ΔΙΕΘΝΗ

Η αιματηρή καταστολή, αυτήν την εβδομάδα, του κινήματος διαμαρτυρίας από τους στρατιωτικούς που ανήλθαν στην εξουσία στο Σουδάν, στοίχισε τη ζωή σε τουλάχιστον 101 ανθρώπους, οι περισσότεροι στη διάλυση, προχθές Δευτέρα, μιας καθιστικής διαμαρτυρίας μπροστά από την έδρα του στρατού, σύμφωνα με τον τελευταίο απολογισμό, που ανακοίνωσε σήμερα μια επιτροπή γιατρών. Υπάρχουν επίσης καταγγελίες για βιασμούς πολιτών και τραυματιοφορέων.

Ο Τζούλιαν Ασάνζ, σ’ένα γράμμα που απευθύνει στον ανεξάρτητο δημοσιογράφο Gordon Dimmack γράφει τα εξής: «Δεν έχω τη δυνατότητα να υπερασπιστώ τον εαυτό μου και στηρίζομαι σ’εσάς και σε άλλα ηθικά άτομα για να σώσω τη ζωή μου…Τελικά, αυτό που μας μένει είναι η αλήθεια.»

Μου αρνούνται κάθε δυνατότητα προετοιμασίας για την υπεράσπισή μου. Μέχρι τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, δεν έχω πρόσβαση σε φορητό υπολογιστή, στο ίντερνετ, σε βιβλιοθήκη, αλλά ακόμα κι αν είχα, θα ήταν για μισή μόλις ώρα σε εβδομαδιαία βάση και μαζί με άλλους. Μπορείτε να με επισκεφτείτε μόνο δύο φορές το μήνα αλλά χρειάζονται εβδομάδες για να γραφτεί κάποιος στη λίστα των κλήσεων και με τρόπο μάλιστα άσκοπο, όπου όλα τα δεδομένα μεταφέρονται στο κέντρο ελέγχου ασφαλείας. Συν τοις άλλοις, όλες οι τηλεφωνικές κλήσεις συν του δικηγόρου ηχογραφούνται κι είναι περιορισμένες στα 10 λεπτά την ημέρα, μέσα σ’ένα περιθώριο των 30 λεπτών στα οποία όλοι οι κρατούμενοι συναγωνίζονται για το τηλέφωνο. Οι εισερχόμενες κλήσεις απαγορεύονται. Όσο για τα χρήματα που χρειάζονται για τις τηλεφωνικές κλήσεις; Αυτό είναι μία άλλη ιστορία. Ενώ επιτρέπονται μερικά μόλις βιβλία για κάθε εβδομάδα.

Εδώ και 9 χρόνια, μία υπερδύναμη προετοιμάζεται για τη δίκη με εκατοντάδες ανθρώπους και αμέτρητα εκατομμύρια. Δεν μπορώ να υπερασπιστώ τον εαυτό μου και στηρίζω τις ελπίδες μου σε εσάς και σε άλλα άτομα καλής θέλησης και ηθικής, για να διασφαλίσω τη ζωή και την ακεραιότητά μου.

Παραμένω σώος, αλλά βρίσκομαι ανάμεσα σε εγκληματίες. Οι ημέρες που θα μπορούσα να μελετήσω, να μιλήσω και να αμυνθώ, να υπερασπιστώ τις ιδέες μου και τον κόσμο μου έχουν περάσει, έχουν χαθεί, μέχρι τη στιγμή που θα είμαι και πάλι ελεύθερος. Θα πρέπει τώρα εσείς να το κάνετε για μένα.

Η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών, ή οι άθλιες δυνάμεις που απεχθάνονται την ελευθερία, τη δικαιοσύνη και την αλήθεια, προτιμούν να χρησιμοποιούν την απάτη και τη νοθεία για να ενθαρρύνουν την έκδοσή μου, ακόμα και τον θάνατό μου από το να επιτρέψουν στον κόσμο να γνωρίσει την αλήθεια για την οποία έχω λάβει κατα καιρούς τις υψηλότερες δημοσιογραφικές διακρίσεις και υπήρξα επτά φορές υποψήφιος για το βραβείο Νόμπελ Ειρήνης.

Σε τελευταία ανάλυση, δεν μας μένει τίποτε άλλο παρά η αλήθεια.

