ΕΡΕΥΝΕΣ

 
(Φωτ.: lykourinos-kavala.blogspot.com – Εικ.: ΧΚ)
Η εγκατάσταση των προσφύγων στον ελλαδικό χώρο πυροδότησε τα ξενοφοβικά σύνδρομα των γηγενών για τους «πρόσφιγγες», τους «τουρκόσπορους», τους «γιαουρτοβαφτισμένους», «σκατοογλούδες», για τις «σμυρνιές» και «παστρικές». Δεν ήταν μόνο τα οικονομικά και τα πολιτικά αίτια, αλλά και το πολιτιστικό χάσμα που χώριζε τις δύο πλευρές και εμπόδιζε τη μεταξύ τους επικοινωνία.

Για τους γηγενείς ήταν ο διαφορετικός τρόπος ζωής και οι συνήθειες των προσφύγων, τα ήθη και έθιμά τους, η χρήση της τουρκικής γλώσσας και τα «κακόηχα» επίθετά τους, τα περίεργα ντυσίματά τους, η «εξωτική» κουζίνα τους, η ανατολίτικη μουσική, τα τραγούδια και οι χοροί τους, η έντονη κοινωνικότητά τους, η θορυβώδης διασκέδαση, η ροπή στα γλέντια και την «καλοπέραση»…

