Καθώς νεοναζί αναδύθηκαν μέσα στον ακροδεξιό συνασπισμό που εμπνέεται από τον Donald Trump, εμφανίστηκε γρήγορα μια πατριωτική ομοφωνία στην Ουάσιγκτον, με πολιτικούς αρχηγούς, από τον Καμάλα Χάρρις ως τον Τζεφ Σέσσιονς να δηλώνουν πως τέτοιες ανοιχτές εκδηλώσεις υπέρ της υπεροχής της λευκής φυλής είναι «μη-αμερικάνικες».
Δεδομένης της κυριαρχίας της ναζιστικής σβάστιγκας στις πρόσφατες κινητοποιήσεις των ακροδεξιών, τέτοιοι ισχυρισμοί ίσως να φαίνονται ευνόητοι στους περισσότερους αμερικανούς. Εξάλλου, οι Η.Π.Α με τους συμμάχους όντως πολέμησαν και νίκησαν τους Γερμανούς Ναζί στον πιο δημοφιλή πόλεμο της αμερικανικής ιστορίας.
Με μία βαθύτερη ματιά όμως στις ιδέες και την πολιτική πίσω από το ακροδεξιό κίνημα, ακόμη και στην ακραία νεοναζιστική εκδοχή του, θα βρείτε ρίζες πολύ πιο αμερικάνικες από ότι οι πολιτικοί είναι πρόθυμοι να αναγνωρίσουν.
Ένα βασικό σημείο που αξίζει να αναφέρεται ξανά και ξανά είναι ότι οι οπαδοί της ανωτερότητας της λευκής φυλής και οι ακροδεξιοί τιμούν την κληρονομιά της Αμερικανικής Συνομοσπονδίας (ΣτΜ: του Νότου, δηλαδή των δουλοκτητικών Πολιτειών στον Αμερικανικό Εμφύλιο) στα συλλαλητήρια τους. Αυτή η κληρονομιά είναι αμερικανική κι αξίζει εξίσου ισχυρή καταδίκη.
Υπάρχει όμως και ένα επιπλέον στοιχείο στην πολιτική των Αμερικανών οπαδών της λευκής ανωτερότητας, που προέρχεται από κορυφαίους θεσμούς της κυρίαρχης διανόησης και πολιτικής σκέψης. Από την ήττα της Ανοικοδόμησης (ΣτΜ: η προσπάθεια ριζικής αλλαγής των κοινωνιών στο Νότο, μετά το τέλος του Εμφυλίου) εως τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, παράλληλα με την εδραίωση του τρόμου του Τζιμ Κρόου (ΣτΜ: η ρατσιστική νομοθεσία ενάντια στην οποία ξέσπασε το κίνημα για τα πολιτικά δικαιώματα τη δεκαετία του ’60) στο Νότο, η επιστήμη της ευγονικής που υποστήριζε την θεωρία της υπεροχής της λευκής φυλής, «εξευγενίστηκε» σε αξιοσέβαστα ακαδημαϊκά και φιλανθρωπικά ιδρύματα, έξω απ΄τα σύνορα της ηττημένης Συνομοσπονδιας του Νότου (ΣτΜ: δηλαδή και στον «προοδευτικό» Βορρά των ΗΠΑ).
Για τους αναλυτές και τους ερευνητές που επεδίωκαν να αναβαθμίσουν το παλιό, πιο «πρωτόγονο», τομέα της γενεολογίας, αντικαθιστώντας τον με πιο εκλεπτυσσμένα συστήματα που να αξιολογούν την ευφυία με βάση τη φυλή, η ένωση Άιβι στα βοαριοανατολικά και το Στάνφορντ, το Καλτεκ και το πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια στη Δυτική ακτή έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο.
Πολλά από τα ιδεολογικά και νομικά θεμέλια της πολιτικής των Ναζί και της γενοκτονίας αναπτύχθηκαν και εξευγενίστηκαν από τους αμερικανούς ευγονιστές, όπως αναφέρεται λεπτομερώς στα συγγράματα του Έντγουιν Μπλάκ «Nazi Nexus: America’s Corporate Connections to Hilter’s Holocaust and War against the Weak: Eugenics and America’s Campaign to Create a Master Race» (Ο δεσμός των Ναζί: Οι διασυνδέσεις των Αμερικανικών επιχειρήσεων με το Ολοκαύτωμα του Χίτλερ και του Πολέμου του ενάντια στους αδύναμους: Ευγονική και αμερικανική εκστρατεία για τη δημιουργία μιας Άρχουσας Φυλής), καθώς και του Τζέιμς Γουίτμαν «Hitler’s American Model: The United States and the Making of Nazi Race Law»(Το αμερικάνικο μοντέλο του Χίτλερ: Οι Η.Π.Α και η δημιουργία των ναζιστικών ρατσιστικών Νόμων).