Πηγή:https://www.pressenza.com

Οι γενναίες Αιγύπτιες νικήτριες του φετινού Πούλιτζερ έκαναν παγκοσμίως γνωστό το δράμα της Υεμένης
Οι Maggie Michael και Nariman El-Mofty αποκάλυψαν την πείνα, τα βασανιστήρια και την παιδική κακοποίηση στη χώρα που μαστίζεται από εμφύλιο πόλεμο. Η ερευνητική δημοσιογράφος Maggie Michael και η φωτορεπόρτερ Nariman El-Mofty, συνεργάτιδες του πρακτορείου Associated Press, ήταν οι πρώτες Αιγύπτιες στην ιστορία που κέρδισαν, φέτος, το βραβείο Πούλιτζερ. Τιμήθηκαν έτσι για την εκτεταμένη, απαιτητική και αφοσιωμένη κάλυψη του εμφύλιου πολέμου στην Υεμένη και της επακόλουθης ανθρωπιστικής κρίσης.
Μέσα από μια σειρά ερευνητικών ρεπορτάζ, φωτογραφιών και βίντεο κατέγραψαν τις φρικαλεότητες που συμβαίνουν στη χώρα, όπως είναι η επιστράτευση μικρών παιδιών, οι κλοπές τροφίμων που προορίζονται για ανθρωπιστική βοήθεια, οι βασανισμοί σε φυλακισμένους. Ένα από τα ρεπορτάζ τους είχε ως αποτέλεσμα, μάλιστα, την απελευθέρωση τουλάχιστον 80 κρατουμένων, όπως ανακοίνωσε το Associated Press. Επιπλέον, οι δύο νεαρές γυναίκες κατέγραψαν τον λιμό, συνέπεια του πολέμου – μέσα από τραγικές φωτογραφίες όπως το πορτρέτο ενός παιδιού που λιμοκτονεί, που από το 2016 που τραβήχτηκε έχει κάνει τον γύρο του κόσμου εφιστώντας την προσοχή της διεθνούς κοινής γνώμης στο δράμα της Υεμένης.

«Η Υεμένη είναι ένα από τα πιο επικίνδυνα μέρη στον κόσμο για τους ρεπόρτερ. Κι όμως, αυτή η ομάδα αψήφισε τους κινδύνους για να αφηγηθεί ιστορίες που ο κόσμος δεν θα μάθαινε από καμία άλλη πηγή – και μάλιστα με εκπληκτική λεπτομέρεια» σχολίασε εκπρόσωπος του AP.

Maggie Michael

Η Maggie Michael είναι μια ερευνητική δημοσιογράφος με 15 χρόνια εμπειρίας και έδρα το Κάιρο. Απόφοιτος του Αμερικανικού Πανεπιστημίου στο Κάιρο, συνεργάζεται τόσο με το Associated Press όσο και για την εφημερίδα Independent, για την οποία στο παρελθόν έχει καλύψει διάφορεςμεσανατολικές συρράξεις, όπως στο Ιράκ και στη Λιβύη. Ενώ κάλυπτε τον εμφύλιο της Υεμένης, για να συγκεντρώσει τις απαραίτητες πληροφορίες είχε αναγκαστεί να φορέσει μπούργκα και να ζήσει μαζί με διάφορες οικογένειες της χώρας.
Η Maggie Michael ενώ κάλυπτε τον εμφύλιο της Υεμένης, για να συγκεντρώσει τις απαραίτητες πληροφορίες είχε αναγκαστεί να φορέσει μπούργκα και να ζήσει μαζί με διάφορες οικογένειες της χώρας.
Nariman El-Mofty

Αιγυπτιακής και καναδικής καταγωγής, είναι μια φωτορεπόρτερ με ειδίκευση σε θέματα της Αιγύπτου, της Υεμένης και γενικά της Μέσης Ανατολής. Ενώ ξεκίνησε να εργάζεται στο AP ως photo editor στα γραφεία του Καΐρου, εξελίχθηκε σε φωτογράφο του πρακτορείου στη Νέα Υόρκη, καλύπτοντας κορυφαία και αποκλειστικά θέματα.