Η γυναίκα πρόσφυγας θεωρήθηκε απειλή για την ηθική τάξη της κοινωνίας.
Η στερεότυπη εικόνα εμφάνιζε την προσφυγοπούλα ως κοπέλα με χαλαρές ηθικές αρχές, που επιστράτευε την ανατολίτικη θηλυκότητά της για να συνάψει σχέσεις με γηγενείς νέους, να τους παρασύρει και να τους «τυλίξει», ώστε να εξασφαλίσει μια καλύτερη ζωή, έξω από την αθλιότητα των προσφυγικών συνοικισμών. Το έγραψε αργότερα κι ο Μυτιληνιός συγγραφέας Ασημάκης Πανσέληνος: «Όταν στα 1922 η κουτάλα της Ιστορίας ξανάδειασε, σ’ ολάκερη την Ελλάδα, όλους πια τους Μικρασιάτες (και τις Σμυρνιές), διάτορη ακούστηκε η φωνή “μας παίρνουν τους άντρες μας”, σα να είταν η χώρα καντίνα που είχε υποχρέωση να φουρνίρει άντρες, μονάχα στις ντόπιες γυναίκες».
(Πηγή: levantineheritage.com)
Δεν ήταν αβάσιμοι οι φόβοι των γηγενών: Οι πρόσφυγες, σαν συνήλθαν κάπως από τον εφιάλτη, προσπάθησαν να συμφιλιωθούν με την τραγική μοίρα τους και να υπερβούν τα αδιέξοδά τους. Η ζωή αρχίζει να ανθίζει στους προσφυγικούς οικισμούς και διεκδικεί πάλι το μερίδιό της στη χαρά, στον έρωτα, στο τραγούδι και στο γλέντι, μέσα από τους γνώριμους κώδικες επικοινωνίας που θύμιζαν τις χαμένες πατρίδες. «Οι άνθρωποι αυτοί», θυμάται αργότερα ο Μάρκος Βαμβακάρης, «ήτανε μαθημένοι να δουλεύουνε και να γλεντάνε. Όλοι οι πρόσφυγες μηδενός εξαιρουμένου. Μπορεί να δούλευε όλη τη βδομάδα σα σκύλος, αλλά το σαββατοκύριακο πήγαινε να γλεντήσει. Να βγει, να πάει, να δείξει, να κάνει…».
Έφεραν επίσης έναν νέο τρόπο γλεντιού: Οι γηγενείς διασκέδαζαν με ευρωπαϊκά και δημοτικά, «ενώ αυτοί εδώ όταν ήρθαν, αρχίσανε τσιφτετέλια, συρτά, πολλά, πολλά πράγματα. Μανέδες, τζιβαέρια, αϊβαλιώτικα, πολλά».
Αναπτύσσεται έτσι στις προσφυγικές γειτονιές ένας τρόπος ζωής και διασκέδασης πρωτόγνωρος και ελκυστικός για τους νέους που ζητούσαν να αποδράσουν από τη στεγνή καθημερινότητά τους. Η Αρμένισσα Ανζέλ Κουρτιάν επισκέπτεται τον προσφυγικό συνοικισμό της Κοκκινιάς και μας δίνει μια περιγραφή που σφύζει από ζωή: «Όταν φτάσαμε, μείναμε έκπληκτοι. Μας έκανε μεγάλη εντύπωση. Δεν έμοιαζε ούτε στην Αθήνα ούτε στον Πειραιά. Λες και ήταν πανηγύρι. Πολύς κόσμος κυκλοφορούσε χαρούμενος. Ταβέρνες, καφενεία γεμάτα κόσμο. Ορχήστρες ανατολίτικες. Κορίτσια τραγουδούσαν στη σειρά καθισμένες με τους οργανοπαίκτες. Τα πεζοδρόμια μέχρι και το δρόμο γεμάτα τραπεζάκια. Τα ούζα, τα τας κεμπάπ, τα τζατζίκια, οι παστουρμάδες και τα σαγανάκια μοσκοβολούσαν.
»Σωστό νυφοπάζαρο. Ήταν διάχυτη παντού η ατμόσφαιρα της Σμύρνης. […] Κοιτάζω γύρω μου. Πραγματικά, πολύ όμορφα κορίτσια κάνουν βόλτες. Παρέες-παρέες, πιασμένες αγκαζέ ή χέρι-χέρι. Πειράζουν και πειράζονται, γελαστές και καμωματούδες. […] Από κάθε σπίτι ακούγονται χαρούμενες φωνές και γέλια. Άντρες και γυναίκες κάθονται στις πόρτες τρώγοντας πασατέμπο, φωνογράφοι τραγουδούν διάφορα μικρασιάτικα τραγούδια…».
Μικρασιάτες πρόσφυγες στον Πειραιά (φωτ.: Αρχείο ΕΡΤ)
Όλο αυτό το «εξωτικό» σκηνικό λειτουργεί σαν μαγνήτης: «Όλοι οι νέοι της Αθήνας και του Πειραιά έρχονται για να διασκεδάσουν. Έχουν ξετρελαθεί με τα κορίτσια, τις προσφυγοπούλες. Τις βρίσκουν πιο όμορφες και πιο εξελιγμένες. Στην αρχή ήρθαν για διασκέδαση και να βρουν καμιά καμωματού. Όμως γρήγορα τους τυλίγει κάποια και παντρεύονται. Οι ντόπιοι έχουν κατατρομάξει για τα παιδιά τους. Τα χάνουν από το δικό τους περιβάλλον. Κάθε γονιός φοβάται μην τυχόν πάρει ο γιος του καμία προσφυγοπούλα χωρίς προίκα».
Οι ανάγκες της επιβίωσης και ο «αποδεκατισμός» του ανδρικού πληθυσμού (στους μεγάλους προσφυγικούς συνοικισμούς της Αθήνας στις ηλικίες άνω των 16 ετών το 62% ήταν γυναίκες και μόνο το 38% ήταν άνδρες) ανάγκασαν τις γυναίκες να βγουν μαζικά στο χώρο της εργασίας (στα εργοστάσια, στα εργαστήρια, στα σπίτια, στους δρόμους) και να επιβάλουν την παρουσία τους στις κοινωνικές δραστηριότητες. Αυτή η πρωτοφανής δημόσια έκθεση της γυναίκας θεωρήθηκε επίσης απειλή για την κρατούσα ηθική τάξη.
Τα στερεότυπα δεν περιορίζονται στις φτωχές κοπελίτσες των προσφυγικών συνοικισμών. Δημοσιεύματα της εποχής εμφανίζουν και τις εύπορες γυναίκες προσφυγικής καταγωγής να προκαλούν με την παρουσία τους, τον «ηδονισμό», την «ανηθικότητα», τη «χυδαιότητά» τους. Μια από τις πιο χαρακτηριστικές καταγραφές αυτής της ρατσιστικής οπτικής είναι το προκλητικό άρθρο «Οι γυναίκες της Αθήνας» του Κώστα Ουράνη (εφ. Ελεύθερος Λόγος, 10 Ιουλίου 1923).
Το φύλλο της εφημερίδας που φιλοξένησε το άρθρο του Κώστα Ουράνη
Ο γνωστός ποιητής αντιπαραβάλλει τις «Ατθίδες» με τις γυναίκες της Ανατολής που κατέκλυσαν και μόλεψαν την πρωτεύουσα: Στην αρχή κάνει λόγο για τον τύπο της νεαρής Αθηναίας «ο οποίος είχε την ευγένεια, λιγυρότητα και γραμμές αναγλύφων του Κεραμεικού ή μικρών αγαλμάτων της Τανάγρας. Ήταν ο ίδιος τύπος της δέσποινας που είχε διατηρηθεί και κατά τους αιώνες της δουλείας ακόμη μέσα σε λίγα αρχοντικά ελληνικά σπίτια και που έδωσε μερικά εξαίσια άνθη στην αυλή του Όθωνος. […] Είχαν στην εμφάνισή τους κάτι το πολύ αρμονικό και αρχοντικό. Θύμιζαν τις αρχαίες παρθένες που σμίλεψε ο Φειδίας ν’ ανεβαίνουν με άνθη και καρπούς στον Παρθενώνα κατά την πομπή των Παναθηναίων». Οι γυναίκες αυτές, συνεχίζει, είναι είδος προς εξαφάνιση, αφού η πόλη της Αθήνας κατακλύζεται πλέον από τις «άλλες»: «Οι άλλες έχουν τον καθαρό τύπο της Ανατολής από την οποία προέρχονται. Είναι γυναίκες που αρέσκονται πολύ να προκαλούν. Έχουν λευκή και απαλή επιδερμίδα, είναι όλες με υποβλητικές καμπυλότητες, με πρόσωπα στρογγυλά και μάτια στρογγυλά επίσης και κατάμαυρα, βυθισμένα σε ίσκιους, γεμάτα ηδονισμό. […] Είναι οι τύποι των ωραίων γυναικών – για τα κοινά τα γούστα.
