Η Αίγυπτος υπήρξε βάση ενός από τους γνωστότερους πολιτισμούς που επηρέασαν την αρχαιότητα στη λεκάνη της Μεσογείου. Η αλληλεπίδραση με την αρχαία Ελλάδα ήταν αρκετά έντονη σε πολλούς τομείς. Καθόλου τυχαία δεν είναι η ελληνική συμβολή τόσο στην αρχαία αλλά και στη νέα Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας. Η πόλη της Αλεξάνδρειας (al-iskandariyya στα αραβικά ή απλώς Alexandria) ήταν γνωστή στην αρχαιότητα λόγω του ενός από τα 7 θαύματα του αρχαίου κόσμου, του Φάρου της Αλεξάνδρειας αλλά και για τη Βιβλιοθήκη της, την μεγαλύτερη του αρχαίου κόσμου. Η σύγχρονη πόλη της Αλεξάνδρειας έχει να επιδεικνύει την προσπάθεια ανασυγκρότησης μέσω της Νέας Βιβλιοθήκης της, της Bibliotheca Alexandrina.
Επισκέφτηκα την Αλεξάνδρεια 2 φορές. Τη μία σε ημερήσια εκδρομή από το Κάιρο στα πλαίσια οργανωμένης εκδρομής το 2005 και την δεύτερη σε συνέδριο που λάμβανε χώρα στο συνεδριακό κέντρο της βιβλιοθήκης το 2010. Την δεύτερη φορά, μάλιστα, κάναμε και οργανωμένη ξενάγηση στο χώρο. Η ιστορία, το δέος αλλά και η σύγχρονη αρχιτεκτονική και η προοπτική είναι τα στοιχεία που μου έκαναν την περισσότερη εντύπωση.
Η παράσταση «Μια γιορτή στου Νουριάν» του Φόλκερ Λούντβιγκ, μετά τη μεγάλη επιτυχία που σημείωσε πέρσι, και την απήχησή της σε όλες τις ηλικίες, ανεβαίνει για δεύτερη χρονιά στο θέατρο Πορεία. Πρόκειται για μια ανατρεπτική κωμωδία με θέμα τις σχέσεις μεταξύ Ελλήνων και μεταναστών και την πολιτισμική συμφιλίωση.
Το έργο γράφτηκε και παίχτηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’70 από το Θέατρο Grips του Βερολίνου – δημιουργοί του πρωτοποριακού παιδικού έργου «ο Μορμόλης» που γνώρισε μεγάλη επιτυχία από την Ξένια Καλογεροπούλου. Στη Γερμανική εκδοχή με τίτλο «Μια Γιορτή στου Παπαδάκη», η οικογένεια των μεταναστών του έργου ήταν Έλληνες!
Ο συγγραφέας της παράστασης, Volker Ludwig, ενδεικτικά αναφέρει: Είναι ιδιαίτερη χαρά και μεγάλη τιμή για μένα, που το έργο μου «Μια γιορτή στου Παπαδάκη» βρίσκει την αναβίωσή του, σε μια υπέροχη νέα σύλληψη και διασκευή που λέγεται «Μια Γιορτή στου Νουριάν».
Στο «Αγγέλων Βήμα», στις 26 Ιανουαρίου 2012, ανεβαίνει το έργο του Γιουκίο Μίσσιμα «Ο Φίλος μου ο Χίτλερ», σε μετάφραση και σκηνοθεσία της Άσπας Τομπούλη. Το έργο ανεβαίνει για πρώτη φορά στην Ελλάδα. «Ο Φίλος μου ο Χίτλερ» είναι ένα συγκλονιστικό ντοκουμέντο για τη γέννηση του «αβγού του φιδιού» και την τελική επικράτηση του ναζισμού στη Γερμανία, μια οξυδερκής και σαρδόνια ανατομία των μηχανισμών της ναζιστικής εξουσίας και των πρωταγωνιστών της. Βερολίνο, 1934: Μια ταραγμένη και ηττημένη μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο Γερμανία, μαστίζεται από την ανεργία, τον πληθωρισμό, τη φτώχεια και την ιδεολογική σύγχυση. Παραστρατιωτικά τάγματα, στρατός, πολιτικοί ηγέτες και κεφάλαιο διαγκωνίζονται για τη νομή της εξουσίας. Ο Μίσσιμα επικεντρώνει στις κρίσιμες εβδομάδες πριν από τη νύχτα της 30ής Ιουνίου του 1934, δηλαδή τη νύχτα της μεγάλης σφαγής, που έμεινε στη Ιστορία ως η «Νύχτα των Μεγάλων Μαχαιριών».