Έχει καλύψει πολλά ζητήματα ανθρωπιστικού περιεχομένου, όπως είναι η ιστορία των πρώτων γυναικών Βεδουίνων στο όρο Σινάι που άρχισαν να εργάζονται. «Η φωτογράφιση και η αφήγηση εκείνης της ιστορίας ήταν το κάτι άλλο. Είδαμε μια ιστορική στιγμή να ξεδιπλώνεται μπροστά στα μάτια μας» σχολίασε η ίδια στο Twitter. Κατά την κάλυψη του εμφυλίου της Υεμένης, ξεχώρισε για «την ευαίσθητη ματιά της σε πορτρέτα που αναδεικνύουν το ανθρώπινο στοιχείο μιας κοινωνίας σε ανέχεια η οποία καταρρέει κάτω από το βάρος του πολέμου» για να παραθέσουμε την ανακοίνωση της επιτροπής των βραβείων.
Η Nariman El-Mofty έχει καλύψει πολλά ζητήματα ανθρωπιστικού περιεχομένου, όπως είναι η ιστορία των πρώτων γυναικών Βεδουίνων στο όρο Σινάι που άρχισαν να εργάζονται, μια «ιστορική στιγμή» όπως τη χαρακτηρίζει η ίδια.

Πηγή:http://mediatvnews.gr

Η κυπριακή αστυνομία, που συνεχίζει τις έρευνες για τον εντοπισμό των σορών επτά γυναικών και κοριτσιών που φέρεται να σκότωσε ένας «κατά συρροήν δολοφόνος», ανακοίνωσε σήμερα ότι βρήκε και έκτη σορό μέσα σε μια βαλίτσα που ανασύρθηκε από την Κόκκινη Λίμνη στο Μιτσερό, κοντά στη Λευκωσία.

Η βαλίτσα βρέθηκε από δύτη της ιδιωτικής εταιρείας Brasal Marine Services Cy, στο πλαίσιο ερευνών για τον εντοπισμό της τρίτης βαλίτσας, στην οποία ο 35χρονος αξιωματικός του στρατού, που τελεί υπό κράτηση για διερεύνηση σειράς δολοφονιών γυναικών και ανήλικων κοριτσιών, ομολόγησε ότι τοποθέτησε ένα από τα θύματα του και την πέταξε στη λίμνη.

Από ένα πικρό-σατυρικό άρθρο («Οι συμμετοχές στη Γιουροβίζιον που αξίζουν το τίμημα της σφαγής Παλαιστινίων») μάθαμε ότι το τραγούδι της Φιλανδίας λεγόταν «Look away» («κοίτα αλλού»). Ο τίτλος αυτού του τραγουδιού λέει –άθελά του– όλη την αλήθεια της σκοπιμότητας του φετινού μουσικού διαγωνισμού στο Ισραήλ.

Από την άλλη, η διαφημιστική καμπάνια της Ισραηλινής δημόσιας ραδιοτηλεόρασης για τον διαγωνισμό είπε την «αλήθεια» της ηθελημένα, για όποιον ήθελε να συνεχίσει να εθελοτυφλεί ότι «δεν είναι πολιτικό το ζήτημα». Το σποτ ξεκινά με τη φράση «Ξέρουμε ότι έχετε ακούσει ότι είμαστε μια χώρα πολέμου και κατοχής, αλλά έχουμε πολύ περισσότερα να προσφέρουμε από αυτό…», πριν αρχίσει με κυνισμό να διαφημίζει το Ισραήλ σε τουρίστες (με «την Ιερουσαλήμ, την αγαπημένη μας πρωτεύουσα» ανάμεσα στους προορισμούς). Κάτι ήξερε κι ο Νετανιάχου, όταν πέρσι επαινούσε την Ισραηλινή νικήτρια του περσινού διαγωνισμού για «εξαιρετική δουλειά στις διεθνείς δημόσιες σχέσεις».

Στη Γάζα, που στις 15 Μάη μετρούσε και πάλι νεκρούς διαδηλωτές στο φράχτη, οργανώθηκε η GazaVision, ένας «διαγωνισμός» τραγουδιστών από τη Γάζα. Τη μέρα του τελικού, μεταδόθηκε ιντερνετικά η Globalvision, με σχετικά πάρτι-συναυλίες σε Λονδίνο, Δουβλίνο, Ραμάλα και Χάιφα. Κατά την έναρξη της Γιουροβίζιον, στο ίδιο το Τελ Αβίβ, Ισραηλινοί διαμαρτυρήθηκαν ενάντια στο μουσικό διαγωνισμό με πανό «τα τραγούδια και το γκλίτερ δεν μπορούν να κρύψουν την κατοχή».