»Οι γυναίκες αυτές ή είναι ανούσια αισθηματικές ή τρομερά φιλήδονες, […] έχουν κάτι το κοινό και το χυδαίο. […] Δεν έχουν απάνω τους καμιά αρχοντιά, καμιά ένστικτη λεπτότητα. Δεν είναι “κυρίες”. Είναι θηλυκά. Το κλίμα της Ανατολής τις έκανε μαλθακές, σαρκώδεις και φιλήδονες. Από δε την Ευρώπη έχουν πάρει την ελευθερία των ηθών – και ίσως τίποτα άλλο. […] Δεν έχουν την ένστικτη αποστροφή των ευγενικών γυναικών προς το χυδαίο και το ταπεινό […] αγαπούν την κουρκουσαριά, τις φράσεις με τις διπλές έννοιες, τ’ αλατισμένα αστεία.
»Ντύνονται με κίτρινα, με μαβιά, με ρόδινα χρώματα. Πολλές, υπό το πρόσχημα της ζέστης, έχουν καταργήσει τα μεσοφόρια, όταν δε περπατούν μέσα στον ήλιο οι γραμμές του σώματός των διαγράφονται καθαρά μέσα από τα φουστάνια. Με γυμνούς λαιμούς, με γυμνά μπράτσα, έχοντας κάτι το άφθονο όπως οι γυναίκες του Ρούμπενς, με μεγάλα μαύρα ματόκλαδα, κάτω από τα οποία γλαρώνει ο ηδονισμός, προκαλούν την προσοχή που ανοίγει το στόμα και ξυπνούν αιφνίδιους πόθους. […]
»Αυτές είναι οι γυναίκες που φαίνονται παντού στη σημερινή Αθήνα […] αυτή που δίνει τον τόνο, που εμφανίζεται ως τύπος, είναι η γυναίκα της Ανατολής. Ο άλλος, ο τύπος της νέας Αθηναίας, ο οποίος είχε αρχίσει να διαπλάσσεται από το κλίμα της Αττικής, χάθηκε μέσα σ’ αυτή την πλημμύρα των γυναικών της Ιωνίας και του Βοσπόρου. Κάπου-κάπου βλέπει κανείς μερικές νεαρές γυναίκες ντυμένες με διακριτική κομψότητα, με βλέμμα που κοιτάζει από ψηλά, με βάδισμα αργό και περήφανο, ωραίες σιλουέτες που κινούν το θαυμασμό: είναι αυτές, οι Αθηναίες. Αλλά εκτοπισμένες. Οι γυναίκες της Ανατολής κατέχουν σήμερα το πεζοδρόμιο και επιβάλλονται στο γούστο των κοινών με τα ζωηρά τους χρώματα, το αφρώδες δέρμα τους, τις προκλητικές καμπύλες, τα ηδυπαθή μάτια και το κάτι εκείνο το πολύ μελωμένο που αποστάζουν και που φέρνει ένα πλατάγισμα γλώσσης σ’ εκείνους που τις κοιτάζουν – όπως φέρνει το γλύκισμα που ορέγεται κανείς να φάει ή που μόλις το έφαγε…»!
Ο Ουράνης δεν αποτελούσε εξαίρεση· επένδυσε απλώς με συγγραφική μαεστρία την αντιπροσφυγική αντίληψη μιας σεβαστής μερίδας της γηγενούς κοινωνίας, αντίληψη που εξέφρασε στα 1928, με ακόμη πιο προκλητικό τρόπο, ο εκδότης της Καθημερινής Γεώργιος Βλάχος, στο γνωστό αντιπροσφυγικό άρθρο του: «Το σύμβολον της Παλαιάς Ελλάδος εκπορθείται και βεβηλώνεται από την “προσφυγικήν αγέλην”. Η Αθήνα δεν είναι πια η πόλη μόνο των “καθαρών” Ελλήνων, αλλά και πόλη των προσφύγων».
Σίγουρα θα υπήρξαν πολλές οργισμένες αντιδράσεις, κυρίως από την πλευρά των προσφύγων.
Τέσσερις μέρες μετά, στις 14 Ιουλίου 1923, η εφημερίδα φιλοξένησε απάντηση του αναγνώστη Κ.Αθ., που από την επιστολή του φαίνεται πως ήταν γηγενής Αθηναίος, άνθρωπος με μόρφωση και ευαισθησία και πήρε μέρος ως στρατιώτης στη μικρασιατική εκστρατεία. Τις εντυπώσεις του Ουράνη για τις γυναίκες της Ανατολής τις θεωρεί αποτέλεσμα της δυτικολαγνείας, της προκατάληψης και της άγνοιάς του για εκείνο το κομμάτι του ελληνισμού.
Νωπές είναι οι δικές του μνήμες από την Ελλάδα της Ανατολής: «Διπλός καημός να θυμάται κανείς τώρα εκείνην την αντικρινή, την πεθαμένη πια, Ελλάδα της Ανατολής», μιαν Ελλάδα «ζωντανεμένη, ολόστητη, ορθόστητη, λάγνα, γλυκιά, με φλογισμένη την ψυχή από τον πόθο της χαράς, με λιγωμένα μάτια από τη λαχτάρα του λυτρωμού, με ανοιχτή αγκαλιά…». Η θύμησή του τρέχει και στην Ελληνίδα της Ανατολής, που «επρόβαλε στο παραθύρι, έκοψε τα λουλούδια από τη γλάστρα της να μας ράνει, έστρωσε τα στολίδια της στο δρόμο να περάσουμε, άφησε τα δάκρυά της να κυλήσουνε πονετικά και άπλωσε τα μπράτσα της τα γραμμένα να μας χαϊδέψει τα κουρασμένα κεφάλια… Εμείς τις είδαμε τις γυναίκες της Ανατολής, εκείνες τις αλησμόνητες ημέρες της σβησμένης μας χαράς.
»Έτσι θα τις εγνώριζε ο Ουράνης τις γυναίκες της Ανατολής, αν δεν εταξίδευε διαρκώς προς Δυσμάς. […] Και όταν, ξένος, αντίκρισε τις γυναίκες της Ανατολής πλαισιωμένες στο αττικόν περιβάλλον, τις έκρινε με την ψυχρή, την εύκολη, την άδικη παρατήρηση του ξένου, του περαστικού, με την απροσεξία του ανθρώπου που δεν αγαπά εκείνο που δεν το γνωρίζει, απλούστατα διότι δεν το εγνώρισε. Όλα τα μάτια δεν βλέπουν πάντα τα ίδια πράγματα. Χρειάζεται η προοπτική του χρόνου και των γεγονότων. Τις γυναίκες της Ανατολής εμείς, καθώς τις συναντούμε τώρα στο δρόμο μας, τις βλέπουμε στο βάθος μιας σκηνής γεμάτης από καπνούς μαύρους και αίματα ζεστά, χυμένα, με λυμένα τα μαλλιά να μοιρολογούν και να οδύρονται κι ανάμεσα στους λυγμούς τους να ψιθυρίζουν χορικά της πιο φρικτής τραγωδίας.
»Είναι οι γυναίκες που επόνεσαν πολύ. Κι όσο για την ταγιά τους, για τη σιλουέτα τους, για τη γραμμή τους, κοιτάζουμε λιγάκι πιο βαθιά, μες στην ψυχή, και το ’χουμε κρυφό καμάρι πως θα γενούν μανάδες μια φορά και πως το αίμα τους θα είναι και δικό μας αίμα […]».
Κυριάκος Λυκουρίνος
Πηγή:https://diktiospartakos.blogspot.com

