
Η ιστορία του ματωμένου Κουρδιστάν από τον Τσερκέζ



Στα πλαίσια επίσκεψης μαθητών του 3ου ΓΕΛ Βόλου στο ελληνικό Λύκειο του Μονάχου της Γερμανίας όπου έγινε ενημέρωση για τα παιδαγωγικά δρώμενα των Ελλήνων μαθητών που διαμένουν στη Γερμανία, το σχολείο μας επισκέφθηκε την επόμενη μέρα τον τόπο θυσίας της ανθρώπινης ύπαρξης στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Νταχάου
Οι μαθητές ενημερώθηκαν για τις θηριωδίες και εγκλήματα του ναζισμού στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης, τα βασανιστήρια , τα πειράματα πάνω στον άνθρωπο και τη μανία του θανάτου που κατείχε η ναζιστική ιδεολογία.
Επισκεφθήκαμε το μουσείο του στρατοπέδου, τους εναπομείναντες κοιτώνες εγκλεισμού, το κρεματόριο.
Ένα παράξενο αίσθημα σιωπής ένοιωθες να περνάει μέσα από το είναι σου όταν βρισκόσουν στο δωμάτιο-κλειστό χώρο του ‘λουτρού’ κι έβλεπες πάνω από το κεφάλι σου τις μεταλλικές οπές τρύπες (μπορούσες να τις αγγίξεις) όπου διοχετεύονταν το θανατηφόρο αέριο Zyklon B που εξόντωνε Γερμανούς αριστερούς , Εβραίους, Πολωνούς , Τσεχοσλοβάκους, Ρώσους , Γάλλους και Ολλανδούς κρατούμενους. Ήταν το πρόγραμμα της Τελικής Λύσης των Ναζί να αφανίσουν τους εχθρούς του Ράιχ.
Οι μαθητές ενημερώθηκαν από την ξεναγό μας για τη βαρβαρότητα του Ναζιστικού καθεστώτος και της ιδεολογίας του
Καθώς φεύγαμε από το Νταχάου ένας μαθητής είπε : Η άγνοια οδηγεί στην επανάληψη της τραγικότητας . Όλα τα παιδιά συμφώνησαν.
Πηγή:https://www.alfavita.gr

Κλάους Κλίνγκερ
ΜΑΡΙΟΣ ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ
Οταν το Αrt της «Εφ.Συν.» πρότεινε να κάνουμε οδοιπορικό στα πολιτικά γκράφιτι των αθηναϊκών δρόμων, παρέα με τον Κλάους Κλίνγκερ, ίσως τον σπουδαιότερο Γερμανό καλλιτέχνη της πολιτικής τοιχογραφίας, η πρώτη φράση που μου ήρθε στο μυαλό ήταν «Ελα, παππού μου, να σου δείξω τα αμπελοχώραφά σου».
Παππούς δεν μοιάζει βέβαια ο Κλάους, που στα 65 του χρόνια οργώνει την υφήλιο ζωγραφίζοντας σκαρφαλωμένος σε σκαλωσιές, μαζί με μια πολυεθνική κολεκτίβα περίπου 100 καλλιτεχνών από 20 διαφορετικές χώρες. Πρόκειται για την παγκόσμια εικαστική και πολιτική κίνηση δημόσιας τέχνης Mural Global (Παγκόσμια Τοιχογραφία), που τελεί υπό την αιγίδα της UNESCO και έχει μέχρι σήμερα δημιουργήσει περίπου 100 μεγάλης κλίμακας έργα, σε χώρες όπως η Βραζιλία, η Κούβα, η Νικαράγουα, η Ινδία, η Σενεγάλη, η Τουρκία, η Ισπανία και φυσικά σε δεκάδες γερμανικές πόλεις.

Ενα κίνημα με σαφή αντιπολεμικό, ανθρωπιστικό και οικολογικό χαρακτήρα, χωρίς εταιρικούς χορηγούς και λάιφ-στάιλ περιτύλιγμα. Η UNESCO παρέχει απλώς την «ομπρέλα», οι καλλιτέχνες δεν έχουν άλλους οικονομικούς πόρους πέρα από μη κερδοσκοπικούς τοπικούς φορείς που καλύπτουν κάποια από τα έξοδα των έργων τους, ενώ συνήθως βάζουν χρήματα από την τσέπη τους.
Η Mural Global είναι πνευματικό παιδί του καλλιτεχνικού ρεύματος Farbfieber, του «Πυρετού των Χρωμάτων», που γιορτάζει φέτος 40 χρόνια δημιουργίας. Με αφορμή την επέτειο αυτή, ο Κλάους ταξίδεψε στην Ελλάδα, καλεσμένος του Δήμου Φιλαδέλφειας, συμμετέχοντας στην ομαδική έκθεση «Ενας κόσμος για όλους» – με πέντε κινούμενες πολιτικές τοιχογραφίες ισάριθμων καλλιτεχνών από διαφορετικές χώρες, ένας εκ των οποίων είναι ο «δικός» μας Μιχάλης Κουντούρης.

Με το δέος που προκαλεί το βαρύ βιογραφικό του Κλάους, και το εντυπωσιακό πορτφόλιο με έργα της ομάδας του στις τέσσερις άκρες του πλανήτη, ακολούθησα το οδοιπορικό της «Εφ.Συν.» με ανάμικτα συναισθήματα.
Τι θα πρωτοδείξουμε από τα βρόμικα στενά της Αθήνας, τα μισογκρεμισμένα ντουβάρια και τις πρώην λαϊκές περιοχές του Μεταξουργείου και του Ψυρρή, που έχουν μετατραπεί σε «διασκεδασουπόλεις», σε έναν άνθρωπο που έχει πάει παντού, έχει δει και έχει κάνει τα πάντα, αναλαμβάνοντας πρότζεκτ μεγάλης πνοής σε Ανατολή και Δύση; Διαψεύστηκα ευχάριστα.

Η περιήγηση στην τέχνη της πόλης μας μαζί με κάποιον «ξένο» βοήθησε να τη δούμε με άλλα μάτια. Οχι σαν τουριστικό αξιοθέατο ή απομίμηση δυτικών προτύπων, αλλά σαν αποτύπωση μιας αντιφατικής πραγματικότητας που ακριβώς επειδή τη ζούμε καθημερινά, έχουμε την τάση να τη σνομπάρουμε, θεωρώντας τη δεδομένη και τετριμμένη, ενώ δεν είναι.

Ο περίπατος ξεκίνησε από το Γκάζι και το παλιό αμαξοστάσιο της ΟΣΥ. Τα έργα του εικαστικού καλλιτέχνη ΙΝΟ με κοινή θεματολογία τον Λεονάρντο ΝταΒίντσι -με αφορμή την oμώνυμη έκθεση- ήταν η πρώτη μας στάση.
Τα μάτια της Μόνα Λίζα που κλείνουν στις κόρες τους έναν αστυνομικό και έναν διαδηλωτή με μολότοφ, ο Μυστικός Δείπνος με γραβατωμένες γκρίζες φιγούρες «διαπραγματευτών» και απλωμένα χέρια απελπισμένων ανθρώπων από κάτω, ο Ανθρωπος του Βιτρούβιου και η προσωπογραφία του Ντα Βίντσι κοσμούν τον τοίχο του αμαξοστασίου, σε ένα πολύπτυχο μήκους 90 μέτρων.
«Ο Κλάους έχει κάνει κάτι αντίστοιχο στο Πόρτο Αλέγκρε για το Παγκόσμιο Κοινωνικό Φόρουμ», μου λέει ο Μιχάλης Πατένταλης, συγγραφέας και πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Συγγραφέων Γερμανίας – που συνδιοργανώνει την έκθεση της Farbfieber στη Φιλαδέλφεια. «Ζωγράφισε τον Μυστικό Δείπνο με τους παγκόσμιους ηγέτες να τρωγοπίνουν ενώ κολυμπάνε στα σκατά. Η ειρωνεία είναι ότι στο σημείο που ζωγράφισε καταλήγει η αποχέτευση της πόλης και φυσικά βρομάει σκατά…»
Αργότερα τσέκαρα την τοιχογραφία του Πόρτο Αλέγκρε στην ιστοσελίδα mural-global.org. Πρόκειται για ένα βλάσφημο έργο που απεικονίζει τους ισχυρούς του κόσμου σαν γουρούνια, μέθυσους και άρπαγες, με το 20% να καταναλώνει το 80% των πόρων και τους εμπόρους όπλων να υποδύονται τους σωτήρες, ενώ ο πλανήτης βυθίζεται στη μόλυνση και τις ανισότητες.

Αν σας θυμίζει τις καρικατούρες του αντιφασίστα Γερμανού ζωγράφου Γκέοργκ Γκρος, δεν πέφτετε έξω. Εξίσου σημαντική επιρροή για τον Κλίνγκερ είναι οι Μεξικανοί τοιχογράφοι, ο Ριβέρα, ο Ορόσκο, ο Σικέιρος, όλοι τους στρατευμένοι, ο καθένας με τον τρόπο του, στην υπόθεση της επανάστασης και της απελευθέρωσης του λαού τους και της ανθρωπότητας.
Μεγαλώνοντας στον απόηχο του Γερμανικού Μάη του ’68, ο Κλίνγκερ μαθήτευσε πλάι στον σπουδαίο Γερμανό καλλιτέχνη Γκέρχαρντ Ρίχτερ στην Ακαδημία Καλών Τεχνών του Ντίσελντορφ. Φτασμένος εικαστικός ο ίδιος, αρνήθηκε τα ακαδημαϊκά πόστα, μολονότι του προσφέρθηκαν, προτιμώντας τους δρόμους. «Θέλω να πεθάνω στη σκαλωσιά πάνω», αστειεύεται με τους φίλους του.

Ο καυτός ήλιος δεν ενοχλεί τον Κλάους, που διαβαίνει τα κακοτράχαλα πεζοδρόμια του Κεραμεικού και του Μεταξουργείου σαν στο σπίτι του. Επόμενη στάση, η τοιχογραφία των Political Stencil σε μια εγκαταλειμμένη αλάνα στη συμβολή των οδών Λεωνίδου και Πλαταιών.
Εμπνευσμένη από τον πίνακα του Ντελακρουά «Η Ελευθερία οδηγεί τον Λαό», έχει στη θέση της γυμνόστηθης Ελευθερίας τον ξεβράκωτο «μακεδονομάχο» των εθνικιστικών συλλαλητηρίων, πλαισιωμένο από μια σειρά γνώριμες νεοελληνικές φιγούρες – τον τσολιά της Ελληνοφρένειας, έναν παπά με εικόνισμα, τον κύριο με το κολονάτο ποτήρι κρασί στα συλλαλητήρια της πλατείας Συντάγματος που άθελά του έγινε συνώνυμο των «μενουμευρωπαίων»….
Δεν ξέρω τι αναγνωρίζει από όλα αυτά ο Κλάους Κλίνγκερ, αλλά σίγουρα ως καλλιτέχνης που έχει αφιερώσει τη ζωή του στον μαχόμενο διεθνισμό, το αντιεθνικιστικό μήνυμα του έργου τον βρίσκει σύμφωνο. Αφού περιπλανηθήκαμε λίγο ακόμα, καταλήξαμε στο παλιό κτίριο της Πυροσβεστικής στη Σαρρή, όπου εκτίθενται έργα πολλών καλλιτεχνών του δρόμου.
Στον πλαϊνό τοίχο, στο στενάκι της Ρήγα Παλαμίδου, είναι το πασίγνωστο πλέον γκράφιτι με το θρυλικό Λουκάνικο, τον «σκύλο των ελληνικών εξεγέρσεων» όπως τον είχε βαφτίσει το περιοδικό Time. Το γκράφιτι της ομάδας των Smart-Grams-Martinez χρονολογείται από το 2014, όταν ο τετράποδος επαναστάτης μάς άφησε χρόνους.
Πλαισιωμένο από εξίσου όμορφα, αλλά όχι απαραίτητα πολιτικά γκράφιτι, έχει πια μετατραπεί σε ατραξιόν των «εναλλακτικών τουρ» της Αθήνας. «Τέλεια ευκαιρία για ίνσταγκραμ εδώ», γράφει ειρωνικά ένα στένσιλ, υπενθυμίζοντας ότι η επανάσταση, όταν πεθαίνει, γίνεται τουρισμός.
«Σημασία έχει να μην αφήσουμε ούτε εκατοστό τοίχου στους ναζί», είπε στην ομιλία του στον Δήμο Φιλαδέλφειας ο Κλάους Κλίνγκερ. Τι θα ζωγράφιζε ο ίδιος στους τοίχους της Αθήνας;
«Δεν ζωγραφίζω ποτέ κάτι επειδή έτσι μου ήρθε. Πρώτα θα μελετήσω την αρχιτεκτονική κάθε χώρου, θα μιλήσω με τον κόσμο, για τα προβλήματά τους, τις ιδέες τους… Σε αντίθεση με τους καλλιτέχνες των γκραφίτι, εμείς καλούμε τον κόσμο να συμμετέχει. Σε μια υποβαθμισμένη περιοχή έξω από το Ντίσελντορφ, όπου κοιμούνται άστεγοι και κλοσάρ, πήγαμε με μια ζωγράφο από τη Ναμίμπια και ζήσαμε έναν μήνα μαζί τους. Αφού πρώτα τους γνωρίσαμε, ζωγραφίσαμε μαζί με τα παιδιά, τότε μόνο επιλέξαμε όλοι μαζί το θέμα που θα κάνουμε.
»Προβλήματα που απασχολούν την κοινότητα εκεί, η μόλυνση, το δικαίωμα στη στέγη, η κλιματική αλλαγή… Οταν το ζωγραφίζαμε, έγινε μια μεγάλη γιορτή για όλη τη γειτονιά. Οι άνθρωποι βγήκαν στα μπαλκόνια τους και πίνανε μπίρες. Μέχρι που ζωγραφίσαμε κι εμείς ένα μπαλκόνι πάνω στον τοίχο…».
Τέχνη Ή βανδαλισμός;