Παρά τις διεθνείς εκκλήσεις από τους Παλαιστίνιους καλλιτέχνες, από Ισραηλινούς συναδέλφους τους κι από το διεθνές κίνημα BDS, καμία δημόσια ραδιοτηλεόραση και κανένας καλλιτέχνης δεν δέχτηκε να «μην περάσει την απεργιακή φρουρά» και να αποσύρει τη συμμετοχή του από το καλλιτεχνικό ξέπλυμα του απαρτχάιντ και της κατοχής. Στην Ελλάδα, η Κατερίνα Ντούσκα απάντησε στον Ρότζερ Γουότερς κάτι κλασικά για «τη μουσική που ενώνει», ενώ η ΕΡΤ μας χάρισε απίθανες στιγμές στην ιστοσελίδα της, όπου μπορούσε κανείς να βρει κεντρικό θέμα «Η Γάζα πνίγεται στο αίμα» πλαισιωμένο από τα διαφημιστικά του ημιτελικού της Γιουροβίζιον. Με αυτή την έννοια, θα έλεγε κανείς ότι οι εκκλήσεις έπεσαν στο κενό.

Όμως –πέρα από τη μεταφορά του διαγωνισμού από την Ιερουσαλήμ στο Τελ Αβίβ– η έκταση των διεθνών αντιδράσεων έφερε το φετινό διαγωνισμό στο επίκεντρο της πολιτικής συζήτησης –και όχι με τους όρους που θα ήθελε η ισραηλινή κυβέρνηση. Είτε φτάνοντας ακόμα και σε μέινστριμ ΜΜΕ, είτε (πολύ περισσότερο) στο ίντερνετ και τα κοινωνικά δίκτυα, το πλήθος των εκκλήσεων (με εμβληματική την απόφαση 60 ΛΟΑΤΚΙ οργανώσεων από 20 περίπου χώρες να καλέσουν σε μποϊκοτάζ ενός θεσμού που επιχειρεί συστηματικά να απευθυνθεί σε αυτές τις κοινότητες) και οι αντιδράσεις (θετικές ή αρνητικές) σε αυτές άνοιξαν πλατιά τη συζήτηση για την κατάσταση που βιώνουν οι Παλαιστίνιοι, ακόμα και σε ανθρώπους που αγνοούσαν ή αδιαφορούσαν.

Με αυτή την έννοια, μάλλον έχει δίκιο ο Άρης Χατζηστεφάνου, όταν καταλήγει σε πρόσφατο άρθρο του:

«Αν διδαχθήκαμε όμως κάτι από τις μεγάλες αθλητικές και καλλιτεχνικές διοργανώσεις που απέκτησαν γεωπολιτικό ενδιαφέρον, είναι ότι η ομαλή διεξαγωγή δεν σημαίνει νίκη. Στην περίπτωση του Ισραήλ σημαίνει μια τεράστια επικοινωνιακή ήττα».

Πολλές φορές αυτό είναι το νόημα των δράσεων του κινήματος αλληλεγγύης στην Παλαιστίνη, να «σπάσει η σιωπή», να συνεχίσουν να ακούγονται οι φωνές των Παλαιστινίων, να αμφισβητηθεί η «κανονικότητα» των διαρκών εγκλημάτων και η αποστέρηση δικαιωμάτων σε βάρος των Παλαιστινίων.

Στην Ελλάδα, αυτό επιχείρησαν να κάνουν, στο μέτρο των δυνάμεών τους, και κινητοποιήσεις διάφορων συλλογικοτήτων και πρωτοβουλιών που έγιναν στην Αθήνα στις 14, 15 και 18 Μάη, και το BDS Greece νωρίτερα (συλλογή υπογραφών, δημόσια έκκληση, συναυλία στο Γκαγκάριν και γλέντι στη Λαμπηδόνα), αλλά και απλές πρωτοβουλίες «εναλλακτικής διασκέδασης» όπως το πάρτι «δεν πάμε Γιουροβίζιον» της παράταξης «Ζωγράφου Ανυπότακτη Πόλη» το βράδυ του τελικού.

