, που ζει σε μια τρύπα, κι αργότερα σε μια παλιοπαράγκα (αμφότερα παντελώς ακατάλληλα για οικογένεια), διερωτάται αν έχει το δικαίωμα να γελά και μονολογεί: «Πώς μπορούμε να γελάμε, να γελάμε με την καρδιά μας σ’ έναν κόσμο σαν κι αυτόν, με τους οικονομικούς ηγήτορές του, που τόσα και τόσα λάθη διέπραξαν, να περισώζονται, και με τους μικρούς, τους ταπεινωμένους και ποδοπατημένους φουκαράδες, να δίνουν ό,τι έχουν και δεν έχουν; – Δε θα’ ταν κακό να επικρατούσε λίγο περισσότερη δικαιοσύνη, σκέφτεται το Μανάρι». Ομως δικαιοσύνη και έλεος δεν υπάρχει για τους Πίνεμπεργκ!

Ο ουρανός είναι βαρύς και μαύρος στο Βερολίνο! Είναι όμως πιο μαύρος και πιο βαρύς για τον Πίνεμπεργκ. Εχει απολυθεί εδώ και δεκατέσσερις μήνες από του Μάντελ. Δεν βρίσκει ξύλα για ν’ ανάψει τη σόμπα, λεφτά για να αγοράσει κάρβουνο δεν έχει, τρέχει να μαζέψει έξι μάρκα που χρωστούν στη γυναίκα του και πρέπει να αγοράσει με αυτά «ένα τέταρτο της λίβρας καλό βούτυρο για τον μικρό, γιατί δεν είναι καλό να τρώει συνέχεια μαργαρίνη», αλλά συνάμα πρέπει να βρει και άλλα έξι μάρκα να τα δώσει στον Πουτμπρέεζε, που του τα χρωστούν, γιατί σκέφτεται ότι «η εντιμότητα και η ακρίβεια και η ειλικρίνεια δε σε βγάζουν πουθενά, αλλά και να πάει κόντρα σ’ όλ’ αυτά, δεν το μπορεί».

Ο Φαλάντα σκύβοντας πάνω σ’ αυτούς τους κατατρεγμένους Βερολινέζους αφουγκράζεται τις σκέψεις τους, νιώθει τις πίκρες τους, ακούει τις αγωνίες τους, βλέπει τα βάσανα της ζωής τους και τα τραγουδεί, τα φωνάζει δυνατά, με απλά λόγια, χωρίς λεκτικούς ακροβατισμούς και λεκτικά υπερβατά σχήματα. Δεν ωραιοποιεί τα πράγματα. Δεν γαληνεύει τη ζωή του ζευγαριού. Δεν δίνει «αίσιον τέλος» στο μυθιστόρημά του. Μιλάει για τη ζωή, την άθλια και δύσμοιρη, των προλετάριων, των φουκαράδων, των κατατρεγμένων.

Γιατί, εν τέλει ο Πίνεμπεργκ γνωρίζει ότι αυτή η ζωή, έτσι όπως είναι φτιαγμένη, με φτωχούς και πλούσιους, με δυνατούς και δύσμοιρους, με αφεντικά και υπηρέτες, είναι απελπιστική. «Κι όταν είσαι α ν θ ρ ω π ά κ ο ς, τότε και ο Μπόμπιρας δεν θα γίνει κάτι παραπάνω από τον πατέρα του, θα τον ποδοπατήσουν κι αυτόν όσο μπορούν, αυτό είναι το μόνο σίγουρο».

Ετσι, το μήνυμα που στέλνει διαχρονικά από το 1932 μέχρι τα σήμερα ο Φαλάντα, μέσα από την παραπαίουσα και αυτοκτονούσα Δημοκρατία της Βαϊμάρης είναι ο αγώνας που πρέπει να δίνει ο κάθε άνθρωπος για μια καλύτερη κοινωνία, για ένα καλύτερο αύριο, για έναν καλύτερο κόσμο, με δικαιοσύνη, ισότητα στις ευκαιρίες και αξιοπρέπεια.

*Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών

Πηγή: efsyn.gr

21

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Γράψτε μια απάντηση