Ελεύθερη έκφραση ή οικειοποίηση δημόσιου χώρου; Διαμαρτυρία ή αμφισβήτηση των θεσμών και της αστικής δημοκρατίας;
Ας μην ξεχνάμε πως μια εικόνα αξίζει όσο χίλιες λέξεις αποτυπώνοντας όλη τη δυναμική της κάθε εποχής. Ειδικά μια εικόνα δημιουργημένη στους δρόμους και στους τοίχους, από το ζωντανό κομμάτι της κοινωνίας μας, που είναι οι καλλιτέχνες της στριτ αρτ, οι οποίοι πάντα παρεμβαίνουν γρήγορα και δυναμικά.
Ο πρώτος προϊστορικός καλλιτέχνης με την ομάδα του σκάλισε και ζωγράφισε πριν από 40.000 χρόνια τα προβλήματα της μικρής του κοινωνίας στο Μάρος της Ινδονησίας. Ολος ο κόσμος και η Ιστορία είναι γεμάτοι με την ανάγκη του ανθρώπου να εκφράσει τη ζωή και την εποχή του σε μεγάλες επιφάνειες, να ικανοποιηθεί αλλά και να ξορκίσει τα κακώς κείμενα.
Από τα υπέροχα διακοσμημένα σπήλαια στο Σοβέ και το Λασκό της Γαλλίας, την ισπανική Αλταμίρα μέχρι τα γκράφιτι «monikers», δημιουργημένα στα τέλη του 1800 από τους μετανάστες εργαζόμενους (hobos) στους σιδηρόδρομους των ΗΠΑ, οδηγούμαστε στο συμπέρασμα πως η ομαδική καλλιτεχνική έκφραση πρέπει να είναι καταγεγραμμένη στο ανθρώπινο γονίδιο, παρά τις πολιτισμικές διαφορές.
Το ίδιο συμβαίνει και στις μέρες μας σε όλα τα πλάτη της Γης, καθώς μια εικόνα δημιουργείται στις φαβέλες του Ρίο για την κλιματική αλλαγή και τη φτώχεια κάτω από τη χλιδή του Μουντιάλ, στη μαρτυρική Γάζα που αντέχει ακόμα τα πυρά των Ισραηλινών ζωγραφίζοντας το τείχος που οικοδομείται, στο Ντόβερ με το αστέρι της Βρετανίας να αφαιρείται λόγω Brexit από τον Banksy, στη Βενεζουέλα του Τσάβες που ολοζώντανα χαμογελά ακόμα ελπιδοφόρα, στην Ιρλανδία του Μπέλφαστ για τον IRA που ακόμα φέρνει πάθη, στη Νέα Υόρκη για το κίνημα Occupy, στη μνημονιακή Λισαβόνα, στην καταπιεσμένη Τεχεράνη, στη Δαμασκό του πολέμου, στο πολυπολιτισμικό Βερολίνο για τους πρόσφυγες και το νεκρό κορμάκι του Αϊλάν Κουρντί…
Κι όλες οι εικόνες ταξιδεύουν και κυκλοφορούν ελεύθερα φέρνοντας τη διαμαρτυρία, τον θυμό και την οργή ως πολιτική και κοινωνική παρέμβαση αλλά και καλλιτεχνική έκφραση που δεν εμπορεύεται.
Ας αφουγκραστούμε με τα μάτια της ψυχής για να… καταλάβουμε επιτέλους αυτό που μας φωνάζουν οι τοίχοι και οι δρόμοι.
ΑΓΝΗ ΚΑΤΣΙΟΥΛΑ
Πηγή:https://www.efsyn.gr

Οι δυο από τους τρεις ερευνητές των Forensic Architecture που συνυπογράφουν την έκθεση για τον Ζακ Κωστόπουλο, Στέφανος Λεβίδης και Χριστίνα Βαρβία
Το σημαντικό βίντεο της ερευνητικής ομάδας των Forensic Architecture με τίτλο «Ο βίαιος θάνατος του Ζακ Κωστόπουλου» δημοσιοποιήθηκε το βράδυ της Δευτέρας 8 Απριλίου στο ανεξάρτητο δημοσιογραφικό μέσο OmniaTv.
Διαδόθηκε αστραπιαία σε ΜΜΕ και μέσα κοινωνικής δικτύωσης, κάνοντας όσους το είδαν –και είναι πολλές χιλιάδες– να αναρωτιούνται: «Ποιος είναι ο άντρας με το κίτρινο μπλουζάκι;»
Το ερώτημα έθεσαν από την πρώτη στιγμή στην αστυνομία οι συνήγοροι του Ζακ, για να πάρουν την απάντηση ότι «είναι αδύνατον να τον ταυτοποιήσουμε». Μετά το αποκαλυπτικό βίντεο, όμως, η απάντηση αυτή γίνεται όλο και λιγότερο πειστική.
Στο εξάλεπτο βίντεο καταγράφεται ευκρινώς η μορφή ενός άντρα με χαρακτηριστική εμφάνιση (κίτρινο μπλουζάκι με μπλε στάμπα, ξεβαμμένο τζιν, αθλητικά με πράσινες σόλες, μαύρο ρολόι), ο οποίος είναι παρών σε όλη τη διάρκεια των γεγονότων που οδήγησαν στον βίαιο θάνατο του Ζακ Κωστόπουλου, στις 21 Σεπτεμβρίου 2018 στη Γλάδστωνος.
Από τον συνδυασμό του βιντεοληπτικού υλικού προκύπτει ότι ο άντρας αυτός όχι μόνο ήταν αυτόπτης μάρτυρας του λιντσαρίσματος του Ζακ από τον κοσμηματοπώλη και τον μεσίτη συνεργό του, αλλά ήταν δίπλα στην ομάδα ΔΙΑΣ κατά τη διάρκεια της βίαιης σύλληψής του – το «δεύτερο λιντσάρισμα του Ζακ» όπως το αποκάλεσαν.
Επιπλέον εικονίζεται στα καρέ που ανέλυσαν οι Forensic Architecture να κρατάει αντικείμενο που μοιάζει εξαιρετικά με πτυσσόμενο αστυνομικό κλομπ.
Το βίντεο κατατέθηκε στον εισαγγελέα-ανακριτή από τις 12 Μαρτίου· 1η Απριλίου κατατέθηκε στις αρχές προκαταρκτική έκθεση ανάλυσης του οπτικοακουστικού υλικού, που καταδεικνύει ότι, εκτός από τα διαθέσιμα βιντεοληπτικά αρχεία, υπάρχουν 12 καταγεγραμμένες ορατές κάμερες (κινητά τηλέφωνα στραμμένα στο συμβάν, φωτογραφική μηχανή, επαγγελματική βιντεοκάμερα), που μπορεί να έχουν υλικό που δεν έχει παραδοθεί.
Χάρη στην κατάθεση του βίντεο, ο ανακριτής συνεχίζει τις έρευνες για τον εντοπισμό του ανθρώπου με το κίτρινο μπλουζάκι, ενώ ήταν έτοιμος να κλείσει την προανάκριση.
Τρεις ερευνητές των Forensic Architecture που συνυπογράφουν την έκθεση για τον Ζακ Κωστόπουλο, η Χριστίνα Βαρβία, ο Στέφανος Λεβίδης και ο Νικόλας Ζέμπασης, μίλησαν στην «Εφ.Συν.» για τις έρευνές τους και τα νέα ερωτήματα που γεννιούνται μετά το αποκαλυπτικό βίντεο.

«Η δολοφονία του Ζακ Κωστόπουλου έγινε λίγες μέρες μετά την παρουσίαση του βίντεο των Forensic Architecture για τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα στη δίκη της Χρυσής Αυγής. Ο αδελφός του Ζακ μάς ζήτησε να συνδράμουμε. Ξεκινώντας να ερευνούμε συνειδητοποιήσαμε ότι δεν έχουμε αρκετό υλικό.
»Προσπαθούμε να πείσουμε τον ανακριτή και την αστυνομία να συλλέξουν περισσότερο υλικό, να συμπεριληφθεί στη δικογραφία. Εμεις προς το παρόν προσπαθούμε να γεμίσουμε τα κενά μιας ελλιπούς ανακριτικής διαδικασίας», μας λέει η Χριστίνα.
Η απροθυμία των αστυνομικών αρχών να συνδράμουν, ως οφείλουν, στην έρευνα με αποδεικτικό υλικό έγινε από την αρχή εμφανής, μας λένε οι ερευνητές.
«Γι’ αυτό απευθύνουμε έκκληση για οπτικοακουστικό υλικό μέσα από την πλατφόρμα zakcallforevidence.org/# – όπου μπορεί κάποιος να επικοινωνήσει ακόμα και ανώνυμα. Επίσης δημοσιεύσαμε την έκθεση που αναλύει όλες τις ορατές κάμερες. Μπορούμε να εικάσουμε με έναν βαθμό σιγουριάς ποιοι βιντεοσκοπούσαν», συνεχίζει ο Νικόλας.

Forensic Architecture, 2019
Μετά την κυκλοφορία του βίντεο, τα σενάρια για την ταυτότητα του άντρα με το κίτρινο μπλουζάκι οργιάζουν. Τι εκτιμούν οι ίδιοι:
«Ξέρουμε ότι οι συνήγοροι της οικογένειας ζήτησαν από τον ανακριτή να κάνει έκκληση στην αστυνομία να τους πει μήπως είναι αστυνομικός. Σε μία μόλις μέρα είπε η αστυνομία ότι δεν είναι αστυνομικός και δεν μπορούν να τον βρουν. Δεν προσπάθησαν καν. Προφανώς αυτό μας ανησύχησε. Βλέπουμε επίσης ότι ο άντρας αυτός κρατάει κάτι που φαίνεται σαν κλομπ. Πώς επιτρέπεται πολίτης να κρατάει κλομπ δίπλα στην αστυνομία την ώρα της σύλληψης;» μας απαντάει ο Στέφανος.
Θεωρούν ότι το βίντεο και η έκθεση που το συνοδεύει αλλάζουν τα δεδομένα στις έρευνες;
«Σίγουρα. Το γεγονός ότι πήραμε αυτό το άτομο και το χρησιμοποιήσαμε ως κοινό νήμα στην υπόθεση είναι κάτι που δεν παρατηρήσαμε αλλού. Αυτόν τον ρόλο μπορούμε να παίξουμε, με βάση τις πληροφορίες που έχουμε.
»Αν θέλουν οι αρχές να βρουν την εμπλοκή που έχει αυτός ο άνθρωπος με την υπόθεση ή αν έρθει κάποια νέα μαρτυρία, μπορούμε να συνεχίσουμε την έρευνα από εκεί».
«Υπάρχει βίντεο που δεν υπάρχει στη δικογραφία, αλλά υπάρχει στο YouTube. Ιστοσελίδες και κανάλια έχουν εκδοχή με περισσότερο υλικό που δημοσιεύουν μονταρισμένη. Πώς γίνεται ένα έγκλημα να πηγαίνει στο δικαστήριο και η δικογραφία να έχει λιγότερο υλικό από ό,τι τα ΜΜΕ; Αυτό είναι τραγικό, δεν μπορώ να φανταστώ να συμβαίνει σε άλλη χώρα», αναρωτιέται η Χριστίνα Βαρβία.
Οι έρευνες των Forensic Architecture για την υπόθεση του Ζακ Κωστόπουλου και για τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα συμπεριλαμβάνονται στην έκθεση Forever More Images, της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών.
«Χρησιμοποιούμε την ευκαιρία της έκθεσης ως μοχλό πίεσης. Δεν γίνεται να έχεις υπάρξει μάρτυρας σε μια σκηνή εγκλήματος και να μην παραδίδεις το υλικό», καταλήγει η Χριστίνα.
Οσο για το ερώτημα τι αποθαρρύνει τον κόσμο να μιλήσει, η απάντηση είναι μονολεκτική: «Ο φόβος».
Οι Forensic Architecture είναι διεθνής διεπιστημονική ομάδα, με έδρα το Πανεπιστήμιο Goldsmiths. Ερευνούν υποθέσεις παραβιάσεων ανθρώπινων δικαιωμάτων, με εργαλεία χωρικού σχεδιασμού και πολυμεσικής ανάλυσης. Συχνά τα πειστήρια κατατίθενται σε εθνικά ή διεθνή δικαστήρια, αλλά παράλληλα εκτίθενται στον δημόσιο διάλογο.
Πηγή:https://www.efsyn.gr
«Ερχονται οι ξένοι και θα μας φάνε. Θα αλλοιώσουν τον πολιτισμό μας, τη θρησκεία μας. Σε λίγο θα είμαστε μειονότητα μέσα στην ίδια μας την πατρίδα». Αυτά είναι μερικά από τα πιο συνηθισμένα επιχειρήματα υπερπατριωτών και ακροδεξιών.
Οσο «φωνακλάδικα» κι αν είναι όμως, ίσως τελικά να μη συναντούν την απήχηση που φαντάζονται οι εμπνευστές τους. Και όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και αλλού.
Αυτό τουλάχιστον δείχνει έρευνα που διεξήγαγε σε 14 χώρες της Ε.Ε. το YouGov για λογαριασμό του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Διεθνών Σχέσεων (European Council on Foreign Relations /ECFR).