Ο Χαλίλ χαμογελά στους δρόμους της Αθήνας
Αγγελική Σταματάκη

Ο Χαλίλ εξηγεί τη σημασία της δουλειάς του ως διερμηνέα. Επισημαίνει τη σημασία του να αποκτούν οι πρόσφυγες πρόσβαση στις πληροφορίες, αφού έρχονται σε ένα περιβάλλον, όπου η επικοινωνία είναι δύσκολη υπόθεση

Η «Εφ.Συν.» αναδημοσιεύει σε τακτικά διαστήματα από το Ελληνικό Φόρουμ Προσφύγων ιστορίες προσφύγων και μεταναστών που ζουν στην Ελλάδα και, με όλες τις ευκολίες και τις δυσκολίες της καθημερινής ζωής, έχουν καταφέρει να ενσωματωθούν στην ελληνική κοινωνία.

Ο Χαλίλ Αλιζάντα είναι τριάντα δύο (32) ετών και γεννήθηκε στο Γκαζνί του Αφγανιστάν, τριάντα περίπου χιλιόμετρα από την πρωτεύουσα Καμπούλ. Σήμερα εργάζεται ως πολιτισμικός διαμεσολαβητής στην Caritas Hellas, ενώ, παράλληλα είναι ηθοποιός και διατηρεί και μία θεατρική ομάδα για παιδιά πρόσφυγες.

«Ζω στην Ελλάδα τα τελευταία έντεκα χρόνια και ομολογώ πως αυτά είναι τα καλύτερα της ζωής μου μέχρι στιγμής. Όταν έφτασα εδώ, ήμουν πολύ νέος, είκοσι ενός, μόλις, χρόνων. Στα χρόνια αυτά πήρα αποφάσεις πολύ κρίσιμες για εμένα και τη ζωή μου. Εγκατέλειψα το Αφγανιστάν το 2001 λόγω του πολέμου μαζί με όλη μου την οικογένεια. Ήμουν τότε δεκατεσσάρων ετών. Πρώτα πήγαμε στο Πακιστάν. Μετά εγώ μαζί με το μεγάλο μου αδελφό πήγα στην Τεχεράνη, στο Ιράν. Μείναμε μερικά χρόνια εκεί. Το 2002 ο αδερφός μου έφυγε για τη Σουηδία. Εγώ έφυγα το 2006. Όλοι ξέρουν πόσο δύσκολο είναι ένα τέτοιο ταξίδι».

Ταξίδι στην Ελλάδα

«Περπατούσα για δύο μερόνυχτα στα σύνορα Ιράν – Τουρκίας. Ήμουν πιτσιρικάς, οπότε, αυτό ήταν κάτι που μπορούσα να κάνω. Θυμάμαι, όμως, άτομα που τα πόδια τους είχαν πρασινίσει από το κρύο. Κάποιοι αναγκάστηκαν να τα κόψουν. Με την έβδομη προσπάθεια κατάφερα να περάσω από την Τουρκία στην Ελλάδα. Η πέμπτη και η έκτη προσπάθεια μου ήταν τραγικές. Μας έπιασαν οι λιμενικοί, μας πήγανε στη Μυτιλήνη, μας πήραν τα λεφτά και την επόμενη μέρα μας ξεφούσκωσαν τη βάρκα, πήραν τα κουπιά μας και μας άφησαν εκεί. Ήμασταν κάπου στις σαράντα ώρες στη θάλασσα και τριγυρνούσαμε στο νερό με τα χεριά μήπως βρούμε κάποια άκρη. Ένας Τούρκος ψαράς μας βρήκε και μας μάζεψε στο καράβι του. Μας έσωσε τη ζωή. Μετά μας παρέδωσε στις τουρκικές αρχές, στη Σμύρνη.

»Όταν τελικά τα κατάφερα, πέρασα στη Μυτιλήνη. Μεταφέρθηκα στην Καλλονή κι από εκεί στην Αθήνα. Δεν είχα κανέναν. Είχα γνωρίσει από το ταξίδι κάποια παιδιά από το Αφγανιστάν. Φτάσαμε μαζί στο κέντρο της Αθήνας. Από τότε ξεκίνησε ο αγώνας μου μέχρι σήμερα.

»Έπρεπε να βρω κάποιον για να μη μείνω στο δρόμο. Δεν ήξερα τη γλώσσα, δε μπορούσα να μιλήσω με κανέναν, ήταν σαν να μην έχω μάτια. Είχα έναν ξάδερφο της μάνας μου που ζούσε από καιρό εδώ στην Αθήνα. Τον βρήκα και ηρέμησα για ένα διάστημα. Στο μεταξύ έψαχνα για δουλειά γιατί έπρεπε να επιβιώσω. Βρήκα έναν Αιγύπτιο που είχε ένα μαγαζί με ραπτικά. Δούλεψα σε αυτόν για ενάμιση μήνα. Βρήκα κάποιους φίλους και αποφασίσαμε να νοικιάσουμε ένα μικρό σπιτάκι στην Κυψέλη. Θέλαμε να μοιραζόμαστε τα έξοδα. Μετά δούλεψα οικοδομή για δυόμισι χρόνια. Έπρεπε να βγαίνει το μεροκάματο. Παράλληλα, ξεκίνησα μαθήματα ελληνικών στη Φιλοσοφική Σχολή της Ζωγράφου. Ήταν πολύ πρωί η δουλειά μου και καμιά φορά με έπαιρνε ο ύπνος στην τάξη. Στην οικοδομή, όμως, μιλούσαν όλοι ελληνικά οπότε αυτό με βοηθούσε πολύ στο να μαθαίνω τη γλώσσα, μαζί με τα μαθήματα».