Ο σκηνοθέτης Γιάννης Οικονομίδης μας μιλά για τη νέα ταινία του, λίγες ημέρες προτού ξεκινήσει γυρίσματα, και με τον άμεσο και προκλητικό λόγο του αναφέρεται στην Ελλάδα της κρίσης
Πέρασαν πάνω από δύο χρόνια από την τελευταία μας κουβέντα στην «Ε», με αφορμή την ταινία του «Μαχαιροβγάλτης». Από τότε μεσολάβησαν πολλά. Ουρές στα συσσίτια, ανεργία, αυτοκτονίες, διαδηλώσεις, Τρόικα, Γερμανοί, Χρυσή Αυγή… Αλλά και μια έκρηξη του ελληνικού σινεμά στα ξένα φεστιβάλ, με τον Γιώργο Λάνθιμο να σέρνει το χορό.
Και να που τώρα ο Γιάννης Οικονομίδης («Σπιρτόκουτο», «Ψυχή στο στόμα», «Μαχαιροβγάλτης») επιστρέφει με την «Γκρίζο φως», κάνοντας εντατικές πρόβες σ’ ένα υπόγειο στα Εξάρχεια ενόψει των γυρισμάτων της ταινίας, που ξεκινούν στις 25 Ιανουαρίου.
Γνωστός και αγαπημένος για το απόλυτα αναγνωρίσιμο, ιδιαίτερο σινεμά του, τη σκληρή, συχνά σοκαριστική γλώσσα του, τον νατουραλισμό του και την άτεγκτη ματιά του στην ελληνική μικροαστική κοινωνία, ο Οικονομίδης επιλέγει σήμερα για ήρωά του τον Βαγγέλη Μουρίκη στο ρόλο ενός πληρωμένου δολοφόνου. Τον καλό ηθοποιό πλαισιώνουν οι Πέτρος Ζερβός (σκιτσογράφος και προσωπικός φίλος του σκηνοθέτη), Βίκυ Παπαδοπούλου, Πόπη Τσαπανίδου, Γιάννης Τσορτέκης, Γιάννης Αναστασάκης και η 8χρονη Πωλίνα Δελατόλα.
Στη διάρκεια του Β Παγκοσμίου Πολέμου, δωδεκάχρονο αγόρι έρχεται αντιμέτωπο με τις κτηνωδίες που διαπράττουν τα στρατεύματα των Γερμανών εισβολέων στα εδάφη της σοβιετικής επαρχίας και αγωνίζεται για να διατηρήσει την αθωότητά του.
Η τελευταία και καλύτερη ταινία που γύρισε στην καριέρα του ο Ρώσος σκηνοθέτης (και συμμαθητής του Αντρέι Ταρκόφσκι στο σχολείο) χρειάστηκε να περιμένει πολλά έτη μέχρι να ολοκληρωθεί και χρηματοδοτήθηκε, προκειμένου να γιορτάσει τα σαραντάχρονα της νίκης των Σοβιετικών έναντι των Γερμανών. Τίποτα ηρωικό δεν συναντά, εν τούτοις, κανείς σε αυτή τη συγκλονιστική συμφωνία της βαρβαρότητας και του ανθρώπινου παραλόγου.
Αντλώντας από τις αποτρόπαιες μαζικές σφαγές που πραγματοποίησαν οι ναζιστικές δυνάμεις στα εδάφη αυτού που σήμερα αποτελεί τη Λευκορωσία, το φιλμ αποτελεί το κινηματογραφικό αντίστοιχο ενός υπερρεαλιστικού εφιάλτη, ιδωμένου στο μεγαλύτερο μέρος του μέσα από έντρομα παιδικά μάτια και βαμμένου ως επί το πλείστον με τα χρώματα του αίματος και της λάσπης.