«Έλα σκατότουρκε, έλα Εβραίε, απεσταλμένε από τους γύφτους· έλα να ακούσεις τα κέρατά σας, γαμώ την πίστιν σας και τον Μωχαμέτη σας. Τι θαρεύσετε κερατάδες…Δεν εντρέπεσθε να ζητείτε ’’από ημάς’’ συνθήκην με “έναν” κόντζιά σκατό-Σουλτάν Μαχμούτην –να τον χέσω και αυτόν και τον Βεζίρην σας και τον Σιλιχτάρ Μπόδα την πουτάνα».
Με αυτό το ακατάσχετο υβρεολόγιο «έλουσε» εν έτει 1823 ο Γεώργιος Καραϊσκάκης τον απεσταλμένο του Τούρκου στρατιωτικού αρχηγού των Τρικάλων, Σιλιχτάρ Μπόδα, όταν εκείνος πήγε να συναντήσει τον πρώτο στα Άγραφα για μια από τις τετριμμένες «συνομιλίες κορυφής» με θέμα τη στάση που θα τηρούσαν οι αρματολοί της περιοχής απέναντι στις σχεδιαζόμενες εκστρατείες των Τούρκων.
Η γνώμη όσων γνώρισαν το Γεώργιο Καραϊσκάκη και πολέμησαν μαζί του δεν αφήνει περιθώρια αμφισβήτησης για το σύνολο των προτερημάτων που τον χαρακτήριζαν. Ο ίδιος ο Κιουταχής είχε αναγνωρίσει την αξία του, αρεσκόμενος μάλιστα να αντιμετωπίζει τις μεταξύ τους μάχες, από το Μεσολόγγι (1825) έως την πολιορκία της Ακρόπολης (1827) ως προσωπικές μονομαχίες.
Ο μεγαλύτερος, μαζί με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, πολέμαρχος του 1821 ήταν ένας άνδρας «ακούραστος εις τους αγώνας» (Χριστόφορος Περραιβός), «μεγαλόδωρος και ευεργετικός» (Γεώργιος Γαζής), «αρείτολμος και καλός στρατηγός» (Σπυρομήλιος), «ατρόμητος» (Ιωάννης Κωλέττης), με «νουν ακατέργαστον αλλά γεννητικότατον και οξύτατον» (Παναγιώτης Σούτσος) και «επίμονον γενναιότητα» (Andre Louis Gosse, Ελβετός φιλέλληνας γιατρός). Όπως το έθεσε με μία λέξη ο Νικόλαος Κασομούλης ήταν «Αρχηγός» με άλφα κεφαλαίο.
Το αγιογραφικό αυτό πορτρέτο έχει και ένα…ψεγάδι. Όλοι οι προαναφερθέντες, και οι κυρίως οι επίσημοι βιογράφοι του, Γεώργιος Γαζής και Δημήτριος Αινιάν, αλλά και ο Νικόλαος Κασομούλης που τον έζησε από κοντά και του αφιερώνει εκτεταμένα αποσπάσματα στα «Ενθυμήματά» του, δεν θα μπορούσαν να παραγνωρίσουν ή να προσπεράσουν ένα άλλο ίδιον του χαρακτήρα του: τη μεγάλη αθυροστομία του. «Γλώσσα φύσει αχαλίνωτος», σύμφωνα με το Δ. Αινιάνα, ο Καραϊσκάκης ξεχώριζε μάλλον από τους υπόλοιπους αρχηγούς λόγω της συνεχούς χρήσης βωμολοχιών και βρισιών στην ομιλία του.
Οι βρισιές που χρησιμοποιούσε, όπως μας παρατίθενται από τις διάφορες πηγές, σκιαγραφούν μια προσωπικότητα που αξιοποιούσε κατ’ επανάληψη κάθε περιθωριακή λέξη του περιορισμένου λεξιλογίου του σε δημιουργικές συνθέσεις. Σύμφωνα με την καθηγήτρια του Νέου Ελληνισμού κ. Μαρία Ευθυμίου, αυτό έφτανε σε επίπεδο παραληρήματος και η βωμολοχία του «ήταν τόσο συνεχής και έντονη που οι συναγωνιστές του χρειάστηκε να αποδεχθούν το ελάττωμά του ως «χούι», προκειμένου να μπορέσουν να συνυπάρχουν και να συμπολεμούν μαζί του». Με λίγα λόγια, ο άνθρωπος ήταν ένας αληθινός ποιητής της βωμολοχίας.
Αυτό δεν είναι φυσικά κάτι που μας ξενίζει. Οι περισσότεροι Έλληνες που πήραν μέρος στην Επανάσταση ήταν άνθρωποι λαϊκής καταγωγής, κατά συντριπτική πλειοψηφία αγράμματοι και προφανώς ελάχιστα δεσμευμένοι από τους κανόνες της λεκτικής ευπρέπειας. Ακόμα και οι στοιχειωδώς ή επαρκώς μορφωμένοι δεν έλεγχαν πάντοτε τη γλώσσα ή τη γραφίδα τους, ειδικά μέσα στη δίνη των φατριασμών και των πολιτικών παθών. Ο Κανέλλος Δεληγιάννης αποκαλούσε τον Κολοκοτρώνη «σκατόβλαχο» και ο Παλαιών Πατρών Γερμανός τον Παπαφλέσσα «εξωλέστατο»…Σε ό,τι μπορούμε να γνωρίζουμε αλλά και να υποθέτουμε σήμερα, οι συνήθειες της τοτινής ομιλίας έχουν μικρή σχέση με όσα τελικά απαθανατίστηκαν στον απομνημονευματικό λόγο, αφού οι ακούσεις και εκούσιες συμβάσεις του γραπτού κειμένου εξοβέλισαν κατά τεκμήριο την αμεσότητα της γλωσσικής υπερβολής, στερώντας μας την τύχη της άμεσης επικοινωνίας με το γλωσσικό και πολιτισμικό σύμπαν εκείνων των χρόνων.
Συνηθέστερο μέτρο κρίσης αποτελούν περιπτώσεις όπως ο Χριστόφορος Περραιβός, ένας από τους πλέον μορφωμένους αγωνιστές, ο οποίος αντιδιαστέλλει το κομπολοί προτερημάτων του Καραϊσκάκη με τα δύο, μεταξύ άλλων, βασικά ελαττώματά του: «αισχρολόγος καθ’ υπερβολήν» και «πικρός υβριστής των ανάνδρων, πολλάκις και των φίλων». Η παρατήρηση αυτή ενέχει μια επικριτική διάσταση που μας επιτρέπει να κατανοήσουμε πολλά για την πολιτιστική «νομιμοποίηση» του Αγώνα. Πρώτο συμπέρασμα είναι πως η βωμολοχία δεν είναι ανεκδοτολογικό ιστορικό στοιχείο αλλά αναπόσπαστο κομμάτι της πολυσύνθετης κληρονομιάς του 1821.
Το μεσαιωνικό πρότυπο του ιππότη-πολεμιστή, όπως πλαθόταν ασυνείδητα στο φαντασιακό των επιγόνων της πολεμικής γενιάς και φτάνει ως τις μέρες μας μέσα από τη στιλπνότητα των επετειακών πανηγυρικών λόγων, καταρρέει με αστείο θα λέγαμε τρόπο μπροστά σε λέξεις και φράσεις όπως «πούτζος» ή «ο Τούρκος μας εγάμησε το κέρατο», που καταγράφηκαν από πολεμιστές-συγγραφείς όπως ο Κασομούλης και ο Μακρυγιάννης με συνειδητή ευαισθησία απέναντι στο ατομικό και συλλογικό πάθος. Ήταν τελικά τέτοιοι αυτοχειροτονημένοι «γραφιάδες» που αντιλήφθηκαν (και σίγουρα δεν το έκαναν ασυνείδητα) πως η παράθεση υβριστικών λέξεων εξυπηρετεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τους ευγενείς στόχους μιας αυθεντικής συγγραφής. Εν τέλει, οι γλωσσικές «ακαθαρσίες» του Καραϊσκάκη ανήκουν στα πλέον αυθεντικά ίχνη ενός χαμένου κόσμου που φτάνει σε μας αλλοιωμένος από τον παραμορφωτικό καθρέφτη των εθνικών φαντασιώσεων που χρησιμοποιούν τους εξιδανικευτικούς πίνακες με τις λευκοσιδερωμένες φουστανέλες ως μοντέλα πολιτικής ορθότητας.
Αν κατατάσσαμε τον Καραϊσκάκη απλώς ως «βωμολόχο», θα τον αδικούσαμε. Η ελευθεριότητα χαρακτήριζε όλες τις κινήσεις του. Όσο ήταν στην αυλή του Αλή-Πασά, είχε μοστράρει επιδεικτικά τα γεννητικά του όργανα στο γιο του Αλή, Μουχτάρ Πασά χορεύοντας επίτηδες μπροστά του με τρόπο ώστε να σηκωθεί η φουστανέλα του, ενώ είναι πασίγνωστο πως στη Μάχη στο Κομπότι της Άρτας (Ιούλιος 1821) ανέβηκε σε ένα βράχο και για να ερεθίσει τους Τούρκους, σήκωσε τη φουστανέλα δείχνοντας τα οπίσθιά του μέχρι που ένας «Γκέκας» τον πυροβόλησε και τον τραυμάτισε στη μέση του «καυλού» (Γεώργιος Γαζής). Γενικά ήταν αυτό που θα λέγαμε πολύ μεγάλο «πειραχτήρι». Έχοντας πολύ δυνατά νεύρα, γνώριζε να εκτονώνει την ένταση στις δύσκολες στιγμές.
Οι συχνοί αστεϊσμοί του ήταν το καλύτερο αγχολυτικό τις παραμονές της μάχης και χαλάρωναν πάντα τους συντρόφους του που προσέβλεπαν πάντα σε εκείνον. Ο αυτοσαρκασμός του δεν είχε όριο και στρεφόταν συχνά γύρω από το θέμα της ασθένειάς του και τις θέρμες οι οποίες τον καθήλωναν συνεχώς στο κρεβάτι («είμαι ζαμπούνης» έλεγε και ξανάλεγε). Μια μέρα που η ασθένειά του είχε υποτροπιάσει (έπασχε από καλπάζουσα φυματίωση) δέχτηκε την επίσκεψη ενός καινούριου γιατρού που ήθελε να τον εξετάσει. Για να τον δοκιμάσει, ο Καραϊσκάκης έκρυψε κάτω από τα σκεπάσματα έναν από τους άνδρες του. Ο γιατρός έπιασε το χέρι του παλικαριού αντί για το δικό του και του είπε: «Στρατηγέ, οι δυνάμεις σου έχουν πέσει πολύ». Αφού τίναξε τα σκεπάσματα και ο γιατρός κατάλαβε έκπληκτος πως είχε εξετάσει χέρι αλλουνού, απάντησε στο γιατρό: «Ο πούτσος μου έπεσε μωρέ, όχι οι δυνάμεις μου!».
Όλοι οι μελετητές του Αετού της Ρούμελης, από τον Αινιάνα και το Γαζή έως τους σύγχρονους Γιάννη Βλαχογιάννη και Δημήτριο Φωτιάδη, εξηγούν την ελευθεροστομία του μέσα από τις συνθήκες της γέννησης και της ανατροφής του. Φαίνεται πως η χρήση «κοσμητικών» επιθέτων δεν ήταν απλώς η ασυνείδητη αμεσότητα με την οποία επικοινωνούσε με το περιβάλλον του, όσο ένας μηχανισμός άμυνας απέναντι στις δύσκολες συνθήκες φυσικής και κοινωνικής επιβίωσης. Βρίζοντας αισθανόταν δυνατός, λες και «όλες οι καταπιεσμένες δυνάμεις της ψυχής του να μεταβάλλονται σε κρουνούς δημιουργίας». Αν χρησιμοποιούσαμε αυστηρούς ψυχομετρικούς όρους, θα λέγαμε πως ο Καραϊσκάκης υπέφερε από «κόμπλεξ».
Ως καρπός του παράνομου έρωτα ενός κλέφτη καπετάνιου και μιας καλόγριας, βίωσε από παιδί έναν έντονο κοινωνικό αποκλεισμό που τον σημάδεψε και τον απομάκρυνε από κοινωνικές νόρμες εφοδιάζοντάς τον με μια διάθεση εχθρότητας και οργής για τον έξω κόσμο. Προκειμένου να ξεπεράσει την οργή του απέναντι σε αυτούς που τον αποκαλούσαν «μούλο» και τις μανάδες που τον χρησιμοποιούσαν ως αντιπαράδειγμα για τα παιδιά τους, έβρισκε διέξοδο στον παραληρηματικό βωμολοχικό λόγο. Ένας σύγχρονος βιογράφος του γράφει πως «η συνείδηση της αμαρτωλής μάνας του θα τον κάνει σαρκαστή κάθε ηθικής και κοινωνικής συμβατικότητας. Θα τον απογυμνώσει από το σεβασμό που τρέφει κάθε άνθρωπος για αυτούς που τον έφεραν στη ζωή, απαλλάσσοντάς τον επομένως από κάθε ηθικό δισταγμό» (Νίκος Κυρ. Αναστασόπουλος, Γεώργιος Καραϊσκάκης. Ο γιος της καλογριάς. Φως στην ψυχοσύνθεση, στη δράση και στο θάνατό του. Αθήνα 2004, σ. 26).
Για τη μητέρα του, περίφημη κι εκείνη «δια την τολμηρότητα και δια την γλώσσαν της» (Δ. Αινιάν), ο Καραϊσκάκης συνήθιζε να λέει απαξιωτικά: «Εμένα η μάνα μου έφαγε σαράντα χιλιάδες ψωλές ώσπου να με γεννήσει». Εξάλλου, τη διάσημη προσφώνηση «γιος της καλογριάς» την χρησιμοποιούσαν λιγότερο οι άλλοι και περισσότερο ο ίδιος για να υποβαθμίσει σκόπιμα τον εαυτό του μπροστά στους συνομιλητές του (η μεγαλομανία σίγουρα δεν ανήκε στα γνωρίσματα του χαρακτήρα του) ενώ η ευθεία απόρριψη του προτύπου της οικογένειας που ο ίδιος ποτέ δεν ένιωσε, προεκτείνεται και στην οικογένεια που δημιούργησε. Ακόμα και στη γυναίκα του, Γκόλφω, δεν πρόσεχε τη γλώσσα του. Μετά το ξέσπασμα της Επανάστασης, η γυναίκα του είχε εγκατασταθεί στον Κάλαμο και αργότερα στα Επτάνησα όσο ο ίδιος βρισκόταν ή κυνηγημένος ή στον πόλεμο. Όταν την επισκέφθηκε, κάποια από τα παλικάρια της συνοδείας του ρίχτηκαν στις ψυχοκόρες της κι εκείνη του διαμαρτυρήθηκε οπότε για να την καθησυχάσει (;) ο αθυρόστομος άνδρας της, της είπε: «Έγνοια σου μωρή, έχω και για σένα πούτσο…Μη μου χολιάζεις!». Όταν αργότερα έμαθε πως η γυναίκα του τον είχε απατήσει, αποφάσισε να τη χωρίσει και να παντρευτεί την όμορφη κόρη του μεγαλοτσιφλικά των Αγράφων Τσολάκογλου, το υποστατικό του οποίου είχε ρημάξει όταν ήταν κλέφτης. Σύντομα όμως έχασε το ενδιαφέρον του και, αφού πέταξε την εικόνα της στα πόδια των στρατιωτών του, φώναξε: «Όποιος την πρωτοπάρει να την έχει! Να την χέσω την πουτάνα!». Αυτές οι εκφράσεις δεν είναι απαραίτητα μισογυνισμός αλλά έκδηλη περιφρόνηση απέναντι σε κάθε είδους ομαλή οικογενειακή ζωή ή κοινωνική σύμβαση που σχετίζεται με τον ενσυνείδητο καθωσπρεπισμό της τότε αγροτικής οικογένειας.
Οι χαρακτηρισμοί «μούλος» και «γύφτος» που τον συνόδευαν σε όλη του τη ζωή και που ο ίδιος υιοθετούσε, του επέτρεπαν να θεωρεί τον εαυτό του ανένταχτο, γεγονός που εν μέρει εξηγεί γιατί άργησε να επιλέξει το στρατόπεδό του στην Επανάσταση. Θέλοντας να επιβιώσει πεισματικά ως πρώτος αρματολός των Αγράφων, χρησιμοποιούσε κατά βούληση (ρωτούσε τον «πούτζον» του, όπως επιβεβαιώνει και ο Κασομούλης) τις συμφωνίες ή τις ένοπλες συγκρούσεις πολεμώντας ενίοτε την ίδια στιγμή με Έλληνες και Τούρκους που τον καταδίωκαν εξίσου ως αποστάτη! Μέχρι το 1824 οι παλινωδίες του και οι συνεχείς συγκρούσεις με το Εκτελεστικό, το Μαυροκορδάτο, τους Ζαΐμηδες, τους Σουλιώτες, τους Μεσολογγίτες, το Γιαννάκη Ράγκο, τους Πελοποννήσιους κ.ο.κ. παρήγαγαν πολλές εντάσεις και ακόμα περισσότερα «γαμοσταυρίδια».
Όταν στα 1823/24 η επαναστατική κυβέρνηση τον πολεμούσε ανοιχτά και οι υπόλοιποι καπετάνιοι της Δυτικής Στερεάς τον καταδίωκαν ως προδότη, η απάντησή του (γραπτή!) στην πρόταση συμφιλίωσης του Νικόλαου Στουρνάρη (μετέπειτα αρχηγό της φρουράς του Μεσολογγίου που σκοτώθηκε στην Έξοδο), ανήκει στις πιο γνωστές του ατάκες: «Γενναιότατε αδελφέ καπετάν-Νικόλα…είδα όσα με γράφεις. Έχει και τουμπλέκια ο πούτζος μου, έχει και τρουμπέτες. Όποια θέλω από τα δύο θα μεταχειρισθώ» (Τα «τουμπλέκια» ήταν τούρκικα όργανα του ιππικού, σε αντίθεση με τις τρουμπέτες που τα χρησιμοποιούσαν οι Έλληνες). Κάθε φορά που ο Καραϊσκάκης δεχόταν προτάσεις για ειρήνευση ή συνεργασία –είτε από Τούρκους είτε από Έλληνες– απαντούσε πως θα ρωτήσει τον «πούτζον» του και θα απαντήσει καταλλήλως. Η λέξη «πούτζος» φαίνεται να είναι αυτή που χρησιμοποιούσε με τη μεγαλύτερη συχνότητα και θα μπορούσαμε να παραθέσουμε αρκετούς λόγους για αυτό. Ο πρώτος είναι πως γνώριζε φυσικά πως η χυδαία λέξη για το ανδρικό όργανο σόκαρε πολύ περισσότερο σε σχέση με τις άλλες. Δεύτερον, η αναφορά αυτή ήταν εντελώς νομιμοποιημένη και σε χρήση ανάμεσα στα μέλη μιας πρωτόγονα ανδροπρεπούς και αρρενωπής κοινωνίας, ενώ υπάρχει και ένας πρόσθετος λόγος, πως ήθελε μέσα από την επανάληψη της να ξορκίσει κατά κάποιο τρόπο τη σεξουαλική του αναπηρία.
Αν και σε πολλές περιπτώσεις η στάση του Καραϊσκάκη απέναντι στην Επανάσταση μπορούσε να χαρακτηριστεί επιεικώς επαμφοτερίζουσα, η τούρκικη εξουσία τον αρρώσταινε. Ως παλιός κλέφτης, ψημένος από μικρή ηλικία στην ομάδα του Κατσαντώνη, ήξερε πώς να γίνεται υπέρμετρα βίαιος εναντίον των Τούρκων που τους αποκαλούσε «Εβραίους». Η πυραμίδα των κεφαλιών μετά τη Μάχη της Αράχωβας (Νοέμβριος 1826) και οι αλυσίδες με τα αυτιά που έστελνε στο Μεσολόγγι για να δώσει θάρρος στους πολιορκημένους ήταν τα τεκμήρια ενός ανελέητου πόλεμου εξόντωσης –όπως όλη η Επανάσταση– στον οποίο οι βρισιές ήταν δεδομένες. Όποτε ο Καραϊσκάκης αποφάσιζε να πολεμήσει ανοιχτά εναντίον των Τούρκων, το υβρεολόγιο συνόδευε απαραιτήτως τα βόλια του.