Χαλίλ για όλες τις δουλειές

«Από το 2011 ξεκίνησα να δουλεύω ως διερμηνέας μαζί με οργανώσεις. Δούλεψα στα κέντρα κράτησης της Αμυγδαλέζας, της Πέτρου Ράλλη, στο Ελληνικό. Έχω συνεργαστεί με το υπουργείο Μεταναστευτικής Πολιτικής και σήμερα δουλεύω με την Caritas. Όταν ήρθα εγώ στην Ελλάδα ήταν πιο δύσκολα τα πράγματα. Σήμερα, υπάρχουν αρκετές οργανώσεις που μπορούν να βοηθήσουν, υπάρχουν υπηρεσίες πρώτης υποδοχής. Στο πιο πρόσφατο μεγάλο κύμα προσφύγων υπήρχαν, πλέον, άνθρωποι που ήξεραν πως μπορούν να βοηθήσουν. Αυτά όταν ήρθα εγώ δεν υπήρχαν». 

Ο Χαλίλ εξηγεί τη σημασία τη σημασία της δουλειάς του ως διερμηνέας. Επισημαίνει, μάλιστα, τη σημασία του να αποκτούν οι πρόσφυγες πρόσβαση στις πληροφορίες, αφού έρχονται σε ένα διαφορετικό περιβάλλον, όπου η επικοινωνία είναι μία δύσκολη υπόθεση.

«Η δουλειά του διερμηνέα δεν είναι απλή. Έχω συνεργαστεί με ψυχολόγους, με γιατρούς κι αν δεν υπήρχε η δική μου δουλειά, δε θα κατάφερναν ποτέ να επικοινωνήσουν με τον πρόσφυγα ή τον μετανάστη. Ένας άνθρωπος είχε πρόβλημα με την καρδιά του. Έπρεπε να επικοινωνήσω μαζί του και μετά με τον γιατρό του έτσι ώστε να εξηγήσω αναλυτικά τα προβλήματά του. Θυμάμαι ένα παιδί που το βοήθησα να πάει σχολείο κι όπου πάει αναφέρει το όνομά μου και με ευχαριστεί. Πλέον, μιλάει πάρα πολύ καλά ελληνικά. Τον λένε Ζαϊγκούλ. Εμένα μου αρκεί το ότι είναι καλά και πηγαίνει μπροστά. Το σημαντικότερο πράγμα που πρέπει να κάνει ένας πρόσφυγας σε ένα διαφορετικό περιβάλλον είναι να μάθει τη γλώσσα. Αυτό θα του ανοίξει το δρόμο μετά».

Η δουλειά στα κέντρα κράτησης

«Από τη δουλειά μου στα κρατητήρια έχω πολλές εικόνες. Το πιο άσχημο που θυμάμαι είναι όταν οι κρατούμενοι έπαιρναν ψυχοφάρμακα. Είχαν πολύ ένταση και τα φάρμακα τους ηρεμούσαν. Έχω δει κρατούμενους να κόβουν τα χέρια τους, να κάνουν απόπειρες αυτοκτονίας. Ήταν πραγματικά δύσκολο. Κάποιοι επειδή δεν είχαν χαρτιά έμεναν μέχρι και δεκαοκτώ (18) μήνες κρατούμενοι. Από έξι (6) μέχρι και δεκαοκτώ (18) μήνες έλεγε ο νόμος. Ήταν σκληρό.

»Θα μπορούσα να κάνω μία άλλη, οποιαδήποτε δουλειά. Θα μπορούσα να γίνω ηλεκτρολόγος, να συνεχίσω στην οικοδομή, να ανοίξω ένα δικό μου μαγαζί. Η δουλειά που έκανα στα κέντρα κράτησης ήταν κάτι άλλο. Βοηθούσα κόσμο που δεν είχε κανέναν τρόπο να επικοινωνήσει. Ήμουν τα μάτια ενός τυφλού. Φυσικά, ζούσα από αυτή τη δουλειά. Έπρεπε κι εγώ να ζήσω μέσα από μία τίμια δουλειά. Προσπαθούσα να τους καθοδηγήσω σε έναν σωστό δρόμο. Να μάθουν την ελληνική γλώσσα, την κουλτούρα και την κοινωνία. Να βρουν πρόσβαση σε όλα όσα χρειάζονται για να φτιάξουν τη ζωή τους. Αυτό που δεν είχα εγώ, ήθελα να βοηθήσω να το έχουν εκείνοι».

Η οικογένεια και η «χαμένη πατρίδα»

Ο ίδιος μιλάει με πολύ περηφάνια για τα αδέρφια του στη Σουηδία. Για τη μικρότερη αδερφή του που ακόμα ψάχνει τι θα γίνει όταν μεγαλώσει, για τη μεγαλύτερη που θέλει να ασχοληθεί με τη ψυχολογία, για τον μικρό αδερφό του που είναι φοβερός αθλητής και για τον μεγάλο που έχει “ωραίο μυαλό”. Εκφράζει, όμως κι ένα μεγάλο παράπονο…

«Δε μου λείπει καθόλου το Αφγανιστάν. Ο μόνος λόγος που θα επέστρεφα είναι για να δω την αδερφή μου. Η πατρίδα αυτή είναι χαμένη για εμένα. Δεν έχω δει κάτι ωραίο εκεί. Μόνο πόλεμος, τσακωμοί, σκοτώνει ο ένας τον άλλο. Δεν έχω δει αγάπη για τον άνθρωπο. Έχω λίγους συγγενείς εκεί γιατί οι περισσότεροι έχουν φύγει μακριά. Η οικογένειά μου είναι στη Σουηδία, στη Γαλλία και στην Αυστραλία. Είμαστε έξι (6) αγόρια και τρία (3) κορίτσια. Δεν έχουμε καταφέρει ποτέ να μαζευτούμε όλοι μαζί σε ένα τραπέζι. Η μάνα μου είναι βουνό και θάλασσα. Έτσι την λέω. Είναι πολύ δυνατή γυναίκα (σ.σ. αναφέρει με δέος)».