Εναλλάσσοντας τον ντοκιμαντεριστικό ρεαλισμό με αναπάντεχα διαλείμματα λυρισμού, ο Κλίμοβ προσγειώνει σταδιακά τον θεατή σε μια μπαρόκ και συναισθηματικά εξοντωτική εμπειρία. Με τη βοήθεια μιας ηχητικής μπάντας στοιχειωμένης από ανάσες, κραυγές και χτυποκάρδια, ο σκηνοθέτης συλλαμβάνει σκηνές δυσβάσταχτης φρίκης και γνήσιου τρόμου και χρησιμοποιεί την παροξυσμική εικονογράφησή του για να διοχετεύει τακτικά ηλεκτροσόκ στον θεατή. Βεβαιώνοντας, έτσι, ότι τίποτε σε αυτό το εξπρεσιονιστικό και ασφυκτικό όραμα βίας δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητο. Και μετατρέποντας το «Ελα Να Δεις» σε μια από τις πιο σφοδρές αντιπολεμικές δηλώσεις που έχει συντάξει ποτέ το σινεμά.
Mία από τις πρώτες πρωταγωνιστικές εμφανίσεις του Ράσελ Κρόου και ουσιαστικά αυτή που του εξασφάλισε το εισιτήριο για το Χόλιγουντ, στο ρόλο του μέλους μιας εκτός ελέχγου νεοναζιστικής ομάδας της Μελβούρνης σε μια άγρια ταινία που ξεσήκωσε πλήθος συζητήσεων στην εποχή της και χάρισε στον πρωταγωνιστή της το βραβείο ερμηνείας του Αυστραλιανού ινστιτούτου κινηματογράφου.
http://youtu.be/Qaw976fjcZg?t=9m8s
O ΠΙΣΤΟΣ / THE BELIEVER – 2001 του Χένρι Μπιν
Άλλος ένας σημερινός χολιγουντιανός σούπερ σταρ, ο Ράιαν Γκόσλινγκ έκανε εντύπωση στα πρώτα βήματα της καριέρας του στο ρόλο ενος εβραίου που μετατρέπεται σε βίαιο αντισημίτη νεοναζί σε μια ταινία που κέρδισε το Μέγα Βραβείο της Κριτικής Επιτροπής στο φεστιβάλ του Sundance.
http://youtu.be/U4NdBOcHoA0?t=1m51s
ΤΟ ΚΥΜΑ / DIE WELLE – 2008 του Ντένις Κάνσελ
Το «Κύμα» διαδραματίζεται σε ένα σύγχρονο γερμανικό λύκειο και είναι σαν ένα πείραμα που μοιάζει με ανατομία του ναζισμού. Το πείραμα αυτό γίνεται στο πλαίσιο μιας εκπαιδευτικής εβδομάδας, στη διάρκεια της οποίας μια σχολική τάξη μετατρέπεται σε εκκολαπτήριο νεοναζί. Ενας αντικομφορμιστής καθηγητής, πρώην ακτιβιστής, αναλαμβάνει απρόθυμα να οργανώσει στην τάξη του ένα εργαστήριο πολιτικής επιστήμης και να διερευνήσει την έννοια της αυτοκράτειας (η απόλυτη εξουσία, η πλήρης ελευθερία, η αυτοκυριαρχία), η οποία αποτελεί, κατά τεκμήριο, θεμέλιο της δικτατορίας. Οι μαθητές, που συμμετέχουν εθελοντικά στο «πείραμα», τον εκλέγουν αρχηγό της τάξης και αρχίζουν σταδιακά να απεμπολούν την ατομικότητά τους στο όνομα του ομαδικού πνεύματος. Ο καταλύτης γι’ αυτή τη μετάλλαξη της συμπεριφοράς τους είναι η αυστηρή πειθαρχία. Στα μέσα της εβδομάδας ντύνονται ομοιόμορφα, θέτουν τα όριά τους με τον υπόλοιπο κόσμο και αναζητούν ένα σύμβολο ως κώδικα επικοινωνίας, αλλά και σημάδι ισχύος της ομάδας τους. Προς τα τέλη της εβδομάδας, χαιρετούν στρατιωτικά και επιδίδονται σε βιαιότητες. Η σχέση δασκάλου – μαθητή έγινε σχέση λοχία -στρατιώτη και το δημοκρατικό σχολείο μετατράπηκε αίφνης σε κέντρο νεοσυλλέκτων! Στο «Κύμα», που έχει καταιγιστικό ρυθμό, το σχολείο μοιάζει με γκρίζα ζώνη. Η αλληλεγγύη, η συλλογικότητα και τα ιδανικά που λείπουν από το κοινωνικό περιβάλλον των παιδιών είναι τα στοιχεία που δημιουργούν πρόσφορο έδαφος για πάσης φύσεως δικτατορίες. Μια κυτταρική ανάλυση του ναζισμού που θυμίζει το σινεμά του Μίκαελ Χάνεκε. Κόλουμπαϊν α λα γερμανικά.