Αντί για «μη-αμερικάνικη», μεγάλο τμήμα της φυλετικής «επιστήμης» του 20ου αιώνα ήταν στην πραγματικότητα αρκετά αυθεντικά αμερικάνικό.
Τα βιβλία του Έντγουιν Μπλάκ βασίστηκαν στον ισχυρισμό που πρωτοαπεύθυνε στην ΙΒΜ για το ρόλο της στη διευκόλυνση του Ολοκαυτώματος, με το να εφαρμόσει το αμερικάνικης τεχνολογίας χτύπημα κωδικού (punch-card) στη συλλογική απογραφή που οργάνωναν οι Ναζί -για να ταυτοποιούν τους Εβραίους και τους τσιγγάνους που θα έκαναν «ευθανασία». Σε αντίθεση με τους σημερινούς ισχυρισμούς των στελεχών της ΙΒΜ, αυτή η τεχνολογία επέκτεινε άμεσα τη γενοκτονία, επιτρέποντας στη ναζιστική διοίκηση να ταυτοποιεί τρείς με τέσσερις φορές περισσότερους «κατώτερους» που έπρεπε να «εξολοθρευτούν».
Η ΙΒΜ ήταν τόσο υψηλά εμπλεκόμενη με την επιχείρηση ευγονικής των Ναζί που επένδυσε ένα εκατομμύριο δολάρια για να υποστηρίξει τη θυγατρική της στη Γερμανία, στις αρχές της κυριαρχίας των Ναζί το 1933. Κάθε στρατόπεδο συγκέντρωσης είχε το δικό του τμήμα Χολέριθ -πήρε το όνομα του από τον Χέρμαν Χολέριθ, έναν από τα ιδρυτικά μέλη και εφευρέτης της τεχνολογίας ανίχνευσης πληθυσμού της ΙΒΜ που δημιουργήθηκε αρχικά για το γραφείο απογραφής των Η.Π.Α. Σε αυτά τα τμήματα γινόταν εποπτεία των φυλακισμένων μέσω των μηχανημάτων της ΙΒΜ.
Eκτός από την αισχροκέρδεια πάνω στην μαζική ανθρωποκτονία των Ευρωπαίων Εβραίων, Τσιγγάνων και άλλων «ανεπιθύμητων», και την εφαρμογή της αμερικανικής τεχνολογίας στην διευκόλυνσή της, η έρευνα του Μπλάκ επίσης αποκάλυψε τις βαθιές ιδεολογικές ρίζες του Ολοκαυτώματος στην αμερικάνικη ευγονική.
Μπορεί το σύνθημα των υπερασπιστών της υπεροχής των λευκών «Αίμα και Γη» στο Σάρλοτσβιλ, της Βιρτζίνια, τον προηγούμενο μήνα, να προέρχεται από το σλόγκαν της προπαγάνδας των Ναζί τη δεκαετία του ’30 «Blut unt Boden», όμως οι Γερμανοί το είχαν χρησιμοποιήσει ως κραυγή υπέρ της ευγονικής, σε μεγάλο βαθμό εξαιτίας της εργασίας του προέδρου του Πανεπιστημίου του Στάνφορντ, Ντέιβιντ Σταρ Τζόρνταν, «Το αίμα του ‘Εθνους: Μια μελέτη για την παρακμή των Εθνών μέσα από την επιβίωση των Αταίριαστων/Ακατάλληλων».
Ο Τζόρνταν ήταν πρωτοπόρος της επιστήμης διαχωρισμού των φυλών που μπορεί να έφτασε στην πλήρη γενοκτονική «ωριμότητά» της στην Ευρώπη, αλλά είχε περάσει πρώτα την «εφηβεία» κατά την οποία διαμορφώθηκε, στα καλύτερα ακαδημαϊκά ιδρύματα των Η.Π.Α.
Μέσω οργανισμών όπως το Ινστιτουτο Κάρνεγκι και το Ίδρυμα Ρόκφελερ, οι αμερικανοί βιομήχανοι στις αρχές του 20ου αιώνα υποστήριζαν την νέα «επιστήμη» που έβγαινε από τα πανεπιστήμια και χρηματοδοτούσαν προσπάθειες όπως τη λειτουργία Αρχείου για την ευγονικήστο Λογκ ‘Αιλαντ, το οποίο συνέλεγε αρχεία προγόνων και χρηματοδοτούσε την έρευνα για τα ευγονίδια ώστε να προωθήσει μια προπαγανδιστική εκστρατεία με σκοπό την «πειραματική εξέλιξη» μέσω της «φυλετικής βελτίωσης».