Η αγάπη για το θέατρο

«Είμαι ηθοποιός, πέρα από όλα τα άλλα. Έχω παίξει σε αρκετά θεατρικά και στο σινεμά στην ταινία του Κωνσταντίνου Γιάνναρη “Man at Sea” (2011). Το πρώτο κείμενο που διάβασα για να παίξω ήταν οι “Πέρσες” του Αισχύλου. Είχαμε κάνει μία σύνδεση αυτού του έργου με τη σημερινή ζωή. Προσπαθήσαμε να δείξουμε μέσα από την παράσταση ότι ο κόσμος παραμένει ίδιος. Ανεβάσαμε αυτήν την παράσταση στο Φεστιβάλ Αθηνών. Πήγε πολύ καλά και μας κάλεσαν να παίξουμε στο Εθνικό Θέατρο της Φινλανδίας. Επιστρέψαμε το καλοκαίρι στο Φεστιβάλ “Mind the Fact” και το 2017 έπαιξα πάλι στο Φεστιβάλ Αθηνών. Έχω συνεργαστεί για μία σεζόν στο θέατρο “Γκλόρια” με τον Λάκη Λαζόπουλο και τη Μαρία Καβογιάννη στην παράσταση “Θεέ μου τι σου κάναμε”.

»Στο μεταξύ δούλευα καθημερινά και στη δομή φιλοξενίας στο Ελληνικό. Το πρωί εκεί και το απόγευμα στο θέατρο. Ήταν δύο πράγματα εντελώς διαφορετικά. Στο Ελληνικό δούλευα αρχικά ως διερμηνέας και μετά ως συντονιστής. Είχα πολλές ευθύνες και ήταν δύσκολη η δουλειά. Το θέατρο ήταν κάτι άλλο όμως. Κωμωδία, γέλιο. Κι από κάτω ένα κοινό πεντακοσίων ατόμων. Ένιωθα πολύ ωραία. Ήταν δύο ξεχωριστοί κόσμοι στους οποίους υπήρχα ταυτόχρονα.

»Το θέατρο και η τέχνη με έχει κρατήσει κοντά στους ανθρώπους. Εάν δεν το είχα αυτό, δε θα ένιωθα κι εγώ καλά. Στο θέατρο και στην τέχνη εκφράζω όλα όσα νιώθω μέσα μου. Όλα αυτά τα συναισθήματα και την ενέργεια που έχω.

»Τα τελευταία δύο χρόνια, έχω μία νέα θεατρική ομάδα στο κοινωνικό κέντρο της Caritas στο Νέο Κόσμο η οποία αποτελείται από παιδιά πρόσφυγες. Μέσα σε μία εβδομάδα από το ανοιχτό κάλεσμα που κάναμε, μαζεύτηκαν είκοσι πέντε (25) άτομα. Αυτό σημαίνει ότι η ιδέα ήταν καλή. Αυτά τα παιδιά δεν είχαν δει θέατρο, δεν είχαν κάποια επαφή με όλο αυτό. Έτσι, μου δόθηκε κι εμένα η ευκαιρία να τους μάθω όλα όσα έμαθα κι εγώ. Φέτος ξεκινήσαμε να διαβάζουμε ελληνική μυθολογία. Αφού τη μεταφράζω στα παιδιά, μετά συζητάμε για τα θέματα που βγαίνουν από τα διαβάσματά μας και βλέπουμε τι από όλα αυτά μπορούμε να κάνουμε το καλοκαίρι παράσταση. Είναι μία πολύ ευχάριστη διαδικασία.

»Η τέχνη είναι σαν θεραπεία. Όταν ανεβαίνεις στη σκηνή είσαι ελεύθερος. Αυτό προσπαθώ να τους περάσω».

Πηγή:https://www.efsyn.gr

του Ν.Σαραντάκου

Πριν από μερικές μέρες δολοφονήθηκε στη Σητεία μια 32χρονη μητέρα δύο παιδιών – τη στραγγάλισε ο εν διαστάσει σύζυγός της μπροστά στα μωρά παιδιά τους.

Τα Χριστούγεννα, η Κατερίνα, έτσι έλεγαν τη δολοφονημένη, είχε εγκαταλείψει το σπίτι όπου έμενε με τον άντρα της, επειδή αυτός τη χτυπούσε και την απειλούσε συνεχώς, και είχε πάει να μείνει με τη μητερα της. Εκείνος καθημερινά της ζητούσε να γυρίσει πίσω και ταυτόχρονα την απειλούσε πως αν πάει στην αστυνομία θα τη σκοτώσει. Στις 4 Φεβρουαρίου η Κατερίνα μαζί με συγγενείς της πήγε στο αστυνομικό τμήμα και κατάγγειλε ότι ο εν διαστάσει σύζυγός της την απειλούσε. Επειδή όμως οι καταγγελίες δεν είχαν χρονικό προσδιορισμό δεν κινήθηκε η διαδικασία του αυτοφώρου.

Και βγήκε στην τηλεόραση ο πατέρας του συζυγοκτόνου και είπε πως ήταν η κακιά η ώρα, εννοώντας πως αν στο σπίτι υπήρχε και κάποιος άλλος δεν θα γινόταν το φονικό, και ότι εκείνος την αγαπούσε κι εκείνη δεν τον στήριζε, κι αν εκείνη είχε γυρίσει στον άντρα της θα ζούσε τώρα, και ότι αυτό θα μπορούσε να συμβεί στον καθένα και ότι ο γιος του μετάνιωσε και τώρα τον έχει συγχωρήσει ο Θεός, και μάλιστα οι αστυνομικοί κατά παράβαση των κανονισμών τον άφησαν να του μιλήσει όση ώρα ήθελε και να τον αγκαλιάσει. Και η γιαγιά του 36χρονου δράστη είπε πως το θύμα «δεν του φερόταν καλά» και έκλαψε επειδή τώρα «το παιδί καταστράφηκε».