ΡΩΜΗ ΑΝΟΧΥΡΩΤΗ ΠΟΛΗ / ROMA CITTA APERTA – του Ρομπέρτο Ροσελίνι – 1945
Η ταινία είναι ένα χαρακτηριστικό δείγμα του ιταλικού νεορεαλισμού. Κάτι που σημαίνει άρνηση χρησιμοποίησης επαγγελματιών ηθοποιών άρνηση του ντεκόρ και των στούντιο, άρνηση των αφηγηματικών συμβάσεων, αποδοχή ενός ρεαλισμού χωρίς όρια, όπου τα δραματουργικά «είδη» δεν είναι ποτέ σαφώς χωρισμένα και όπου αυτό που προέχει δεν είναι οι χαρακτήρες αλλά οι καταστάσεις.
Ως αισθητικό ανθρωπιστικό και πολιτικό ρεύμα, άσκησε μεγάλη επίδραση στον ευρωπαϊκό κινηματογράφο και χάρισε στην Ιταλία μια από τις πιο θαυμάσιε περιόδους κινηματογραφικής δημιουργίας.
Στην ταινία παρακολουθούμε τις περιπέτειες μιας ομάδας αντιστασιακών εναντίον των ναζιστών στη Ρώμη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Πρόκειται για μια ταινία-σταθμό στην ιστορία του κινηματογράφου, γυρισμένη αμέσως μετά το τέλος του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου. Φιλμ μανιφέστο με εκπληκτικές ερμηνείες.
http://youtu.be/hKVdrHSSEAs?t=3m24s
Η ΠΤΩΣΗ / DER UNTERGANG – 2004 του Όλιβερ Χιρσμπίγκελ Με τις τελευταίες αγωνιώδεις ημέρες του μεγαλύτερου εγκληματία όλων των εποχών Χίτλερ, που κατέληξαν στην αυτοκτονία του τον Απρίλιο του 1945 ασχολείται η ταινία «Η Πτώση» (Der Untergang) του γερμανού σκηνοθέτη Ολιβερ Χίρσμπιγκελ.
«Η Πτώση» δεν χάνει την ουσία ούτε για μια στιγμή, δεν συγκαλύπτει, δεν αποσιωπά, δεν ξεχνάει την πραγματική φύση του καθεστώτος: στις εισηγήσεις για εκκένωση του Βερολίνου για να σωθεί ο άμαχος πληθυσμός ο Χίτλερ απαντά «Αν ο πόλεμος χαθεί, δεν με αφορά αν χαθούν μαζί του και ανθρώπινες ζωές Δεν θα έχυνα στάλα δάκρυ γι αυτούς, γιατί θα πάθουν ό,τι τους αξίζει». Κάποια άλλη στιγμή ο Γκέμπελς θα συμπληρώσει ότι δεν νοιώθει κανέναν οίκτο για το γερμανικό λαό αφού ανέδειξε τους Εθνικοσοσιαλιστές στην εξουσία και θά πρεπε να γνωρίζει τι θα επακολουθήσει Μια κτηνωδία που υπογραμμίζεται όχι μόνο από τις εντολές του Χίτλερ για εκτέλεση στενών συνεργατών του- λίγες μέρες πριν ο ίδιος αυτοκτονήσει- αλλά και από τις εκτελέσεις απλών πολιτών που αρνούνται πια να πολεμήσουν, από ναζί αξιωματικούς που αμέσως μετά υψώνουν λευκή σημαία και παραδίδονται Το Βερολίνο έχει πια μεταβληθεί σε ερείπια, ολόκληρος ο πληθυσμός έχει αφεθεί στην τύχη του χωρίς τρόφιμα, συγκοινωνίες ή περίθαλψη των τραυματιών, η κατάληψη της πόλης είναι ζήτημα ωρών. Ο Χίτλερ και η Εύα Μπράουν αυτοκτονούν, ακολουθεί ο Γκέμπελς και η γυναίκα του που πρώτα θα δηλητηριάσει τα ίδια της τα παιδιά αφού «δεν αξίζει να ζήσουν σε ένα μέλλον χωρίς εθνικοσοσιαλισμό».