Όπως γράφτηκε σε προκήρυξη που διακινήθηκε στη διαδήλωση στις 18 Μάη, «Η αυξημένη κινητικότητα είναι ελπιδοφόρα, αλλά στο άμεσο μέλλον είναι ανάγκη να προχωρήσει μια πιο συστηματική επιδίωξη συνεννόησης, συντονισμού και κοινών δράσεων, για να οργανωθεί πιο αποτελεσματικά και μαζικά η αναγκαία αντιπαράθεση με τη συνεργασία της Ελλάδας με το ισραηλινό απαρτχάιντ». Με δεδομένες τις διαφορές (σε ανάλυση, λειτουργία, θεματολογία, εμφάσεις, επιλογές δράσεων) μεταξύ των διάφορων δυνάμεων και πρωτοβουλιών, και με σεβασμό στις «παράλληλες» διαδρομές μας, το δυναμικό που δείχνει διάθεση να «κάνει πράγματα» για το παλαιστινιακό αξίζει να επιχειρήσει έναν ελάχιστο κοινό βηματισμό με κάποια γεγονότα, που θα μπορούσε να λειτουργήσει πολλαπλασιαστικά στην απεύθυνση που έχει ο καθένας από εμάς χωριστά.

Στην Ελλάδα όπου ο στρατηγικός άξονας με το Ισραήλ κάνει τη συμμετοχή στη Γιουροβίζιον παρονυχίδα, στην Ελλάδα του σφιχταγγαλίσματος στρατιωτικά-οικονομικά-διπλωματικά με το κράτος-τρομοκράτη, δυστυχώς δεν θα μας λείψουν οι αφορμές να συνεχίσουμε τη δράση υποστήριξης στον αγώνα του παλαιστινιακού λαού όλο το επόμενο διάστημα. Είναι ενδεικτική η πορεία του διαγωνισμού για το διαβόητο τραμ της Ιερουσαλήμ, όπου ένα κύμα αποχωρήσεων διεθνών κοινοπραξιών από τη διεκδίκηση του έργου (καθώς διεθνείς οργανισμοί το περιγράφουν ως «αναγνώριση και διευκόλυνση της κατοχής») απειλεί να αφήσει… μόνη υποψήφια την περήφανη ελληνική, καθώς στην κυβέρνηση (συμμετέχει η ΣΤΑΣΥ) και στη ΓΕΚ-ΤΕΡΝΑ δεν ιδρώνει το αυτί τους από τέτοιες «υπερ-ευαισθησίες»…

Ο ακτιβισμός των Ισλανδών

Ο διαγωνισμός στο Ισραήλ μέτρησε κι ένα γκολ εντός έδρας: την παλαιστινιακή σημαία του ισλανδικού συγκροτήματος Hatari που προκάλεσε αμηχανία στους παρουσιαστές, γρήγορη αλλαγή πλάνου και ακόμα γρηγορότερη επέμβαση του προσωπικού ασφαλείας (την οποία οι Hatari ανέβασαν σε βίντεο στο ίντερνετ).

Για αρκετούς (και για την παλαιστινιακή επιτροπή του BDS) ήταν λάθος ότι οι Hatari συμμετείχαν και δεν άκουσαν τις παλαιστινιακές εκκλήσεις. Ωστόσο ήταν μια κίνηση με σημασία –που αποδείχθηκε από τον αντίκτυπο που είχε διεθνώς, σίγουρα όχι «ξεπλυματικό».

Το μποϊκοτάζ είναι μια μορφή πάλης. Κατά τη γνώμη μας η πλέον αποτελεσματική. Αυτή την άποψη δεν τη συμμερίζονται πολλοί (και μέσα στο κίνημα και την Αριστερά, πόσο μάλλον σε προοδευτικούς καλλιτεχνικούς κύκλους). Αυτοί οι άνθρωποι δεν θα κριθούν το ίδιο με τους πολέμιους γενικά του μποϊκοτάζ, λόγω ταύτισης με το Ισραήλ ή λόγω αδιαφορίας.