Μετά την «κρύα» υποδοχή του απεσταλμένου του Σιλιχτάρ Μπόδα που παραθέσαμε στην εισαγωγή, του «έσυρε» κι άλλα διάφορα, αυτή τη φορά σαν αποφασισμένος Έλληνας επαναστάτης που διατηρούσε τη μόνιμη ιδιότητα του υβριστή των πάντων: «Κερατάδες! Αυτούνους όπου αιχμαλωτίσατε ήτον εδικοί σας, ήτον Τούρκοι, ήτον Εβραίοι, διότι ραγιάς αυτό θα ειπή. Ιδού οι Έλληνες! Αυτοί σας χέζουν, και τώρα και πάντα!». Περίφημη έχει μείνει η απόκρισή του στον Μαχμούτ Πασά, διοικητή της της Σκόδρας (Νότια Αλβανία) που εκστράτευσε από την Οχρίδα με 20.000 επίλεκτους αρβανίτες στην κεντρική Ελλάδα το 1823 για να καταπνίξει τους ενόπλους των Αγράφων και όλης της Δυτικής Ελλάδας και μετά να κατέβει ανενόχλητος στο επαναστατημένο Μεσολόγγι. Προτού μιλήσει με τα όπλα, ο διαλλακτικός Πασάς έστειλε επιστολή στους καπετάνιους του Ασπροποτάμου με την οποία ζητούσε να συνθηκολογήσουν για να αποφευχθεί η αιματοχυσία. Ο Καραϊσκάκης κοινοποίησε στους άλλους καπετάνιους την επιστολή του «κερατά του σαλεπιτζή» και φρόντισε να στείλει μόνος του μια μνημειώδη λακωνική απάντηση, εντελώς αταίριαστη με το συντηρητικό ύφος της επιστολής του μουσουλμάνου: «Μου γράφεις ένα μπουγιουρντί, λέγεις να προσκυνήσω. Κι εγώ πασά μου ρώτησα τον πούτζον μου τον ίδιον, κι αυτός μου αποκρίθηκε να μη σε προσκυνήσω, κι αν έλθεις καταπάνω μου, ευθύς να πολεμήσω». Το γεγονός πως δεν έριξε ούτε τουφεκιά εναντίον των έτσι κι αλλιώς υπέρτερων στρατευμάτων του πασά της Σκόδρας παρά διέφυγε στα Επτάνησα (και κατηγορήθηκε για αυτό), μάλλον τονίζει παρά υποβαθμίζει τη σημασία της αποστομωτικής απάντησης.
Το πιο ενδιαφέρον είναι πως η ένταση και έκταση της βωμολοχίας του, δεν είχε διακυμάνσεις ούτε ανάγκη να προσαρμόζεται στο εκάστοτε ακροατήριο. Ανάμεσα σε συντρόφους είχε φυσικά ακόμα λιγότερους λόγους να βάζει φραγμό στη γλώσσα του, ενώ είχε «αρπαχτεί» άπειρες φορές με συμπολεμιστές του εκδηλώνοντας ένα ακόμη παρεμφερές «ελάττωμά» του: την έντονη οξυθυμία του. Στην περίφημη εκστρατεία της Στερεάς Ελλάδας για την αποκοπή των οδών ανεφοδιασμού του Κιουταχή στο μέτωπο της Αττικής και τις μεγάλες επιτυχίες κατά των Τούρκων σε Δίστομο, Φοντάνα και Αράχοβα, είχε ανταλλάξει βαριές κουβέντες και με τους αγέρωχους Σουλιώτες οπλαρχηγούς που τον ακολουθούσαν (Λάμπρο Βέικο, Γιώργο Τζαβέλλα) και με τον καπετάνιο Ανδρίτσο Σαφάκα που αμφισβήτησε την αρχηγία του. Δυστυχώς δε μας παρατίθενται οι εκφράσεις του, αν και είναι γνωστό πως δε μετρούσε τα λόγια του, ειδικά μπροστά στους Σουλιώτες τους οποίους είχε και στην αρχή της Επανάστασης αποκαλέσει ανοιχτά «προδότες», «κλέφτες» και «γουρουνοτζάρουχα» (Επιστολή προς Κίτσο Τζαβέλλα, 20 Απριλίου 1823). Για τον οπλαρχηγό Δημήτρη Κοντογιάννη είχε πει στο Νότη Μπότσαρη, πως «εάν ήτον γυναίκα, δεν εχόρταινε με 80 χιλιάδες φοραίς την ώραν».
Ο Γιάννης Γκούρας ήταν «παλιόβλαχος». Ο Γιαννάκης Ράγκος, μόνιμος ανταγωνιστής του στο αρματολίκι των Αγράφων και έμπιστος του Μαυροκορδάτου, «πορδο-Ράγκος». Στους στρατιώτες και οπλαρχηγούς που ξεπουλιούνταν για μερικά χρυσά γρόσια παραπάνω απέδιδε τον μειωτικό τίτλο «οι ταλαρήσιοι». Ασυγκράτητα αισχρολόγος ήταν με όλους τους «πολιτικούς» της Επανάστασης τους οποίους τσουβάλιαζε, μαζί με τους «καλαμαράδες», ως εντελώς άχρηστους και επιζήμιους για το Γένος. Στη στάση του αυτή προσγράφεται μια συνολική απέχθεια που τον διέκρινε απέναντι σε κάθε λογής εξουσιαστική δομή. Αυτή η απέχθεια γινόταν δε εκρηκτική όταν αμφισβητούσε τις ικανότητες κάποιου. Ο Βλαχογιάννης αναφέρει, εν είδει ιστορικού ανεκδότου, πως δεν είχε διστάσει να προσβάλλει τον «πρωθυπουργό» Κουντουριώτη για την τραγελαφική εκστρατεία εναντίον του Ιμπραήμ που κατέληξε στην οικτρή ήττα των Ελλήνων στο Κρεμμύδι το 1825: «Ώρε Κουντουριώτη, άκουγα και νόμιζα θα είναι γεμάτο μυαλό το κεφάλι σου. Εσύ όμως έχεις τόσο μυαλό όσο εγώ έχω σπόρο στα αρχίδια μου».
Τον Κουντουριώτη αποκαλούσε «κουκούλα» από τον χαρακτηριστικό ναυτικό υδραίικο σκούφο του. Στον τέταρτο χρόνο του Αγώνα, η απραξία μπροστά στον θανάσιμο κίνδυνο του Ιμπραήμ, η ανικανότητα οιονεί στρατιωτικών αρχηγών όπως ο ναυτικός Κυριάκος Σκούρτης που οδήγησε σε οδυνηρές συντριβές και η διαφθορά των πολιτικών που διαμόρφωνε ένα αφόρητο κλίμα στο Ναύπλιο, τον έκανε να ξεσπάσει μπροστά στον Κασομούλη: «Άλλαξα τον αδόξαστο στο τζιογλάνι τον Μαυροκορδάτο, όταν ήρθε στο Νιόκαστρο· κι αφτουνού κι εκείνου του Κουντουριώτη που τονε μάζεψε να τον υψώσει. Σε βεβαιώνω, Κασομούλη, πως έκλαιγε ο πρόεδρος όταν έφευγα. Επειδής όμως είχε κείνον τον διάολον κοντά του, του είπα: «Δεν κάθομαι» -κι έφυγα. Δε μου ‘δωσε τους μιστούς των παλικαριών. Τον έχεσα κι αυτόν και την κουκούλα του κι ήρθα εδώ όπου είναι το Έθνος, που μ’ έσωσε και άλλοτε από τα κέφια των κερατάδων, του ενός και του άλλου. Πάω στην πατρίδα μας τη Ρούμελη κι εκεί θα φανεί ποιος θα δουλέψει. Δε μένω εδώ να με κυβερνάει το Τζογλάνι και η Κουκούλα μ’ αρχηγό το Γκεμιτζή (σ.σ. το Σκούρτη)»
Το «τζιογλάνι», όπως φαίνεται και από το παραπάνω απόσπασμα, ήταν ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. Το, δια στόματος Μακρυγιάννη, «ζυμάρι των Τούρκων». Ο άνθρωπος τον οποίον αντιπαθούσε θανάσιμα και κάθε αναφορά στο όνομά του τον εξόργιζε πραγματικά αποκαλώντας τον περιπαικτικά «τεσσερομάτη» (επειδή φορούσε γυαλιά). Τις σκέψεις του αυτές τις μοιραζόταν και με τους ομογάλακτους οπλαρχηγούς της Δυτικής Στερεάς (τους οποίους καλούσε «αδελφούς»), στις ανάπαυλες των μεταξύ τους διαμαχών. Ο Κασομούλης μας διασώζει μια συνομιλία που καταλήγει σε μια από τις συνηθισμένες εκρήξεις του εναντίον του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου τον οποίο περνάει «γενεές δεκατέσσερις» ομού μετά των υποστηρικτών του:
-Καραϊσκάκης: Καπιταναίοι, εκστρατεύετε· δεν σας ερωτώ δια πού έχετε να εκστρατεύετε.
-Καπεταναίοι: Και ημείς δεν ηξεύρομεν, είπον, πηγαίνομεν εις τον μαχαλάν και όπου μας διορίσει η Κυβέρνησις, εκεί θέλει εκστρατεύσωμεν.
-Καραϊσκάκης: Ποια κυβέρνηση καπιταν-Νότη (σ.σ. Νότης Μπότσαρης); Το τζιογλάνι του Ρείζ-εφέντη, ο τεσσερομάτης; Ποιοι τον έκαναν κυβέρνησιν; Εγώ και οι άλλοι δεν τον γνωρίζομεν! Ή σύναξεν δέκα ανόητους και τον υπέγραψαν δια τας ιδιοτέλειάς των; Ιδού ποιοι τον υπέγραψαν: Πρώτον εσύ, όπου όλα τα πράματα θέλεις να έρχωνται με το ζουρνά, ο Σκαλτσάς, όπου δεν είναι άλλο παρά καμπάνα μπαγκ-μπαγκ, ο Μακρής ο μακρολαίμης, ο κρεμασμένος όπου μόνον το κεφάλι ξέυρει να ταράζει […] ο ξυνόγαλο-Γεώργιος Τζιόγκας, όπου στραβώνει τα χείλη με το τζιμπούκι και δεν ηξεύρει τι του γίνεται, και ο αδελφός μου ο Στορνάρης ο ψεύστης; Δεν το υπέγραψεν ο πούτζος μου, και να ιδώ την εκστρατείαν σας! […] Δια την Άρταν εκστρατεύετε…Πηγαίνετε και εγώ το ντουφέκι σας το βάνω από τις πλάτες. Σας γάμησα τα κέρατα και θα σας γαμήσω και πάλι!».
Η μετωπική σύγκρουσή του με τους εκφραστές της τάξης και της πολιτικής νομιμότητας ήταν συνεχής και παραλίγο να του κοστίσει πολύ περισσότερα από τη στρατιωτική του «καθαίρεση» και την απώλεια του αρματολικιού των Αγράφων. Στην περίφημη δίκη του στο Μεσολόγγι την 1η Απριλίου του 1824, εκτός από την «εσχάτη προδοσία» (υποτίθεται πως είχε συνομολογήσει ειρήνη και συνεργασία με τον Ομέρ Βρυώνη), ο «γύφτος» δικάστηκε συνολικά, για όλες τις άσχημες συνήθειές του, και φυσικά την ανυπόφορη για τους προεστούς ελευθεροστομία του. Όσοι βρέθηκαν εκείνη την ημέρα στην εκκλησία-δικαστήριο της Παναγίας στο Αιτωλικό, είχαν την τύχη να απολαύσουν μια σπαρταριστή στιχομυθία ανάμεσα στον κατηγορούμενο Καραϊσκάκη και έναν από τους δικαστές του, τον ηλικιωμένο κοτζαμπάση Γαλάνη Μεγαπάνου:
«Καραϊσκάκης: Αν βάλετε θεμέλια στα λόγια που λέω, εκατό ζωές να ‘χω, δεν γλιτώνω.
Γαλάνης Μεγαπάνου: Βρε ξέρουμε πως λες όλο λόγια, μα γιατί τα λες;
Καραϊσκάκης: Το ‘χω χούι κυρ Πάνο.
Μεγαπάνου: Αμ, γιατί να το ‘χεις χούι που είσαι πια πενήντα χρονών;
Καραισκάκης: Αμ δεν μπορώ να το κόψω, κυρ-Πάνο. Κι εσύ δα είσαι ογδόντα χρονώ, μα το χούι δεν τα’ αφήνεις να γαμείς –και δεν μ’ ακούς». Εκείνη τη στιγμή, όλο το ακροατήριο και οι δικαστές γκρεμίστηκαν από τα γέλια και η διαδικασία κόπηκε λόγω ακατάσχετου γέλωτος…Ο Καραϊσκάκης κέρδισε το κοινό με τα αστεία του και την αμεσότητά του και τελικά έφυγε ελεύθερος κάτω από τα εγκωμιαστικά σχόλια των κατοίκων του Μεσολογγίου που έλεγαν μεταξύ τους πως «δε ματαγίνεται άλλος τέτοιος πουτζαράς!».
Εντελώς αγέρωχος και μοναχικός πολεμιστής, ο Καραϊσκάκης ήταν άνθρωπος που έδινε αξία μόνο στις προφορικές συμφωνίες, στη «μπέσα». Στα χρόνια της προδοσίας, της ατιμίας και της ρευστότητας των συμπεριφορών, ο κώδικας τιμής των κλεφτών έμοιαζε να είναι το μόνο σταθερό σημείο αναφοράς στην αναζήτηση συμμάχων και φίλων. Έναν τέτοιο δεσμό είχε με τον Κίτσο Τζαβέλλα στον οποίο μάλιστα είχε τάξει για γυναίκα την κόρη του. Όταν όμως εκείνος ξεμυαλίστηκε με μια Μεσολογγίτισα, αθετώντας το λόγο του και διαλύοντας την ένωση των δύο οικογενειών, η υπόληψή του καταβαραθρώθηκε στα μάτια του Καραϊσκάκη. Όταν λοιπόν ο Τζαβέλλας του έστειλε κάποτε μια επιστολή για να σπεύσει προς βοήθειά του, σφραγισμένη με το σημείο του σταυρού, ο θιγμένος του απάντησε σε τόνο ακατέργαστης λαϊκής θρησκευτικότητας χωρίς να διστάσει να διανθίσει το γράμμα με τα γνωστά «γαλλικά» του: «Άνθρωπος όπου αρνείται τον Σταυρόν δια μουνί, δεν έπρεπε να βάνη Σταυρόν στο γράμμα του και εν ονόματι αυτού, να καλή βοήθεια, διότι τον ηρνήθη…».
Οι πρόγονοί μας έβριζαν και πολεμούσαν. Πολεμούσαν και έβριζαν. Όταν πυροβολούσαν, έβριζαν. Όταν έκαναν έφοδο, έβριζαν. Όταν τραυματίζονταν, έβριζαν. Όταν αιχμαλωτίζονταν, έβριζαν. Όταν διαφωνούσαν, έβριζε ο ένας τον άλλον. Μαζί με τα χρυσά σκήπτρα της βωμολοχίας του ’21, στον Καραϊσκάκη ανήκουν και αυτά της αυθεντικότητας. Κανείς από όσους έχουν μέχρι σήμερα καταπιαστεί με τη ζωή, τη δράση και τον χαρακτήρα του δε θεωρούν την αθυροστομία του «ελάττωμα». Αντίθετα, μοιάζει ένα πρόσθετο γοητευτικό στοιχείο σε μια συνολικά συναρπαστική προσωπικότητα. Πολιτικά ανορθόδοξος, υπερβολικά ανθρώπινος, ανεξάρτητος και πάντοτε σαρκαστικός, διατήρησε και διατηρεί έως σήμερα το χρώμα μιας επαναστατικής γνησιότητας. Η ακούσια σύγκρισή του με τον Κολοκοτρώνη, είναι η σύγκριση ανάμεσα στον αυτοσαρκαστικό «γύφτο» και το σεβάσμιο «γέρο». Μολονότι προσωπικότητες ίδιου βεληνεκούς και σημασίας, οι διαφορετικές τους ποιότητες αναδεικνύουν ενίοτε και αρκετές συγκλίσεις των χαρακτήρων τους. Η προσωπικότητά του Καραϊσκάκη είναι αρχετυπική διότι ενσαρκώνει το πνεύμα του κλεφταρματολού σε όλη τη γήινη μεγαλοπρέπειά του. Πολλά πράγματα για αυτόν μας αποκαλύπτουν οι επιλογές του.
Ο κοινός κώδικας επικοινωνίας που έβρισκε με αγωνιστές όπως ο Κολοκοτρώνης, ο Ανδρούτσος, ο Μακρυγιάννης αποκαλύπτει ένα κοινό σημείο: Όλοι τους κάποια στιγμή βρέθηκαν απολογούμενοι μπροστά στην αυτόκλητη «ανώτερη» τάξη της επαναστατημένης Ελλάδας, στοιχείο που τους κατατάσσει αυτόματα στη χορεία των πιο αυθεντικών εκφραστών του «λαϊκού ‘21». Ένας κοινωνικά απόβλητος γιος μιας παραστρατημένης καλόγριας που έγινε διαδοχικά πρωτοπαλίκαρο του Κατσαντώνη, τσοχαντάρης (σωματοφύλακας) του Αλή-Πασά, αρματολός στα Άγραφα, αρχιστράτηγος, Γενικός Αρχηγός, αναζωογονητής του Αγώνα στη Ρούμελη, νικητής του Κιουταχή σε πολλές μάχες και οργανωτής του μεγαλύτερου στρατοπέδου που γνώρισε το 1821 δε μπορεί παρά να διεκδικεί τις δάφνες του λαϊκού ήρωα. Δυστυχώς, η αξία του έμελλε να γίνει αισθητή μετά τον θάνατό του. Όταν σκοτώθηκε ήταν ήδη αναγνωρισμένος αρχηγός και διέθετε χιλιάδες πιστούς και αφοσιωμένους άνδρες, ήταν δε έτοιμος να τελειώσει μια για πάντα την υπόθεση της Επανάστασης στη Στερεά Ελλάδας λύνοντας την πολιορκία της Ακρόπολης με τον τρόπο που μόνο εκείνος ήξερε. Η φιλοτιμία του να τρέχει στην πρώτη γραμμή και να φροντίζει τους άνδρες του σαν καλός κλέφτης, του κόστισε πολύ ακριβά. Σύμφωνα με τον Περραιβό, έφυγε συγκινημένος σε ένα νεκροκρέβατο στη Σαλαμίνα και αποχαιρέτησε τους συντρόφους του με θερμά, πατριωτικά λόγια για τον Αγώνα στον οποίον είχε αφοσιωθεί ολόψυχα παρακινώντας τους με χωρατά και δάκρυα στα μάτια να είναι «μονιασμένοι και να βαστήξουν την πατρίδα» (Μακρυγιάννης).
Η λιτή διαθήκη του ήταν για τις «τσούπες» του, την αγαπημένη του Τουρκάλα Μαριγώ που τον λάτρευε σαν θεό και τον ακολουθούσε πάντα ντυμένη με ανδρική ενδυμασία, τους «γραμματικούς» και τους «τζαουσάδες» του. Κι αυτή θα ήταν η αψεγάδιαστη, επιλογική εντύπωση που θα φωτογράφιζε στους αιώνες των αιώνων το όνομα «Γεώργιος Καραισκάκης» σε κάθε σχολική επέτειο, ταιριαστά αποκαθαρμένο από τον παλιό, «χυδαίο» εαυτό του, αν ο Κασομούλης δεν έκρινε σκόπιμο να σώσει τα τελευταία λόγια που ο καπετάνιος φώναξε στους Τούρκους καθώς έπεφτε τραυματισμένος στη βουβωνική χώρα, εκείνη την «φαρμακωμένη» Πέμπτη της 22ας Απριλίου του 1827, μια μέρα πριν την ονομαστική του εορτή, έφιππος κοντά σε ένα πρόχειρο προμαχώνα κάπου στο σημερινό Νέο Φάληρο: «Κλάστε μου τώρα τον πούτζον!….»
Πηγή:https://info-war.gr