Το καλογραμμένο και ιστορικά ακριβές σενάριο της ταινίας βασίστηκε σε δύο βιβλία: το «Στο Μπούνκερ του Χίτλερ» του Γιοκίμ Φεστ αλλά και στο βιβλίο που γράφτηκε από την πραγματική γραμματέα του Χίτλερ, Τράουντλ Γιούνγκε «Bis zur letzten Stunde».
Αξίζει να γίνει ειδική αναφορά στην συγκλονιστική ερμηνεία του Μπρούνο Γκάντς («Τα φτερά του έρωτα»), που για τις ανάγκες του ρόλου μελέτησε οποιοδήποτε κινηματογραφικό ντοκουμέντο του Χίτλερ υπάρχει μεταφέροντας στην οθόνη κάθε μικρή χειρονομία ή ανεπαίσθητη σύσπαση του προσώπου του. Στην ερμηνεία του, απέδωσε έναν Χίτλερ κουρασμένο, νευρικό, με τρεμάμενο χέρι στα όρια της Πάρκινσον, εν τέλει έναν νέο Νοσφεράτου με έντονους μαύρους κύκλους στα μάτια που μέχρι την αυτοκτονία του συμπαρέσυρε στο θάνατο όσους περισσότερους ανθρώπους μπορούσε.
Oι ποιητές Χρίστο Μπότεφ (1848-1876) από το Καλοφέρ της Βουλγαρίας και Αριστοτέλης Βαλαωρίτης (1824-1879) από τη Λευκάδα είναι χαρακτηριστικοί εκπρόσωποι του επαναστατικού ρομαντισμού στα Βαλκάνια του 19ου αιώνα. Η ποίηση ήταν και για τους δύο όχι απλώς μια καλλιτεχνική δραστηριότητα αλλά μια μορφή πολιτικού ακτιβισμού. ‘Oμως, ο αποδέκτης του ποιητικού τους οίστρου δεν ήταν μόνο το κοινωνικό σώμα αλλά πρωτίστως ο ίδιος ο εαυτός τους. Η ποίηση και ο βίος τους, όπως και οι δύο θέλησαν, συγχωνεύτηκαν σε μια συνολική στάση ζωής. Επικαλούμενοι ως νομιμοποιητική αρχή την ποιητική τους ιδιότητα, παρουσιάστηκαν στο κοινό ως τιμητές, ως εκφραστές της συνείδησης του έθνους.
Ο Χρίστο Μπότεφ υπήρξε μια εξέχουσα μορφή της βουλγαρικής διανόησης, ασχολήθηκε με την ποίηση αλλά και τη δημοσιογραφία και στηλίτευσε τα κακώς κείμενα της οθωμανικής εξουσίας και κοινωνίας.
Το πρώτο ανώτερο εκπαιδευτικό ίδρυμα στο νεοελληνικό κράτος. Μαζί με το Ορφανοτροφείο και τα Αλληλοδιδακτικά Σχολεία, αποτέλεσε τον πρώτο καρπό της εκπαιδευτικής πολιτικής του Ιωάννη Καποδίστρια. Ο Κυβερνήτης έδινε ιδιαίτερη βαρύτητα στην παιδεία και τη θεωρούσε πρωταρχικό του στόχο για την ανασυγκρότηση του έθνους.
Το Κεντρικόν Σχολείον ιδρύθηκε τον Νοέμβριο του 1829 στην Αίγινα, με αντικείμενο την παραγωγή επιστημονικά καταρτισμένων δασκάλων και την προπαρασκευή όσων νέων ήθελαν να ακολουθήσουν ανώτατες σπουδές σε άλλους κλάδους. Η φοίτηση ήταν τριετής και τα μαθήματα, κυρίως, θεωρητικής κατεύθυνσης. Πολλοί από τους αποφοίτους του αποτέλεσαν τα πρώτα στελέχη της δημόσιας διοίκησης.
Πρωτολειτούργησε στις 2 Ιανουαρίου 1830 με έφορο τον Ανδρέα Μουστοξύδη και στεγάσθηκε αρχικά στο οίκημα, όπου παλαιότερα συνεδρίαζε το «Πανελλήνιον». Οι βασικοί δάσκαλοι ήταν ο Γεώργιος Γεννάδιος, που δίδασκε ελληνική γλώσσα, συντακτικό, ιστορία και γεωγραφία, και ο Ιωάννης Βενθύλος, που δίδασκε έλληνες ποιητές, μαθηματικά και γαλλικά. Υποδιδάσκαλοι διορίσθηκαν ο ζωγράφος Φώτιος Βότζας για το μάθημα της σκιαγραφίας και ο Αθανάσιος Αβραμιάδης για το μάθημα της μουσικής.