To σημειο αυτό από μόνο του αποτελεί σημαντική διόρθωση γι’αυτούς που ισχυρίζονται ότι υπάρχει κάτι το φυσικό ή αυθόρμητα δημοφιλές στο ρατσισμό.
Κάποιοι κοινωνικοί επιστήμονες ερμηνεύουν την τόσο επιτυχημένη διάδοση της θεωρίας της ανωτερότητας της λευκής φυλής και της ευγονικής στις αρχές του 20ου αιώνα (με αποδεικτικά στοιχεία τους διαγωνισμούς «Καλύτερου μωρού» οι οποίοι ήταν συνήθεις στις μεσοδυτικές πολιτείες ή την πολιτική αναγκαστικών στειρώσεων στην Καλιφόρνια) ως απόδειξη ότι είναι έμφυτη στην ανθρώπινη φύση η ξενοφοβία, ή ότι ο ρατσισμός εκκολάπτεται αυθόρμητα από την εργατική τάξη, και δεν διακινείται από την κορυφή της κοινωνίας προς την βάση της.
Οι ισχυρισμοί αυτοί όμως διαψεύδονται από την αδιαμφισβήτητη υπευθυνότητα των πιο ισχυρών μελών της κοινωνίας στην προπαγάνδα υπέρ της ευγονικής και στην πρακτική πολιτική εφαρμογή της.
Έχοντας πει αυτά, ο ισχυρισμός των ευγονιστών δεν αφορούσε μια βιολογική ή εξελικτική ροπή μας προς τη ρατσιστική ιδεολογία, αλλά ότι οι διαφορές μεταξύ των φυλών βασίζονται στη βιολογία και /ή την εξέλιξη (ή όπως το τοποθετούν οι υποστηρικτές του: η αναπαραγωγή).
Με άλλα λόγια, η ευγονική -και το δόγμα του γενετικού καθορισμού που έχουν στο επίκεντρο- είναι ρατσιστική ιδεολογία. Αυτό έγινε απολύτως ξεκάθαρο όταν η ναζιστική Γερμανία έθεσε τις αρχές των ευγονιστών που είχαν αναπτυχθεί στα θινκ τανκ, τη βιομηχανία, τα πανεπιστήμια και τους ενόμους των ΗΠΑ, σε γενοκτονική εφαρμογή.
Ενώ αξιοποιούσαν τα επιστημονικά θεμέλια και το ιδεολογικό πλαίσιο που παρείχαν οι αμερικανικές επιρροές τους, οι Ναζί επίσης δανείστηκαν ελεύθερα από την αμερικανική νομική θεωρία για να διαμορφώσουν την εθνικά καθαρή κοινωνία τους.
Αλλά και πάλι, κάποιος ίσως να εκπλαγεί όταν μάθει ότι οι ναζί δεν ενδιαφέρονταν πχ μόνο για τη νομική θεωρία και τις κοινωνικές επιστήμες πίσω από τους ρατσιστικούς «διαχωριστικούς» νόμους του Τζιμ Κρόου ή τις εκστρατείες αναγκαστικής στείρωσης.
Όπως αποκάλυψε η έρευνα του Τζέιμς Γουίτμαν, οι Ναζί νομικοί εμπνεύστηκαν επίσης από την κυβερνητική πολιτική των ΗΠΑ και συγκεκριμένα, από τους έλεγχους στην εργασία των μεταναστών και τη συμπεριφορά προς τους ιθαγενείς της Αμερικής.
Φαίνεται ότι όσον αφορά οικοδομήματα που δημιουργούν πολίτες δεύτερης κατηγορίας ή αρνούνται πολιτικά δικαιώματα, οι νομικές και κοινωνικες επιστήμες των Η.Π.Α έδείξαν το δρόμο.
Η είσοδος της Αμερικής στο 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο προκάλεσε αρκετές εξελίξεις στην κοινωνία που ήταν δευτερεύουσας σημασίας όσον αφορά τους στόχους του πολέμου, αλλά όχι μικρής σημασίας στη διαμόρφωση της εσωτερικής πολιτικής για τις επόμενες δεκαετίες.
Η επιστράτευση εκατομμυρίων νέων στη μάχη, μακριά από τις οικογένειες τους (συμπεριλαμβανομένων μαύρων, αν και ξεχωριστά από τους λευκούς) αντιστοιχούσε με τη μαζική είσοδο των γυναικών στη βιομηχανική παραγωγή, την ίδια στιγμή που οι προπαγανδιστικές εκστρατείες εναντίον των τότε εχθρών (ναζί) αλλά και των μελλοντικών εχθρών (κομμουνιστών) δόξαζαν την αμερικάνική ελευθερία και ισότητα.