Σαν γλώσσα ενός λαού εννοούμε το σύνολο των φθόγγων και των λέξεων που χρησιμοποιούνται για να επικοινωνούν μεταξύ τους, να συνδιαλέγονται, να εκφράζουν τις σκέψεις τους, τα συναισθήματα τους, τις επιθυμίες τους και γενικά να συνομιλούν οι άνθρωποι. Ο λόγος, η ομιλία είναι προϊόν της ανάπτυξης του εγκεφάλου του ανθρώπου. Το νοήμον ον, ο άνθρωπος ομιλεί, συνδιαλέγεται…
Η γλώσσα είναι εν πρώτοις προφορική, δηλαδή τη μαθαίνει ο άνθρωπος στα πρώτα χρόνια της ζωής του, τη μαθαίνει ακούγοντας την στο σπίτι του, από τους γονείς του, από την γιαγιά και τον παππού του και από τα μεγαλύτερα αδέρφια του. Αργότερα, καθώς βγαίνει στη γειτονιά του για να παίξει, στο χωριό του, στην πόλη του, την εμπλουτίζει και την εμπεδώνει.
Στη χαρά του και στη λύπη του εκφράζεται με την μητρική του γλώσσα. Τα πρώτα του τραγούδια που μαθαίνει, τα πρώτα του παραμύθια που ακούει από την γιαγιά του τις κρύες νύχτες του χειμώνα είναι στη μητρική του γλώσσα εκφρασμένα, ειπωμένα…
Ο ίδιος ο άνθρωπος δεν είναι σε θέση να ονοματίσει τη γλώσσα του στα πρώτα χρόνια της ζωής του, καθώς δεν έχει ακούσει άλλες μητρικές γλώσσες. Μπορεί όμως να τη διακρίνει όταν ακούσει και άλλες μητρικές γλώσσες, μπορεί να την ξεχωρίσει.
Συνηθίζεται μια γλώσσα να ονοματίζεται από τον τόπο στον οποίο μιλιέται, στην Τουρκία η τουρκική γλώσσα, στην Ελλάδα η ελληνική (νεοελληνική γλώσσα, σύνθετη είναι η λέξη), στη Βουλγαρία η βουλγαρική, στη Γερμανία η γερμανική κ.ο.κ.
Εμείς τώρα που ζούμε, που γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε στη Μακεδονία, που και οι παππούδες μας και προπαππούδες και προγιαγιάδες μας γεννήθηκαν εδώ και έζησαν, ανατράφηκαν και επολέμησαν για την πατρίδα τους και θυσιάστηκαν για αυτήν, αυτοί που ήσαν εδώ «από Νταμ παππαντάμ» εδώ στη Μακεδονία, σε όλο τον μακεδονικό χώρο, βόρεια ή νότια, ανατολική ή δυτική, ποιά μητρική γλώσσα έχουμε οι μεγαλύτεροι μου; Πως την ονομάτιζαν οι νοτιοέλληνες, οι παλιοελλαδίτες;..!!
Όταν πήγα στο νηπιαγωγείο του χωριού μου, της Σκοπιάς Φλώρινας, εκεί πρωτοάκουσα μια άλλη γλώσσα, διαφορετική από τη μητρική μου γλώσσα. Η «ντασκαλίτσα» μας, όπως την έλεγε η γιαγιά μου ή «ντρτσκαλίτσα», όπως την έλεγε ο παππούς μου, μας μάθαινε τα ελληνικά γράμματα και τις ελληνικές λέξεις. Στα μικρά νήπια είχαμε την κυρά-Βαγγελιώ και στα μεγάλα νήπια την κυρία Ιουλία. Ερχόντουσαν από τη Φλώρινα με τα πόδια στο χωριό, καλοντυμένες, καλοχτενισμένες, αρωματισμένες! Τις αγαπήσαμε!!
Εκεί στο νηπιαγωγείο μου, πάνω ψηλά στον τοίχο ήταν πίνακες με εικόνες των οικόσιτων μας ζώων. Έμαθα εκεί ότι κάτω από την εικόνα της «κοκκόσκας» έγραφε κότα ή όρνιθα. Αυτό που ήξερα εγώ ως «κράβα» από κάτω έγραφε «αγελάδα». Έτσι έμαθα ότι τα οικόσιτα μας ζώα είχαν άλλη ονομασία στο σχολείο μου…
Και εν συνεχεία στο δημοτικό έμαθα να γράφω και να διαβάζω τα ελληνικά. Διέκρινα επίσης τότε ότι οι παππούδες μου και γιαγιάδες μου δεν μπορούσαν να προφέρουν κάποιους ελληνικούς φθόγγους , δ, θ, γ… Έλεγαν ο Ντημήτρης, ο Τόντορας, ο Τανάσης, ο Γκιόργκος, όταν προσπαθούσαν με χίλια ζόρια να μιλήσουν ελληνικά.
Στην εκκλησία όμως κανείς δεν καταλάβαινε από αυτά που έψαλλαν οι παππάδες και οι ψαλτάδες… Βαπτίζονταν κάποιος Ευάγγελος, Δημήτριος, Αναστάσιος, Χρήστος και στο χωριό οι κάτοικοι τον «ξαναβάπτιζαν», τον ονόμαζαν Γκελλε, Μήτρε, Τάσε, Ρίστο, ή Ίτσο αντίστοιχα.
Στο σπίτι μου λοιπόν, στο χωριό μου, στη γειτονιά μου άλλη γλώσσα μιλούσαμε, την μητρική μας και στο σχολείο άλλη γλώσσα διδασκόμασταν, την ελληνική, την νεοελληνική (σύνθετη η ονομασία).
Τα γύρω χωριά μας, η γιαγιά Λαζούιτσα, τα έλεγε: Μάαλα, Κραπέσσινα, Νέρετ, Αρμέ- ναρο, Λάζζενι, Πεσόσσνιτσα, Κουτσκόινι, δηλαδή ο Τροπαιούχος, η Ατραπός, ο Πολυ- πόταμος, το Αρμενοχώρι, το Μεσονήσι, το Αμμοχωρι, το Πέρασμα αντίστοιχα. Οι ονομασίες των χωριών της Φλώρινας άλλαξαν με προεδρικά ή βασιλικά διατάγματα μετά το 1926.
Όπως και στην Πελλοπόνησο, Ρούμελη, Ήπειρο. Την Φλώρινα την έλεγαν «Λέριν» και τις γειτονιές της Φλώρινας τις έλεγαν: Γιαζζο, Βαρόσσ, Γκιούπτσκα μάλα, Τρσιάντσκα μάαλα, Γκρντσάντσκα μάαλα, Γκόρνιτσίφλικ, Ντόλνι τσίφλικ, που σήμερα λέγονται αντίστοιχα:το Γιάζι, το Βαρόσι, ο Γύφτικος μαχαλάς (δυτικά του «Αριστοτέλη», μετα τον ποταμό), Γειτονια των Τριβουνιωτών, Γειτονιά των τσουκαλάδων (υδροδοχείων), το πάνω Τσιφλίκι, το κάτω Τσιφλίκι.
Καθώς έχω αρρώστια με την ετυμολογία των ονομάτων έψαξα και βρήκα: Γιάζο, σημαίνει υδατοφράκτης στο Βουλγαροελληνικό λεξικό,το φράγμα του ποταμού. Βαρόσ στο Αλβανοελληνικό λεξικό σημαίνει τόπος ταφής, νεκροταφείο, τόπος εκτελέσεων. Γκιούπτσκα, γκιούπτιν είναι ο Αιγύπτιος, ο γύφτος. Τρσιάνετσ είναι ο Τριβουνιώτης, Τ’ρσιε, η παλιά ονομασία του χωριού Τρίβουνο. Γκ’ρνε, το υδροδοχείο, στο Βουλγαροελληνικό λεξικό η στάμνα (στις σλαβικές λέξεις τονίζονται και τα σύμφωνα).
Η ομιλούμενη γλώσσα στην πόλη της Φλώρινας στο παζάρι, στην αγορά, στα καταστήματα αποτελούνται από βουλγαρικές λέξεις και προτάσεις, κατά τη δεκαετία του 1950 και παλαιότερα… Οι δάσκαλοι μου, στο δημοτικό σχολείο, μας απαγόρευαν να μιλάμε τη μητρική μας γλώσσα!!!
Μια μέρα με κλάμματα επέστρεψα στο σπίτι μου από το σχολείο, έφυγα νωρίτερα, διότιτο μαύρο χαράκιτου δασκάλου μας, το χρησιμοποιούσε ο δάσκαλος περισσότερο για να χτυπάει τις παλάμες μας με αυτό! Με πρησμένες και μαυρισμένες παλάμες, εκείνες τις μικρές, τρυφερές, ροδαλές παλάμες που στα δαχτυλάκια τους προσπαθούσαν να κρατήσουν το μολύβι, το στυλό, για να μάθω να γράφω ελληνικά γράμματα, με πονεμένες λοιπόν παλάμες έφυγα από το σχολείο.
Το αμάρτημα μου ήταν ότι κατά την ώρα του διαλείμματος, όπως είπε ο δάσκαλος μιλούσα «μακεδονικά»… άλλος δάσκαλος έλεγε «βουλγάρικα». Στο σχολείο δεν ήθελα να ξαναπάω. Η γιαγιά μου όμως η Λαζούιτσα Πέικοα, όπως την έλεγαν στο χωριό, μου κρέμασε το σχολικό «τόρμπε» στον ώμο, το μάλλινο, το υφαντό το κόκκινο με μαύρες ρίγες. Μου ‘βαλε και ένα ξύλο στραβό και ροζιάρικο κάτω από τη μασχάλη και με έστειλε στο «σχολείο» ξανά. Χειμώνας για…
Χτύπησε το κουδούνι, κάναμε γραμμές, είπαμε την πρωινή προσευχή και με βαριά βήματα μπήκαμε στις τάξεις μας. Ο δάσκαλος μας έβαλε να διαβάσουμε έναν, έναν στο αναγνωστικό μου… Ντουκ, ντουκ, ντουκ, δυνατά και άγρια ακούστηκε η πόρτα, η κλειστή πόρτα της τάξης μας.(;;!!)
Εμπρός! Φώναξε ο δάσκαλος, στρέφοντας και σκύβοντας το κεφάλι προς τη πόρτα (φορούσε χοντρά γυαλιά)… Η πόρτα άνοιξε με ορμή και μπήκε με φόρα η γιαγιά μο, στηριζόμενη στη «λασταγκάρκα» που χρησίμευε για το φόρτωμα και ξεφόρτωμα του γάιδαρου μας (στυλιάρι), όρθια, στητή, ψηλόκορμη…
Προτείνει το στυλιάρι προς τον δάσκαλο, με άγριες διαθέσεις και του λέει:
«Μπρε κούτσε, μπρε μαγκάρε κε τια σκ’ρσσαμ γκλάβατα μπρε!! Σσό έζικ ίμασσ μπρε τι, κόι έζικ πρικάζζβα μάικα τι… ά, κόι έζικ; Ντέα γκι ναούτσσι μπρε τι γκ’ρτσσκι τε; Ά; ντέα;;… Κούτσσε, έ κούτσσε!!»
Μεταφράζω: «Βρε σκύλε, βρε γάιδαρε, θα σου σπάσω το κεφάλι βρε… Τι γλώσσα έχεις εσύ βρε, ποιά γλώσσα μιλάει η μάνα σου; ά! Ποιά γλώσσα;! Που τα έμαθες βρε εσύ τα ελληνικά;!! Ά; Που; Σκυλί, ε σκυλί!!;;…
Ο δάσκαλος τρομαγμένος σηκώθηκε από τη ψάθινη καρέκλα του τραπεζιού του που ήταν σκεπασμένο με μπλε χαρτί, έσπρωξε τη καρέκλα προς τα πίσω και έκανε λίγα βήματα δεξιά του. Φαινόταν αμήχανος, φοβισμένος και άρχισε να ξεροκαταπίνει… Κοίταξε μια τη λασταγκάρκα και μια πίσω του, να δει αν υπάρχει χώρος διαφυγής… Έβγαλε και τα χοντρά γυαλιά του…
Η γιαγιά μου επί τέλους, ευτυχώς, κοντοστάθηκε, έριξε μια εξεταστική ματιά προς εμάς τους μικρούς μαθητές, που είχαμε σηκωθεί όλοι όρθιοι, έτσι γινότανε πάντα, όταν κάποιος μεγάλος, ενήλικας, έμπαινε στην τάξη. Ο παππούς μου έβγαζε και το καπέλο του όταν έμπαινε στην τάξη για να ρωτήσει κάτι τον δάσκαλο…
Τα μάτια της γιαγιάς μο καρφώθηκαν πάνω μου… καθόμουν στο πρώτο θρανίο… λόγω ύψους…, κούνησε το κεφάλι της νευρικά δεξιά και αριστερά και στρεφόμενη προς τον δάσκαλο είπε κουνώντας τη λασταγκάρκα (διχαλωτό στυλιάρι) με το ένα της χέρι κι με το άλλο να με δείχνει: «Έντνο βλάκνο», συνέχισε η γιαγιά μου απειλητικά, «άκο κε γκίμπνεϊς να βόα ντέτι, να μόετο φνούτσσε, ζζίφ οτ σκόιλετο νέμα ντα ιζλέζις!»
Μεταφράζω: «Μια τρίχα αν θα πειράξεις σ’αυτό το παιδί, στο δικό μου εγγόνι, ζωντανός από το σχολείο δεν θα βγεις…!!
Ορμητικά μπήκε και ορμητικά βγήκε η γιαγιά μου από την τάξη μας, χτυπώντας και στηριζόμενη στη λασταγκάρκα, που χτυ- πούσε δυνατά και ρυθμικά πάνω στο σανιδένιο πάτωμα… Ορθόκορμη, στητή, αγέρωχη, περήφανη. Ντουκ, ντουκ, ντουκ… χάθηκε ο γδούπος στο βάθος του διαδρόμου.
Ήρθε η άνοιξη, Μάρτης μήνας, τα κορίτσια οι συμμαθήτριες μας φόρεσαν τις «μαρτίνκες», τα χιόνια άρχισαν να λιώνουν εκεί στο «Μάλτεπε», εκεί στο «Κορί», εκεί στην «Κούλα». Ο ήλιος ζεστός έβγαινε και φώτιζε την πλάση! Η αμυγδαλιά μας πρώτη έβγαλε τον ανθό της, η τρελή!! Στο σχολείο μας είχαμε γιορτή, 25η Μαρτίου 1821, όλοι μας ντυμένοι με τα καλά μας, τα καινούργια μας ρούχα, εμένα μου τα είχαν αγοράσει και για το Πάσχα. Μάθημα εκείνη
τη μέρα δεν θα κάναμε… Ξύλο εκείνη την ημέρα δεν επρόκειτο να τρώγαμε…
Είχαμε επέτειο, είχαμε γιορτή, διπλή γιορτή εκείνη την ημέρα, ημέρα επανάστασης, ημέρα «λευτεριάς» (;;;), ημέρα ξεσηκωμού του γένους μας αλλά και ημέρα του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Πρώτα θα εκκλησιαζόμασταν και μετά θα κάναμε παρέλαση!! Θα καταθέτανε και στεφάνια στο «Ηρώον»… Χτύπησε το κουδούνι, όλοι μπήκαμε, κάναμε τις γραμμές μας, κατά τάξη και κατά ύψος…
Ο δάσκαλος μου, ο διευθυντής του σχολείου μας, φώναξε το όνομα μου…!! Μου’δωσε να κρατάω τη σημαία, τη γαλανόλευκη, το τιμημένο σύμβολο του έθνους μας… Ρίγος με διαπέρασε! Ξεκινήσαμε να κάνουμε παρέλαση και φυσούσε ένας αέρας δυνατός, ο πούστικος σέβερ και με δυσκολία κρατούσα τη σημαία, φοβόμουνα μη με σηκώσει μαζί με τη σημαία ο πούστικος. Μάζεψα το πανί της σημαίας και το κράταγα διπλωμένο κοντά στο κοντάρι. Ψηλά ο σταυρός της σημαίας με χρυσό χρώμα, λαμπύριζε στο φως του ήλιου…
«Εν, δυό, εν δυό» παρελαύναμε καμαρωτά εμείς οι μαθητές του δημοτικού σχολείου Σκοπιάς. Κόσμος πολύς δεξιά και αριστερά του δρόμου. Χειροκροτούσαν, καμάρωναν τα μικρά τους βλασταράκια, καμάρωναν το μέλλον του χωριού μας!! «Εν, δυό, εν δυό, φρρ, φρρ, φρρ», η σφυρίχτρα του δασκάλου! Τρέχει κοντά μου ο δάσκαλος μου, δίπλα μου.
«Κωνσταντίνε, άσε τη σημαία να κυματίζει… ψηλά, ψηλά τη σημαία! Κράτη τη ψηλά!» Ευτυχώς ο αέρας κόπασε κάπως εκεί στη πλατεία του χωριού, ο πούστικος, και οι ακτίνες του Μαρτιάτικου ήλιου έπεφταν ζεστές πάνω στα πρόσωπα μας… Ρεζίλι θα γινόμουν αν ο αέρας μου σήκωνε τη σημαία…!
Στο «Ηρώον» ο πάπα-Τάνας από το Αρμενοχώρι έψαλλε, θυμιάτιζε, προσεύχονταν, δίπλα του και ο ψάλτης μας ο Γκέλλες, κρατώντας ένα βιβλίο ψαλτήρι και παρά δίπλα ο άλλος ψάλτης μας από τη Φλώρινα ο Μανασής ο Κοσμοκαλόγερος που φορούσε τα ίδια ρούχα χειμώνα, καλοκαίρι, το ίδιο μακρύ γκρι παλτό… χειμώνα… καλοκαίρι… τα ίδια σκουντούρια!!
Οι μαθητές απάγγειλαν ποιήματα, κατέθεσαν στεφάνια, ο δάσκαλος εκφώνησε τον πανηγυρικό της ημέρας. Μίλησε για τους ήρωες της επανάστασης του 21, για τον Καραϊσκάκη, για τον Κολοκοτρώνη, για τον Παπαφλέσσα, για τους Σουλιώτες, για το Κούγκι, για την Κιάφα, για τον χορό του Ζαλόγγου, για τον Μάρκο Μπότσαρη, για τον Κίτσο Τζαβέλλα, για τον Αθανάσιο Διάκο, για την Αλαμάνα…
Όλοι μας, μικροί και μεγάλοι θυμηθήκαμε τα κατορθώματα των Ελλήνων,των προγόνων μας…!
Το χωριό μου είχε πολλούς νεκρούς, δολοφονημένους, σκοτωμένους ακόμα από την επανάσταση του Ίλιντεν (1903). Πολλοί σκοτώθηκαν στο πρώτο μεγάλο πόλεμο (Βαλκανικό, Παγκόσμιο), πολλοί κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία, πολλοί κατά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο, πολλοί σκοτωμένοι κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, πολλοί στον Εμφύλιο πόλεμο (1946-1949). Πολλοί οι φυγάδες, πολλά παιδιά χωρίσαν από τους γονείς τους κατά το «παιδομάζωμα». Πολλές οι χήρες στο χωριό μου, πολλά τα ορφανά…
Έφυγε ο Μάρτης, ήρθε ο Απρίλης,τα δέντρα πρασίνισαν, έβγαλαν τον ανθό τους. Το απέναντι δάσος πρασίνισε, «κουκαΐτσα κούκα να ζέλενα μπούκα» (ο κούκος λαλεί πάνω στην πράσινη οξυά). Οι τσομπαναραίοι βγάλανε τα γίδια και τα πρόβατα στις πράσινες πλαγιές του χωριού μας. Οι άντρες και οι
γυναίκες του χωριού βγήκαν στα χωράφια, βγήκαν στ’αμπέλια εκεί στο «Τσέτιροκ», εκεί στην «Ελένιτσα»… με τις τσάπες στον ώμο, με τα δικέλια, με τις αξίνες… Σκάβανε, τραγουδούσανε… «Κούκου! Κούκου!», ο κούκος συνόδευε κι αυτός το τραγούδι τους…
Πλησίασε και το Πάσχα, ήρθε του Λαζάρου η γιορτή, ήρθε η Κυριακή των Βαΐων. Τα κορίτσια του χωριού μας, οι ελεύθερες, ντυμένες με τις παραδοσιακές φορεσιές, γυρνούσαν από σπίτι σε σπίτι, τραγουδούσαν και χόρευαν. Η πρώτη κρατούσε ένα καλάθι ανθοστόλιστο όπου εκεί μάζευαν τα αυγά που τους έδιναν οι νοικοκυρές. Πια- σμένες χέρι-χέρι, οι Λαζάρκες τραγουδούσαν, χορεύοντας κυκλικά:
«Έτο γκο Λάζαρ
ντα γκρεντί,
σο τόρμπα μπίσερ νάραμο,
να σ’τι ντέλμπα ντέλεσε,
να σ’τι ντέλμπα ντέλι…
να πάσσκαρκα τα νε στιγκνά,
να πάσσκαρκα τα βέλει:
Μ’λτσσι πασσκάρκο νε πλατσεΐ,
πα πο γκοντίνα κε ντοϊντά,
να τέμπε πόικε κε ντελά!!»
Μεταφράζω:
«Ιδού ο Λάζαρος που έρχεται,
με μαργαριταρένιο τορβά στον ώμο,
σε όλες δώρα δώριζε,
σε όλες δώρα μοιράζει,
στην τελευταία όμως δεν έφτασε,
στην τελευταία όμως λέει:
Σώπασε τελευταία μου και μη πολυδακρύζεις,
πάλι του χρόνου θε να ‘ρθω
πολλά σε σε να δώσω!!!»
Κώστας Δ. Ιωάννου – Οδοντίατρος
ΥΓ: Ο παππούς μου, κόλλήγα γιός! Ο πατέρας μου κολλήγα γιός! Εγώ κολλήγα γιός! Τα παιδιά μου γιατρού παιδιά!
Πηγή:https://echoflorina.gr

