Ο δρόμος είναι στενός, στις πόρτες των σπιτιών κάθονται οι χωρικοί, το σκοτάδι γίνεται όλο και πιο πυκνό. Από το σπίτι του νεκρού ακούγονται τα μοιρολόγια των γυναικών. Ένας συγκεχυμένος θόρυβος διαγράφει μεγάλους κύκλους γύρω μου, πέρα από αυτόν η βαθιά σιωπή. Είναι σαν να έπεσα από τον ουρανό, σαν πέτρα που πέφτει μέσα σε βάλτο. (σελ. 29)
Ο σύντροφός μου δεν απαντούσε, άκουγα την κανονική και σφυριχτή αναπνοή του και το συνεχή βόμβο που έκαναν ο μύγες ξεσηκωμένες από την ζέστη. Μια λεπτή λάμψη ερχόταν από το μισοφέγγαρο, που έμοιαζε να κρέμεται στο θαμπό ουρανό, διαπερνούσε τα κλειστά τζάμια και έπεφτε στον τοίχο που βρισκόταν μπροστά στο κρεβάτι μου. (σελ. 48)
Ο κουτσός χωρίς να κόψει το δέρμα της κατσίκας είχε κάνει μια μικρή τρύπα σ’ ένα από τα πίσω πόδια, στην τρύπα ακουμπούσε το στόμα και φυσώντας με δύναμη φούσκωνε την κατσίκα, ξεχωρίζοντας με αυτό τον τρόπο το δέρμα από το κρέας. Βλέποντας τον έτσι κολλημένο στο ζώο, που σιγά-σιγά φούσκωνε και μεγάλωνε, ενώ ο άνθρωπος, χωρίς να αλλάξει στάση, έμοιαζε να λεπταίνει, να αδειάζει από τον αέρα που είχε μέσα του, νόμιζα ότι παρακολουθούσα μια μεταμόρφωση, όπου ο άνθρωπος μεταγγιζόταν λίγο-λίγο μέσα στο ζώο. (σελ.58)