Οι Hatari το συζήτησαν σοβαρά αν θα πάνε. Και με την ιδιαιτερότητα ότι δεν πρόκειται για δική τους προγραμματισμένη συναυλία, αλλά γι’ αυτόν τον διεθνή διαγωνισμό που θα έχει ισλανδική συμμετοχή έτσι κι αλλιώς, αποφάσισαν τελικά να πάνε. Δηλώνοντας ότι «είναι ξέπλυμα», αλλά εκτιμώντας ότι είναι καλύτερα να αξιοποιήσουν οι ίδιοι την παρουσία τους για να στείλουν ένα μήνυμα, παρά να αποσυρθούν για να πάει στο πανηγύρι ο πρώτος επιλαχών.

Μπορεί η παρουσία τους να πλήγωσε κάποιους αγωνιστές, που ξόδεψαν χρόνο κι ενέργεια για να βρουν «τον ένα» που θα δήλωνε ότι αρνείται να παίξει. Αλλά τουλάχιστον οι Hatari ήταν έντιμοι στην επιλογή να πάνε «για να στείλουν μήνυμα». Το πρόβλημα με τους καλλιτέχνες που ισχυρίζονται ότι «είναι πιο εποικοδομητικό να αξιοποιήσουμε την εξέδρα» είναι ότι συνήθως δεν την αξιοποιούν και όταν το κάνουν, στέλνουν κάποιο μήνυμα του τύπου «να είστε αγαπημένοι, να μη μαλώνετε».

Οι Hatari ύψωσαν σκέτη την «απαγορευμένη» σημαία με το «απαγορευμένο» όνομα –όχι περιστέρια ή καρδούλες με καταπιεστή και καταπιεσμένο αγκαλιασμένους.

Θα προτιμούσαμε περισσότερα πράγματα, από τη στιγμή που εκτίμησαν ότι η παρουσία τους εκεί θα είναι πιο «θορυβώδης» από την απόσυρσή τους –πχ να αρνηθούν να παίξουν τελευταία στιγμή και να το τινάξουν στον αέρα, ή να κάνουν τον ακτιβισμό τους πάνω στη σκηνή όπου θα ήταν πιο δύσκολο «να αλλάξει το πλάνο» σε 2 δευτερόλεπτα και να συνεχιστεί ομαλά η βραδιά.

Αλλά έστω κι έτσι, υπήρξαν «θορυβώδεις». Κι αν οι προσπάθειές μας αφορούσαν να σπάσει η απολίτικη υποκρισία και να αξιοποιηθεί η δημοφιλία του θεσμού για να φτάσει το μήνυμα παραέξω, οι Hatari τελικά βοήθησαν σ’ αυτόν το στόχο.

«Η ομαλή διεξαγωγή δεν σημαίνει πάντα επιτυχία», αναφέρεται στις δίπλα στήλες. Ο ακτιβισμός των Hatari ήταν το «κερασάκι στην τούρτα» αυτής της πραγματικότητας για τη Γιουροβίζιον στο Ισραήλ. Κι αντίστροφα, όλη η προηγούμενη δράση του BDS έκανε αυτή τη στιγμή κάτι περισσότερο από «2 δευτερόλεπτα που κάποιοι ύψωσαν μια παλαιστινιακή σημαία». Με έναν τρόπο, ο ακτιβισμός αυτός έγινε η φωτογραφική αποτύπωση όλης της προσπάθειας που έκανε το BDS, ακόμα κι αν αφορούσε μια άλλη μορφή παρέμβασης.