Στα τέλη της δεκαετίας του ’80, υπήρχε ένα οπαδικό τραγούδι που συχνά-πυκνά ακουγόταν μέσα στο «Βεστφάλεν», την ιστορική έδρα της Ντόρτμουντ. «Ένα τρένο ξεκίνησε από το Γκελζενκίρχεν και πήγε προς το Άουσβιτς», τραγούδουσαν χαρούμενα και χιουμοριστικά οι οπαδοί της Ντόρτμουντ. Βέβαια, με το συγκεκριμένο είδος χιούμορ υπήρχε ένα πρόβλημα: ήταν ναζιστικής έμπνευσης, καλό για να γελάνε οι στρατιώτες του Χίτλερ αλλά όχι οι κανονικοί άνθρωποι.
Οι οπαδοί της Ντόρτμουντ το συγκεκριμένο σύνθημα το φώναζαν για να πικάρουν τους οπαδούς της Σάλκε, της αιώνιας αντιπάλου τους, που εδρεύει στο γειτονικό Γκελζενκίρχεν. Αναφέρεται στους Εβραίους οπαδούς της Σάλκε που εξοντώθηκαν μαζικά τα χρόνια του Ολοκαυτώματος στη χιτλερικη Γερμανία. Στα 80s, αυτό το χαρακτηριστικό της οπαδικής βάσης της Σάλκε δεν ήταν λόγος σεβασμού μεταξύ αντιπάλων οπάδων: οι ultras της Ντόρτμουντ δεν είχαν κανένα πρόβλημα να βρίζουν εξοντωμένους Εβραίους από την χιτλερικη θηριωδία.
Ο λόγος ήταν απλός: οι οπαδοί της Ντόρτμουντ ήταν και οι ίδιοι ναζιστές. Η συγκεκριμένη πόλη άλλωστε παραμένει ακόμα και σήμερα ένα μέρος με πολύ βαθιά ριζωμένες ακροδεξιές ιδέες. Για τη Γερμανία φυσικά, ο ξεριζωμός των αντισημίτικων ιδεών υπήρξε μια διαδικασία πολυδιάστατη, μακροχρόνια και εν τέλει πετυχημένη: δεν υπάρχει κανένα μέρος στη Γερμανία που να συναντά κανείς τον αντισημιτισμό σαν πλειοψηφούσα κοινωνική τάση.
Το Ντόρτμουντ δεν αποτελεί εξαίρεση όσον αφορά τον παραπάνω γενικό κανόνα. Τα ποσοστά ακροδεξιών ωστόσο είναι αισθητά αναβαθμισμένα σε σχέση με την υπόλοιπη Γερμανία. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η εξαιρετικά μαζική οπαδική βάση για την ομάδα της Βεστφαλίας (περίπου 150.000 οπαδοί της Ντόρτμουντ υπάρχουν σε μια πόλη 500.000 ανθρώπων) δεν είναι να απορεί κανείς που διαμορφώθηκε κάπως έτσι το συγκεκριμένο οπαδικό κίνημα.
Για την ακρίβεια, στα 80s, οι οπαδοί της Ντόρτμουντ δεν ήταν απλά φασίστες αλλά και οι πιο επικίνδυνοι και άγριοι χούλιγκαν της Γερμανίας. Σκορπούσαν φόβο και τρόμο όπου και αν πήγαιναν και φυσικά, σε μια χώρα που διακατέχεται από μίσος για τον ρατσισμό εξαιτίας των ενοχών του παρελθόντος της, πολλές συγκρούσεις στις οποίες ήταν εμπλεκόμενοι οι οργανωμένοι της Ντόρτμουντ είχαν και πολιτική χροιά.
Με βάση αυτό το παρελθόν, μάλλον είναι να απορεί κανείς που σήμερα τα πράγματα είναι εκ διαμέτρου αντίθετα όσον αφορά τις πολιτικές αντιλήψεις που ηγεμονεύουν στις κερκίδες του «Βεστφάλεν». Ακόμα και η παραμικρή υπόννοια ακροδεξιάς αναφοράς είναι εξωβελισμένη στα παιχνίδια της Ντόρτμουντ ενώ η κερκίδα παίρνει διαρκώς πολιτικές θέσεις: αν κάτι μισούν οι οπαδοί της Ντόρτμουντ πλέον είναι η No Politica λογική.
Δεν είναι υπερβολή: το καλοκαίρι του 2015, το καλοκαίρι δηλαδή των μεγάλων προσφυγικών ροών στην Ευρώπη, το αντιρατσιστικό και φιλοπροσφυγικό κίνημα που αναπτύχθηκε στη Γερμανία και το οποίο, σε αντιδιαστολή με τα ακροδεξιά αντανακλαστικά που ενεργοποιήθηκαν, προέταξε το σύνθημα «Refugees Welcome», υπήρξε ένα κίνημα συνυφασμένο με τους συνδέσμους της Ντόρτμουντ.Ναι, η μετάλλαξη είναι τόσο εντυπωσιακή. Πως όμως έγινε κάτι τέτοιο;
Πρόκειται για το αποτέλεσμα ενός σχεδιασμού που ξεκίνησε στις αρχές των 00s και στόχευσε στην πλήρη αλλαγή των χαρακτηριστικών του οπαδικού κινήματος εν γένει στη Γερμανία. Ήταν τότε που οπαδοί διάφορων ομάδων δικτυώθηκαν μεταξύ τους με στόχο την ενίσχυση της κοινωνικής ευαισθησίας στους συνδέσμους, την πίεση προς τις διοικήσεις των ομάδων να αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες που θα ενισχύουν το κοινωνικό τους πρόσωπο αλλά και μια συζήτηση αναφορικά με τα συνθήματα που ακούγονται στα γήπεδα έτσι ώστε να εξαλειφθεί ο σεξισμός από τις κερκίδες.
Σε αυτή την διαδικασία, έπαιξαν πρωτοπόρο ρόλο ορισμένοι οπαδοί της Ντόρτμουντ που εκείνη την εποχή ήταν μειοψηφία στην κερκίδα τους αλλά πλέον κάνουν κουμάντο σε αυτή. Πρόσφατα, ο Ντάνιελ Λότσερ, ο υπεύθυνος για τη σχέση ανάμεσα στη διοίκηση της Ντόρτμουντ και τους συνδέσμους της, μίλησε στο CNN για τον χαρακτήρα της ομάδας του.
«Μορφώνουμε διαρκώς τους οπαδούς μας αναφορικά με ιστορικά θέματα όσον αφορά τον ναζισμό. Διοργανώνουμε εκδηλώσεις, εκδρομές σε παλιά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Το ενδιαφέρον από τους οπαδούς είναι τεράστιο ενώ στα προγράμματα συμμετέχουν διαρκώς και υπάλληλοι της ομάδας. Πλέον, αν εκφραστεί στο γήπεδο κάποιος με ρατσιστικά λόγια, υπάρχει άμεση αντίδραση από τον υπόλοιπο κόσμο. Το Ντόρτμουντ είναι μια περίεργη πόλη. Μπορεί οι ακροδεξιές αντιλήψεις να μην είναι επικρατούσες αλλά είναι αρκετά ισχυρές. Η Ντόρτμουντ καλείται να αντιδράσει σε αυτό. Γι’αυτό και η κοινωνική μας δουλειά είναι τόσο σημαντική.
Οι οπαδοί της ομάδας παλεύουν διαρκώς απέναντι στον ρατσισμό, την ξενοφοβία, τον αντισημιτισμό, την ομοφοβία και τον σεξισμό. Έχουν κερδίσει πολλά πράγματα. Κάποτε ακουγόντουσαν συνθήματα που σήμερα δεν υπάρχει περίπτωση να ακουστούν. Η κατάσταση είναι πολύ καλύτερη σε σχέση με 20 ή 30 χρόνια πριν. Ο ακτιβισμός του οπαδικού κινήματος έχει αποδώσει καρπούς. Όμως δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο αντισημιτισμός επιστρέφει στη γερμανική κοινωνία. Μπορεί να μην εκφράζεται στο τοπ επίπεδο αλλά στις μικρότερες κατηγορίες, αυτό είναι άλλη συζήτηση», είχε πει ο Λότσερ.
Πράγματι, σε μια εποχή που ο ρατσισμός επιστρέφει με δυναμική στις ευρωπαϊκές κοινωνίες, θα μπορούσε το οπαδικό κίνημα να είναι ένα αντίβαρό του; Η συζήτηση είναι τεράστια αν ανοιχτεί σε γενικό επίπεδο. Αλλά, στη Γερμανία τουλάχιστον, οι οργανωμένοι της Ντόρτμουντ έχουν δείξει το δρόμο.
Πηγή:https://m.tvxs.gr