Αυτές οι εξελίξεις μέσα σε 4 χρόνια πολέμου έδωσαν πρόσφορο έδαφος σε αναρίθμητους υλικούς και ιδεολογικούς σπόρους μέσα από τους οποίους θα φύτρωναν τα σύγχρονα κοινωνικά κινήματα για τα πολιτικά δικαιώματα, για την απελευθέρωση των μαύρων, για τη γυναικεία ισότητα και για τα δικαιώματα των ομοφυλόφιλων.
Αλλά ενώ αυτά τα κινήματα τίθονταν σε κίνηση υπογείως, ένα αντίθετο κίνημα, κυρίως, διακόπηκε: οι αμερικανοί ευγονιστές εξαφανίστηκαν από τους κύκλους διανόησης και την πολιτική συζήτηση.
Χρειάστηκε να περάσει μια ολόκληρη γενιά μετά τον πόλεμο, πρωτού οι αμερικανοί συντηρητικοί ενστερνιστούν ξανά ανοιχτά την επιστήμη των φυλών. Με την άνοδο της Νέας Αριστεράς και ειδικά του Κινήματος για τα Πολιτικά Δικαιώματα, ο αμερικανικός ρατσισμός έμεινε αποπροσανατολισμένος, και χωρίς επιστημονική νομιμοποίηση. Όπως συμβαίνει πάντα, θα χρειάζονταν ακαδημαϊκούς «από το πάνω ράφι» για να προσδώσουν και πάλι στην παλιομοδίτικη ιδέα της λευκής υπεροχής τη διανοητική «πιστοποίηση» πάνω στην οποία είχε αρχικά χτιστεί.
Ο Άρθουρ Τζένσεν –με τα κατάλληλα εύσημα και από το πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια όσο και της Κολούμπια- θα άνοιγε το δρόμο το 1969 με την έκθεσή του για την Εκπαιδευτική Επιθεώρηση του Χαρβαρντ, με τίτλο «Πόσο μπορούμε να ανεβάσουμε το IQ και τα σχολικά επιτεύγματα;». Για να σας γλιτώσουμε από τον κόπο να τη διαβάσετε, η απάντησή του συνοψίζεται στο “Όχι και πολύ. Οπότε μην προσπαθείτε”.
Ο Τζένσεν ισχυρίστηκε ότι η ευφυία ήταν 80% κληρονομική και προώθησε τις επιστημονικές του απόψεις ρητά ενάντια στα «ανταποδοτικά» κοινωνικά και εκπαιδευτικά προγράμματα καθώς ενάντια στις ιδεολογικές νίκες της ριζοσπαστικής Αριστεράς.
Το έργο του αξιοποίησε μια Δεξιά που αναθάρρησε με την «επιστημονικοφάνεια» αυτών των ισχυρισμών, και η σχετική δημόσια συζήτηση άνθησε καθώς νέοι κλάδοι της επιστήμης όπως η κοινωνιοβιολογία ή η εξελικτική ψυχολογία διεκδικούσαν μια διανοητική «πιστοποίηση»/«νομιμοποίηση» ανεξάρτητη από τους παλιότερους βιολογικούς ντετερμινιστές και κοινωνικούς δαρβινιστές.
Στην πραγματικότητα, παρά τη μεγάλη χρονολογική απόσταση από το παρελθόν και τους ισχυρισμούς ότι αναδείχθηκε μέσα από νέους κλάδους της γενετικής και της ψυχολογίας, αυτή η νέα γενιά μοιάζει πάρα πολύ στους «γονείς» της για να μπορέσει να αρνηθεί πειστικά τη συσχέτιση μαζί τους.
Τα ευρήματά τους δεν ήταν καινοτόμα ούτε για την επιστήμη ούτε για τα ιδρύματα στα οποία προέκυψαν. Αλλά ενώ οι πρηγούμενοι ευγονιστές εξαφανίστηκαν ντροπιασμένοι μέσα από τις γενοκτονικές συνέπειες της «επιστήμης» τους, ήταν το καθήκον της Νέας Αριστεράς, και των ριζοσπαστών επιστημόνων συγκεκριμένα, να αποκαλύψουν τις ρατσιστικές υποθέσεις και τις ψευτοεπιστημονικές μεθόδους που θεμελιώναν αυτές οι “νέες” ιδέες, πριν μπορέσουν αυτές να γίνουν ξανά κυρίαρχες.
Αν η Αριστερά χάσει αυτή τη νέα μάχη ιδεών -ή όπως στην περίπτωση μερικών προοδευτικών ή ακόμα και αριστερών, βρεθεί στη λάθος μεριά της μάχης- θα ήταν καταστροφικο για την ανθρωπότητα.
Μετάφραση: Κατερίνα Κίτσιου, Πάνος Πέτρου
Πηγή: https://socialistworker.org