Εργαλειοποίηση του αντισημιτισμού στη Γερμανία

Από την επιτυχία να ανοίξει τόσο πλατιά και με τέτοιους όρους το ζήτημα της Γιουροβίζιον ίσως να εξηγείται και η σπουδή που έδειξε το γερμανικό κοινοβούλιο να καταγγείλει με ψήφισμά του το BDS ως «αντισημιτικό» αυτές ακριβώς τις μέρες. Χριστανοδημοκράτες, Σοσιαλδημοκράτες, Πράσινοι και Φιλελεύθεροι συμφώνησαν σε αυτόν τον ανιστόρητο χαρακτηρισμό, φροντίζοντας μάλιστα να περιλάβουν στο ψήφισμα φράσεις όπως «αντισημιτικές δηλώσεις κι επιθέσεις που μεταμφιέζονται ως κριτικές στις πολιτικές του Κράτους του Ισραήλ, αλλά στην πραγματικότητα εκφράζουν μίσος…» ή «το Κράτος του Ισραήλ μπορεί επίσης να γίνει κατανοητό ως μια εβραϊκή συλλογικότητα». Τέτοιες διατυπώσεις ταυτίζουν πιο εύκολα με αντισημιτισμό την κριτική στις πολιτικές του Ισραηλινού Κράτους. Άλλωστε η προσπάθεια κάποιων βουλευτών του SPD και των Πρασίνων να προστεθεί μια πρόταση που να δηλώνει έστω ότι «η κριτική των πολιτικών της ισραηλινής κυβέρνησης» προστατεύεται από την ελευθερία του λόγου και πρέπει να επιτρέπεται, απορρίφθηκε ως «αυτονόητο που δεν χρειάζεται να αναφερθεί». Αξίζει εδώ να αναφερθεί το ψήφισμα του ακροδεξιού AfD, που έχει δεσμούς με πραγματικούς κι επικίνδυνους αντισημίτες, διάφορους παλιούς νεοναζί: Το AfD ζητούσε «πλήρη απαγόρευση του BDS» και κατέκρινε τη διάκριση που κάνουν θεσμοί της διεθνούς κοινότητας μεταξύ του Ισραήλ (των συνόρων του 1967) και των εποικισμών ως «μορφή μποϊκοτάζ» που… θίγει τους εποίκους.

Ενώ οι ακροδεξιοί (που οι οπαδοί τους ευθύνονται για το 90% των αντισημιτικών επιθέσεων στη Γερμανία) πλειοδοτούν ενάντια στο BDS, ένα κείμενο που έχουν υπογράψει πάνω από 60 Εβραίοι ακαδημαϊκοί ισχυρίζεται ότι η «ταύτιση» των εκκλήσεων για μποϊκοτάζ με τον αντισημιτισμό «είναι λάθος, απαράδεκτη και απειλή στα θεμέλια της δημοκρατίας στη Γερμανία». Κάποιοι από αυτούς διαφωνούν με το BDS, αλλά συνυπογράφουν ότι «απορρίπτουμε τον ψευδή ισχυρισμό ότι το κίνημα BDS ως τέτοιο είναι αντισημιτικό και υπερασπιζόμαστε το δικαίωμα κάθε ανθρώπου και κάθε οργάνωσης να το υποστηρίζει».

*Αναδημοσίευση από την Εργατική Αριστερά

Πηγή:https://rproject.gr

Μήνυση κατά της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Ιταλίας, της Γερμανίας και της Γαλλίας κατέθεσαν στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο νομικοί, οι οποίοι ζητούν την άσκηση ποινικής δίωξης για τους θανάτους χιλιάδων προσφύγων και μεταναστών στα νερά της Μεσογείου.

Επικεφαλής της προσπάθειας είναι δύο νομικοί, ο Χουάν Μπράνκο, που έχει εργαστεί στο ΔΠΔ και στο γαλλικό υπουργείο Εξωτερικών, και ο Ομέρ Σατς, Ισραηλινός δικηγόρος, που διδάσκει σε γαλλικό πανεπιστήμιο (Sciences Po), στο Παρίσι.

Το ιταλικό υπουργείο Πολιτισμού απέρριψε τα σχέδια του πρώην συμβούλου προεκλογικής εκστρατείας του Ντόναλντ Τραμπ, Στιβ Μπάνον, να δημιουργήσει μια ακαδημία της Ακροδεξιάς στην Ιταλία. Σύμφωνα με την ανακοίνωση του υπουργείου, η οργάνωση Dignitas Humanae Institute (DHI), που αγόρασε για λογαριασμό του Μπάνον μεσαιωνικό μοναστήρι κοντά στη Ρώμη, δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις για τη μίσθωση του χώρου, δεν κατέβαλε όπως έπρεπε το μίσθωμα και δεν είχε εκτελέσει εργασίες συντήρησης.

«Μετά από επιθεωρήσεις που πραγματοποιήθηκαν από το υπουργείο μου, οι νομικές υπηρεσίες του κράτους συμφώνησαν με την απόφασή μας να ανακαλέσουμε την άδεια χρήσης του μοναστηριού Τρισούλτι», δήλωσε ο Αλμπέρτο Μπονισόλι, υπουργός Πολιτισμού της Ιταλίας στην εφημερίδα Times.