Χρυσή ταφική μάσκα, από τη Θατζ, Τελ αλ-Ζάιερ 1ος αιώνας μ.Χ. Εθνικό Μουσείο, Ριάντ και δεξιά: Επιτύμβια στήλη της Αλ Γαλέγια κόρης του Αμπντ Αλ Τζαμπάρ, γιου του Αμπντάλα Μάκα, 9ος αιώνας μ.Χ. Εθνικό Μουσείο, Ριάντ
Παλαιολιθικά εργαλεία, αγγεία της 3ης χιλιετίας π.Χ. που εντοπίστηκαν στο Ταρούτ, κολοσσιαία αγάλματα από την πόλη Αλ Ούλα, εντυπωσιακά χρυσά κτερίσματα του 1ου αι.μ.Χ., που ανασύρθηκαν από τον τάφο 6χρονου κοριτσιού στην πόλη Θατζ, επιτύμβιες στήλες που αποκαλύπτουν την ομορφιά της αραβικής γραφής, λατρευτικά αγαλματίδια, Κοράνια, κοσμήματα, θυμιατήρια, η εντυπωσιακή πόρτα του 17ου αιώνα από την Κάαμπα, χρηστικά και λατρευτικά σκεύη, θραύσματα τοιχογραφιών, είναι ορισμένα από τα 300 και πλέον αντικείμενα της έκθεσης «Οι Δρόμοι της Αραβίας – Αρχαιολογικοί Θησαυροί από τη Σαουδική Αραβία», που ανοίγει τις πόρτες σήμερα στο Μουσείο Μπενάκη, στην Πειραιώς.
Ενα ταξίδι στο παρελθόν μιας χώρας και μιας ολόκληρης περιοχής υπόσχονται στους επισκέπτες ο εμπνευσμένος αρχιτεκτονικός σχεδιασμός του χώρου από τον σκηνογράφο Νίκο Σ. Πετρόπουλο, με αναπαραστάσεις ταφικών μνημείων του Μαντάιν Σάλεχ και το στήσιμο των εκθεμάτων από την επιμελήτρια της έκθεσης Μίνα Μωραΐτου, υπεύθυνη του Μουσείου Μπενάκη Ισλαμικής Τέχνης.