Εδώ υπάρχει ένα κοινό μοτίβο με δυο άλλες πολύ πρόσφατες περιπτώσεις γυναικοκτονιών. Να θυμίσω ότι και η 29χρονη Αγγελική Πέτρου, που δολοφονήθηκε στις αρχές του χρόνου στην Κέρκυρα από τον πατέρα της που δεν ενέκρινε τον δεσμό της, είχε επίσης αποταθεί στην αστυνομία ένα χρόνο πριν το φονικό, παραπονούμενη για τη συμπεριφορά του πατέρα της.

Αλλά και η Ελένη Τοπαλούδη, η φοιτήτρια που βιάστηκε και δολοφονήθηκε στη Ρόδο, είχε κι αυτή καταγγείλει στην αστυνομία προηγούμενο βιασμό της -χωρίς να γίνει τίποτα τότε. Τώρα μόνο άρχισε να ερευνάται η υπόθεση και εντοπίστηκαν δράστες.

Όπως διαβάζω, σύμφωνα με την έκθεση Η βία κατά των γυναικών και η προσχώρηση της Ε.Ε. στη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης, που δημοσιοποιήθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 15 Νοεμβρίου 2017, η έμφυλη βία και συγκεκριμένα η ενδοοικογενειακή βία έχει καταστεί για τις Ευρωπαίες μεταξύ 15 και 44 χρόνων η πρώτη αιτία αναπηρίας και θανάτου, αφήνοντας πίσω ακόμη και τα αυτοκινητικά δυστυχήματα ή τον καρκίνο. Οι αριθμοί είναι τρομακτικοί, καθώς όπως καταγράφεται 50 γυναίκες στην Ε.Ε. δολοφονούνται κάθε εβδομάδα, από νυν ή πρώην σύντροφό τους.

 Επιπλέον, βάσει των στοιχείων του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου για την Ισότητα των Φύλων, EIGE:
  • Στην Βρετανία, κάθε τρεις μέρες δολοφονείται μία γυναίκα
  • Στη Σουηδία, κάθε δέκα μέρες κακοποιείται μέχρι θανάτου από το σύζυγο ή σύντροφό της
  • Στην Ισπανία, μία γυναίκα δολοφονείται κάθε τέσσερις μέρες, περίπου 100 τον χρόνο
  • Στην Γαλλία, μία γυναίκα δολοφονείται κάθε πέντε μέρες εξαιτίας κακοποίησης στο σπίτι

Στην Πορτογαλία, 28 γυναίκες δολοφονήθηκαν μέσα στο 2018 από τον σύζυγο ή τον πρώην σύζυγό τους. Η χτεσινη μέρα κηρύχτηκε μέρα εθνικού πένθους για τις 28 γυναικοκτονίες.
Οι αριθμοί είναι πολύ χειρότεροι σε άλλες περιοχές του πλανήτη, ιδίως στη Λατινική και Κεντρική Αμερική και την Ινδία, κάτι που ώθησε κάποιες χώρες της περιοχής να θεσπίσουν ως ιδιαίτερο αδίκημα τη γυναικοκτονία.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις γυναίκες τραυματίζονται και δολοφονούνται επειδή αντιστάθηκαν στον βιασμό, επειδή απέρριψαν κάποιον άντρα, επειδή ζήτησαν να χωρίσουν ή χώρισαν, επειδή δεν θέλησαν να γυρίσουν στη συζυγική εστία, επειδή ο άντρας τους ζήλευε, επειδή είχαν εξωσυζυγική σχέση, επειδή ο πατέρας ή ο αδελφός τους δεν ενέκριναν τον δεσμό τους, επειδή ως ανύπαντρες είχαν σχέση.

Στην Ελλάδα δεν έχουμε στατιστικά στοιχεία για τις δολοφονίες γυναικών, γενικότερα δεν ξέρω αν κρατάμε στατιστικά στοιχεία για τα περιστατικά έμφυλης βίας, ούτε ξέρω αν θα μπει στη στατιστική της έμφυλης βιας το προχτεσινό περιστατικό στο Περιστέρι, όπου πέντε οπαδοί μιας ομάδας ξυλοκόπησαν γυναίκα οπαδό άλλης ομάδας. Όπως λένε οι ίδιοι, «ωραία γκομενίτσα είναι και της την πέσανε για σεξ, δεν κάθισε κι έφαγε τα χαστούκια της», κάτι απόλυτα φυσιολογικό δηλαδή, αφού η γυναίκα θεωρείται κτήμα του άντρα -του συζύγου της, του πατέρα της, του πρώην συζύγου της, του φίλου της, του κάθε άντρα τελικά. Εκείνη φταίει που δολοφονήθηκε, που βιάστηκε, που έφαγε τα χαστούκια της: έφυγε, δεν γύρισε, δεν του κάθισε.

Υπάρχουν πολλοί απαίσιοι ευφημισμοί για τις γυναικοκτονίες. Τις λένε «εγκλήματα πάθους», τις λένε «οικογενειακές τραγωδίες», τις λένε, αν και αυτό ευτυχώς ακούγεται λιγότερο στη χώρα μας πια, «εγκλήματα τιμής». Πριν από μισόν αιώνα, αντίθετα, διάβαζε κανεις συνέχεια στην εφημερίδα για «εγκλήματα για λόγους τιμής» -και συνηθως ο χαρακτηρισμός αυτός έφερνε αυτόματα την ευνοϊκή μεταχείριση του φονιά (πατέρα, συζύγου, αδελφού), που όχι σπάνια καταδικαζόταν σε ελαφρές ποινές, ίσα να καλύπτουν την προφυλάκιση, που ανακοινώνονταν ενώ το ακροατήριο -σύσσωμη η τοπική κοινωνία- χειροκροτούσε σε ένδειξη συμπαράστασης στον φονιά.