«Με τέτοιο χαλασμό, δεν είναι να κυκλοφορεί έξω κανένα πλάσμα του Θεού», σκέφτηκε φωναχτά ο Γιακουμής. Και πολύ καλά το είχε σκεφτεί, γιατί εκεί έξω λυσσομανούσε ο αέρας, ενώ η βροχή ήταν τόσο πυκνή που δεν μπορούσες να διακρίνεις απέναντι το σπίτι του Μήτσου του επιστάτη, κι ας ήταν μοναχά πενήντα μέτρα από την αποθήκη. Εκεί στην αποθήκη φύλαγε ο κύριος Δερβέτογλου όλα τα καλά του κόσμου, λάδι, αλεύρι, σαλάμια, όσπρια, τυριά, παστές σαρδέλες, τουρσιά και μαρμελάδες. Από εκεί κάθε πρωί ο Γιακουμής φόρτωνε την καρότσα με τα καλούδια για να μη λείψει τίποτα από το μπακάλικο του κυρίου Δερβέτογλου, το πιο ονομαστό, όχι μόνο στην πόλη τους, αλλά σε όλο το νομό. Κι εκεί ακριβώς, στη μεγάλη αποθήκη, ακούγοντας τις βροντές και τη μανία του αέρα, ο Γιακουμής αισθάνθηκε για πρώτη φορά τυχερός εκείνη την Παραμονή Πρωτοχρονιάς: τυχερός γιατί δεν χρειαζόταν να βρίσκεται έξω μια τέτοια νύχτα· τυχερός, γιατί ο Μήτσος ο επιστάτης τον αγαπούσε, παρόλο που τον έλεγε συνέχεια κουτορνίθι, κι είχε παρακαλέσει τον κύριο Δερβέτοβγλου να τον πάρει στη δούλεψή του, λίγο μετά που πέθανε η μάνα. Να ΄χει καλά ο Θεός τον κύριο Δερβέτογλου που αν και μεγάλος και τρανός, από τους πιο πλούσιους όχι μόνο στην πόλη τους, αλλά σε όλο το νομό, τον λυπήθηκε τον φουκαρά τον Γιακουμή -κι ας τον καρπαζώνει συχνά, φωνάζοντας «Α ρε Γιακουμή, δράμι νιονιό δεν έχεις».
Η παγκόσμια λογοτεχνική κοινότητα υποδέχθηκε με ενθουσιασμό τις τελευταίες μέρες, όχι την κυκλοφορία κάποιου σπουδαίου βιβλίου ή τη βράβευση ενός σημαντικού συγγραφέα, αλλά την ανακάλυψη μίας φωτογραφίας που εικάζεται πως απεικονίζει την κορυφαία Αμερικανίδα ποιήτρια Έμιλι Ντίκινσον (1830-1886). Μέχρι σήμερα, η μόνη επιβεβαιωμένη – διάσημη πλέον – φωτογραφία (για την ακρίβεια, δαγγεροτυπία) της Ντίκινσον χρονολογείται από το 1846 ή το 1847, όταν η ποιήτρια ήταν μόλις 16 ετών. Η παρουσίαση μίας δαγεροτυπίας που πιθανώς απεικονίζει την ποιήτρια έγινε σε συνάντηση της Παγκόσμιας Λογοτεχνικής Κοινότητας Έμιλι Ντίκινσον, στο Κλίβελαντ, από την ακαδημαϊκό Μάρθα Νελ Σμιθ, που ειδικεύεται στο έργο της Ντίκινσον. Παρότι δεν έχει αποδειχθεί ακόμη αν το πρόσωπο που απεικονίζεται είναι όντως η Ντίκινσον, οι πιθανότητες, βάσει ομοιοτήτων στην κατασκευή του προσώπου, είναι αρκετά μεγάλες. Η δαγγεροτυπία χρονολογείται από το 1859 ή 1850, έτος κατά το οποίο η Ντίκινσον είχε ήδη αποσυρθεί από τη δημόσια ζωή, σύμφωνα με τις επίσημες βιογραφίες της. Δίπλα στην Ντίκινσον απεικονίζεται, κατά πάσα πιθανότητα, η Κέιτ Σκοτ Τέρνερ, καλή φίλη της Ντίκινσον και, για ορισμένους ερευνητές, ίσως και ερωμένη της ποιήτριας.