
Αντώνης Μποσκοΐτης
Από τη Θεσσαλονίκη με την πρεμιέρα του «Μουσικού Κουτιού – Μέρος δεύτερο» στην Αθήνα με τη συμμετοχή στην αντιπολεμική συναυλία στα Προπύλαια
Σκηνικό: Ένα άδειο δωμάτιο του Μεγάρου Μουσικής Θεσσαλονίκης στο backstage. Χρόνος: Λίγο πριν τις 7.30 το απόγευμα και την πρόβα τζενεράλε της παράστασης «Το Μουσικό Κουτί – Μέρος δεύτερο» της Τάνιας Τσανακλίδου. Από δω, άλλωστε, απ’ τη Θεσσαλονίκη ξεκίνησαν όλα πριν από 26 χρόνια με το πρώτο «Μαγικό Κουτί» της πιο αισθαντικής ερμηνεύτριας του ελληνικού τραγουδιού. Βρισκόμαστε οι δυο μας, μοιραζόμαστε ένα ουίσκι σε πλαστικά ποτηράκια και νιώθω πως η Τάνια θέλει και έχει πολλά να πει για μια απ’ τις πιο ταραγμένες περιόδους της παγκόσμιας ιστορίας. Αυτό δεν το κάνει φυσικά μόνο με το δημόσιο λόγο της. Το κάνει και με τα τραγούδια που ενέταξε στην παράσταση, σαν την «Παράγκα» του Διονύση Σαββόπουλου για τη φτώχεια που ταλαιπωρεί τους Νεοέλληνες τα τελευταία χρόνια ή το σπαραξικάρδιο «Τραγούδι της νύχτας» της Φλέρυς Νταντωνάκη για τη γυναικεία κακοποίηση. Μα η Τάνια ανέκαθεν δήλωνε «πολιτικό ον», δεν θα μπορούσε να κάνει αλλιώς με την ψυχική καλλιέργεια που τη χαρακτηρίζει, γι’ αυτό και θα δώσει το παρόν στη μεγάλη αντιπολεμική συναυλία στα Προπύλαια.

«Ο πόλεμος είναι μια ακραία κατάσταση και πάντα στις ακραίες καταστάσεις δεν γίνεται να μην πάρεις θέση, δεν γίνεται να κάνεις ότι δεν συμβαίνει» την ακούω να μου λέει με φωνή σταθερή, σχεδόν αποφασιστική. Θεωρεί την ειρήνη περίοδο ανάπαυσης, ενώ στον πόλεμο υποχρεώνεσαι να τοποθετηθείς. Αναρωτιέται αν είναι με τη σωστή πλευρά της ιστορίας, αν θέλει να τα’χει καλά με τον εαυτό της. Το θεωρώ λογικό ειδικά την εποχή ενός μηντιακού κανιβαλισμού ακόμη και σε τόσο λεπτά ζητήματα σαν αυτά της προσφυγιάς και των ζωών που χάνονται. Σύμφωνα με την Τάνια, η σωστή πλευρά της ιστορίας είναι αυτή που διέπεται από δικαιοσύνη, ανθρωπισμό, ελευθερία, αλληλεγγύη και ισότητα. «Όλα τα άλλα είναι για να κάνουμε κουβέντες και να πλακωνόμαστε μεταξύ μας» καταλήγει και επιστρατεύει το χιούμορ της για να αλαφρύνει λίγο τη βαριά συζήτηση.
Σπύρος Μάνεσης
Τη ρωτάω αν ο πόλεμος αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της ανθρώπινης ιστορίας, όσο δύσκολη συνθήκη κι αν είναι. Ανατρέχει στον Ηράκλειτο με τη φράση «Πόλεμος πατήρ πάντων», αποδίδοντας ένα πιο ενδοσκοπικό νόημα στην αρχαιοελληνική φιλοσοφική ρήση. «Δεν σημαίνει ότι σε σκοτώνω, αλλά ότι πολεμώ και με τα μέσα μου θεριά». Πρόκειται για μία συνεχόμενη πάλη ώσπου ο ανθρώπινος πολιτισμός να φτάσει σ’ ένα επίπεδο με τους πολέμους να μη χρειάζονται πια. Αυτό λέει και αυτό εύχεται να ζήσουν τα παιδιά που θα έρθουν, αν και προσπαθώ να την επαναφέρω στην σκληρή πραγματικότητα. Επιμένει: «Όχι, δεν πιστεύω ότι είναι μόνο ένα ουτοπικό όνειρο αυτό». Μιλάει για την τεχνογνωσία και την επιστήμη που εξελίχτηκαν σε απίστευτο βαθμό, παρόλο που από δίπλα τους έχουν γκρεμιστεί όλοι οι ανθρωπιστικοί πυλώνες. «Δεν υπάρχουν θεμέλια, δεν υπάρχει μια αντίστοιχη ηθική να στηρίξει όλο αυτό» υποστηρίζει με μόνη διέξοδο την ταυτόχρονη εξέλιξη του πολιτισμού. Ελπίζει στο ότι θα γίνουμε όλοι πλάσματα γεμάτα αποδοχή, καλοσύνη, κατανόηση και συμπόνια. Την αισιοδοξία της διακόπτει μια αναλαμπή απαισιοδοξίας στα όρια του νιχιλισμού: «Όταν θα φτάσουμε στο μηδέν, που σίγουρα θα φτάσουμε, καθώς η κατρακύλα μας συνεχίζεται, τότε το κοντέρ θα μετρήσει απ’ την αρχή».


Ο Παναγιώτης Πετρονικολός, σταθερός συνεργάτης της στον ήχο, τη φωνάζει να έρθει στη σκηνή για την πρόβα σιγά – σιγά. «Άντε, γεια μας» μου λέει, υψώνουμε τα ποτήρια μας και μου προτείνει να πιάσω μια μπροστινή θέση για να τη βλέπω και να την ακούω καλύτερα. Μπαίνει ένα φανταστικό κομμάτι της Anne Clark ως intro της παράστασης. Ο Σπύρος Μάνεσης, ο Κώστας Νικολόπουλος και ο Γιάννης Παπαϊωάννου, δηλαδή ο πιανίστας, ο κιθαρίστας και ο τσελίστας της, έχουν ήδη πάρει τις θέσεις τους. Κάθομαι κι εγώ από κάτω, μόνος στην αχανή παντέρημη αίθουσα του Μεγάρου, κι εκείνη απέναντι μου στο ένα μέτρο με κοιτάει κατάματα και σαν να τραγουδάει μόνο για μένα Γιάννη Αγγελάκα, Μάνο Λοΐζο, Μάνο Χατζιδάκι και Μιχάλη Δέλτα.