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΤΖΕΒΕΛΕΚΟΥ
Η διοργάνωση επιδιώκει να είναι πολύ ευρύτερη από μια έκθεση σπάνιων ευρημάτων. Και αυτό γιατί αποκαλύπτει τον πολυδιάστατο χαρακτήρα και την ιστορία της Αραβίας από την προϊστορική εποχή έως και τον 20ό αιώνα, ενός τόπου που ακόμα και σήμερα δύσκολα επισκέπτεται κάποιος δυτικός, ενώ σπάνια έχουμε την ευκαιρία να δούμε μια τόσο πλήρη εικόνα του πολιτισμού του.
Κύριοι άξονές της είναι η τέχνη, οι εμπορικοί δρόμοι και οι προσκυνηματικές οδοί. «Μέσα από την έκθεση ξαναγράφεται η Ιστορία και το παρελθόν της Αραβίας», είπε χθες η Μίνα Μωραΐτου και πρόσθεσε ότι η έκθεση -που έχει περιοδεύσει σε πολλές χώρες από το 2010 μέχρι σήμερα- ανατρέπει την επικρατούσα άποψη, ότι η Αραβία δεν είχε κάποια σημαντική πολιτιστική έκφραση καθώς ήταν μια αχανής έκταση που κατοικούσαν νομαδικοί λαοί. Τα ευρήματα προέρχονται από αρχαιολογικές έρευνες που διενεργήθηκαν, μόλις τα τελευταία 50 – 60 χρόνια.
Τα έργα έχουν εκτεθεί χρονολογικά και, όπως σημειώνει η κ. Μωραΐτου, «από την προϊσλαμική εποχή αναδεικνύονται αρχαιολογικοί χώροι όπως το νησί Ταρούτ στον Αραβικό Κόλπο, με αγγεία της 3ης χιλιετίας π.Χ., και η όαση Τάιμα στη βορειοδυτική Αραβία, με λίθινες στήλες και κεραμικά.
Στην ευρύτερη αυτή περιοχή ανακαλύφθηκαν κολοσσιαία αγάλματα στην Ντεντάν, τη σημερινή Αλ Ούλα, πρωτεύουσα του βασιλείου των Λιχιανιτών. Ακολουθούν εντυπωσιακά κτερίσματα από την πόλη Θατζ και τη Χέγκρα (το σημερινό Μαντάιν αλ Σάλεχ), τη λεγόμενη “Πέτρα της Αραβίας”, από την εποχή των Ναβαταίων, καθώς και τα ευρήματα από την Κάριατ αλ Φάου, μια από τις σημαντικότερες εμπορικές πόλεις της νότιας Αραβίας: λατρευτικά αγαλματίδια, νωπογραφίες, κεραμικά, γλυπτά και επιγραφές.
Κατά τους πρώτους χρόνους της ισλαμικής περιόδου, διαγράφεται το νέο δίκτυο προσκυνηματικών και εμπορικών δρόμων, με κέντρα όπως οι πόλεις Αλ Ράμπαντα και Αλ Μαουιγιάτ, που οδηγούσαν σε μακρινές πόλεις της Μεσογείου και της Ασίας. Η σημασία των δύο ιερών πόλεων, της Μέκκας και Μεδίνας, παρουσιάζεται μέσα από έργα όπως η εντυπωσιακή πόρτα από την Κάαμπα του 17ου αιώνα, χειρόγραφα, καθώς και εκδόσεις περιηγητών του 19ου αιώνα».
Η έκθεση ξεκινάει από την προϊστορική εποχή, παρουσιάζει αρχαίους πολιτισμού, την ύστερη εποχή, την έλευση του Ισλάμ τον 7ο αιώνα και φτάνει έως τις μέρες μας. Επικεντρώνεται στις πιο πλούσιες πόλεις – οάσεις, που βρίσκονταν επάνω στους δρόμους του εμπορίου που αναπτύχθηκε από τον 8ο αιώνα π.Χ., κυρίως για τη μεταφορά του περιζήτητου θυμιάματος από τις νότιες και δυτικές ακτές της Αραβίας προς την ανατολική Μεσόγειο.
Για πολλούς αιώνες καραβάνια με καμήλες μετέφεραν μπαχαρικά, αρώματα, υφάσματα και πολύτιμους λίθους από την Ινδία και τη νοτιοανατολική Ασία, ενώ γυάλινα αντικείμενα, κεραμικά και λατρευτικά αγαλματίδια έφθαναν στην Αραβία.
Οι ανταλλαγές διαφαίνονται μέσα από πολυάριθμα αντικείμενα εμπνευσμένα από τις τέχνες της ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας, που είτε μεταφέρθηκαν με τα καραβάνια είτε παρήχθησαν τοπικά. Με την άνοδο του Ισλάμ, η Μέκκα έγινε θρησκευτικό κέντρο και το καθιερωμένο ετήσιο προσκύνημα (χατζ) μετέτρεψε τους δρόμους του εμπορίου σε προσκυνηματικές οδούς. Με τη γρήγορη εξάπλωση της νέας θρησκείας από την Ισπανία μέχρι την κεντρική Ασία και την Ινδία, πιστοί κατέφθαναν στην Αραβία, φέρνοντας μαζί τους αντικείμενα από μακρινές περιοχές.
Η παρουσίαση στο Μουσείο Μπενάκη αποτελεί τον 16ο σταθμό της περιοδείας της και σηματοδοτεί την πρώτη παρουσίασή της στη νοτιοανατολική Ευρώπη, καθώς ξεκίνησε από το Λούβρο, περιόδευσε σε τρεις ηπείρους και πόλεις όπως: Βερολίνο, Βαρκελώνη, Αγία Πετρούπολη, Ουάσινγκτον, Τόκιο, Αμπού Ντάμπι κ.ά.
Η έκθεση διοργανώνεται από τη Σαουδική Επιτροπή Τουρισμού και Εθνικής Κληρονομιάς, το Εθνικό Μουσείο του Ριάντ και το Μουσείο Μπενάκη με την υποστήριξη του υπουργείου Πολιτισμού και τελεί υπό την αιγίδα του υπουργείου Εξωτερικών. Συνοδεύεται από ελληνικό και αγγλικό κατάλογο, ειδικές ξεναγήσεις και εκπαιδευτικά προγράμματα (αναλυτικά στο https://www.benaki.gr/index) και θα παραμείνει στην Πειραιώς έως τις 26 Μαΐου.
Πηγή:https://www.efsyn.gr
Ο αριθμός των επιθέσεων εναντίον των μουσουλμάνων που έγιναν σε ολόκληρη τη Βρετανία αυξήθηκε κατά 593% την εβδομάδα μετά τις δολοφονίες στη Νέα Ζηλανδία, σύμφωνα με μια έρευνα της οργάνωσης Tell Mama.
Σύμφωνα με στοιχεία που διαβιβάστηκαν στον Guardian, 95 επιθέσεις αναφέρθηκαν στην φιλανθρωπική οργάνωση μεταξύ της 15ης Μαρτίου, της ημέρας των δολοφονιών της Νέας Ζηλανδίας και τα μεσάνυχτα της 21ης Μαρτίου. Από αυτά, 85 περιστατικά – το 89% του συνόλου – περιείχαν άμεσες αναφορές στις επιθέσεις της Νέας Ζηλανδίας.