Ωστόσο, ο Μπέντζαμιν Χάρνγουελ, επικεφαλής της οργάνωσης DHI υποστηρίζει ότι ο υπουργός Πολιτισμού δεν λέει την αλήθεια και ότι θα κάνει αγώνα για τη δημιουργία της ακαδημίας στο μοναστήρι.

Ο επικεφαλής ρατσιστικού κόμματος της άκρας δεξιάς στη Δανίας, ο οποίος έχει μάλιστα και ποινικό μητρώο, αναμένεται να είναι ένα από τα νέα μέλη του Κοινοβουλίου της χώρας του.

Ελάχιστοι γνώριζαν τον Ράσμους Παλούνταν όταν το 2017 ίδρυσε το κόμμα του Stram Kurs, το οποίο μεταφράζεται ως «Σκληρή Γραμμή».

Λίγες ημέρες πριν από τη διενέργεια των εκλογών στη Δανία, στις 5 Ιουνίου, το κόμμα του συγκεντρώνει ποσοστό 2,3% και όλα δείχνουν ότι θα κερδίσει μια έδρα στη νέα Βουλή.

Ο Παλούνταν είναι 37 ετών. Βασικός πυλώνας του κυβερνητικού προγράμματος είναι η απέλαση όλων των μουσουλμάνων από τη Δανία και η απαγόρευση του Ισλάμ. Έγινε γνωστός ως ο άνθρωπος που πέταξε στην πυρά το Κοράνι και μάλιστα σε δημόσιο χώρο.

 Όταν το κόμμα του έκανε διαδήλωση στο πόλη Νοερέμπρο ξέσπασαν βίαιες ταραχές. Πρόκειται για περιοχή της Κοπεγχάγης με μεγάλο πληθυσμό μεταναστών, κυρίως μουσουλμάνων.

Τον Απρίλιο δικαστήριο της Δανίας έκρινε τον 37χρονο δικηγόρο στο επάγγελμα ένοχο για υποκίνηση ρατσιστικών επιθέσεων και λόγου. Είχε δηλώσει δημοσίως ότι οι Αφρικανοί είναι λιγότερο ευφυείς από τους Ευρωπαίους.

Τον Δεκέμβριο πέρσι δόθηκε στη δημοσιότητα βίντεο, στο οποίο ο Δανός έλεγε: «Ο εχθρός είναι το Ισλάμ και οι μουσουλμάνοι. Το καλύτερο πράγμα που θα μπορούσε να μας συμβεί είναι να φύγει κάθε μουσουλμάνος από αυτή τη γη. Τότε θα έχουμε εκπληρώσει τον στόχο μας».

Ο Παλούνταν έχει κατηγορηθεί για ναζισμό, αλλά ο ίδιος αρνείται ότι έχει κάποια σχέση με τα νεοναζιστικά κινήματα. Δηλώνει ότι το κόμμα του είναι το μόνο εθνικιστικό της Δανίας.

Πηγή:https://www.athensvoice.gr

Μια τηλεοπτική εκπομπή έκανε τη διαφορά στη γερμανική τηλεόραση, χάρη σε τρία πρόσωπα που εμφανίστηκαν σε αυτήν και μίλησαν για «πράγματα σημαντικά», που συνήθως δεν ακούγονται αλλού. Πρόκειται για την καπετάνιο ενός πλοίου που διέσωζε μετανάστες στη Μεσόγειο, τον επικεφαλής μιας οργάνωσης που βοηθά άστεγους και μια ακτιβίστρια κατά των νεοναζιστών.

Αυτοί οι τρεις άνθρωποι, πρόσφεραν «τα καλύτερα 15 λεπτά» της γερμανικής τηλεόρασης στην εκπομπή «Joko & Klaas live», των Γιόκο Βίντερσαϊντ και Κλάας Χόιφερ-Ούμλαουφ, που είναι γνωστοί στη χώρα τους χάρη στις φάρσες που κάνουν.

Σε μια εκπομπή διαφορετικά από ό,τι συνήθως, το δίκτυο ProSieben, έδωσε τη δυνατότητα σε αυτούς τους ανθρώπους να πουν τις ιστορίες τους.