Τώρα δεν λέμε για εγκλήματα τιμής αλλά εξακολουθεί να γίνεται λόγος για «έγκλημα πάθους» και για «οικογενειακή τραγωδία» -ο όρος χρησιμοποιήθηκε και για τη γυναικοκτονία της Σητείας, και ήδη η χρήση των όρων έχει στρώσει παχύ χαλί για να πέσει στα μαλακά ο φονιάς στη δίκη.

Κι όταν επιχειρήσεις να μιλήσεις για γυναικοκτονία, έρχονται οι πληρωμένοι κονδυλοφόροι της πατριαρχίας και σου λένε πως η λέξη προσβάλλει τις γυναίκες επειδή τις απανθρωποποιεί, επειδή δεν τις θεωρεί ανθρώπους. Κι από κοντά έρχονται κάποιοι αλλοι επαναστάτες (της φακής) και σε λένε «δικαιωματικό της Χίλαρι Κλίντον» αν μιλήσεις για πατριαρχία και για σεξισμό.

(Πολύ χαρακτηριστικά, ο συντάκτης του Σκάι, σε άρθρο για την κήρυξη εθνικού πένθους χτες στην Πορτογαλία, χρησιμοποίησε τον όρο «γυναικοκτονία», που δεν μπορούσε να τον αποιφύγει αφού υπήρχε σε δηλώσεις Πορτογαλίδας ακτιβίστριας, μέσα σε εισαγωγικά, λες και τον πιάνει με τα γάντια για να μη μολυνθεί! : «Η ‘γυναικοκτονία’ είναι μια εθνική μάστιγα στην οποία πρέπει να ευαισθητοποιηθεί ο μέγιστος αριθμός ατόμων»)

Θα μου πείτε, τι θα αλλάξει αν πούμε «γυναικοκτονία» το φονικό της Σητείας και όχι «συζυγοκτονία» ή «ανθρωποκτονία» ή «δολοφονία»; Πιστεύω ότι έχει σημασία. Πιστεύω ότι με το να αναγνωρίσουμε και να κατονομάσουμε την έμφυλη βία, κοιτάζοντας το πρόβλημα κατάματα και μην κρύβοντάς το κάτω από τα πέπλα της «οικογενειακής τραγωδίας» και της «κακιάς στιγμής», βοηθάμε να αποκτήσει όλη η κοινωνία συναίσθηση του προβλήματος, κι έτσι την επόμενη φορά που η Ελένη, η Κατερίνα, η Αγγελική θα καταγγείλουν ότι απειλούνται, ότι βιάστηκαν, ότι ξυλοκοπήθηκαν, η απάντηση των αρχών δεν θα είναι τυπική, θα δένει τα χέρια του επίδοξου δράστη αντί να του δίνει το ελεύθερο. Αλλιώς, αν δεν κάνουμε τίποτα, θα συνεχίσουμε να μετράμε νεκρές γυναίκες.

Σήμερα ειναι 8 Μαρτίου, ημέρα της γυναίκας, και συνηθίζω τέτοια μέρα κάθε χρόνο να βάζω ένα άρθρο όπου μιλάω για τη ντροπιαστική υποεκπροσώπηση των γυναικών στις θέσεις εξουσίας και στις διευθυντικές θέσεις (παράδειγμα από πρόπερσι) και λέω για την ανάγκη να θεσπιστεί ποσόστωση, και μου λέτε πως η ποσόστωση υποτιμά τις γυναίκες και πως θα οδηγήσει σε αναξιοκρατικές τοποθετήσεις -ενώ ζούμε σε μια χώρα που η τελευταία αναξιοκρατική τοποθέτηση έγινε το 1830 όταν ο Καποδίστριας διόρισε τα αδέρφια του Αυγουστίνο και Βιάρο σε ανώτατα κρατικά αξιώματα.

Άκουσα σήμερα στο γαλλικό ραδιόφωνο ότι η γαλλική πολεμική αεροπορία ξεκινάει πρόγραμμα για να αυξήσει τα ποσοστά γυναικών στις τάξεις της, διότι τώρα έχει μόνο 20% γυναικείο προσωπικό, ενώ στους αξιωματικούς το ποσοστό είναι ακόμα χαμηλότερο, μόλις 14%. Άκουσα επίσης, στο ελληνικό ραδιόφωνο, ότι στον νέο νόμο περί αθλητισμού που έρχεται για ψήφιση καθιερώνεται ποσόστωση των φύλων στα συμβούλια των αθλητικών ομοσπονδιών, που σήμερα ανδροκρατουνται, με αποτέλεσμα οι ομοσπονδίες να έχουν ξεσηκωθεί -προς ενημέρωση, στο εξωτερικό οι αθλητικές ομοσπονδίες έχουν εδώ και χρόνια ποσόστωση, και η ίδια η FIFA. Είπα να τα γράψω κι αυτά, τελικά όμως αποφάσισα να δώσω την έμφαση στη γυναικοκτονία, αν και τα ζητήματα είναι αλληλένδετα.

Κι επειδή είναι αλληλένδετα, κλείνω το άρθρο αντιγράφοντας από τον ιστότοπο της Διεθνούς Αμνηστίας μια καταγγελία για τον νέο Ποινικό Κώδικα που έδωσε στη διαβούλευση η κυβέρνηση, ο οποίος στο θέμα του βιασμού χειροτερεύει τα πράγματα, αν αληθεύουν τα όσα θα παραθέσω. Φαίνεται όμως πως ακόμα είναι νωρίς και, με την ελάχιστη δύναμη φωνής που έχω κάνω έκκληση στην αριστερή κυβέρνηση να ακούσει το γυναικείο κίνημα και να θέσει ως βάση του βιασμού την απουσία συναίνεσης.

Δόθηκε χτες στη δημοσιότητα το σχέδιο του νέου Ποινικού Κώδικα από το Υπουργείο Δικαιοσύνης, προς δημόσια διαβούλευση.

Η Διεθνής Αμνηστία έχει ξεκινήσει εδώ και καιρό εκστρατεία με αίτημα την τροποποίηση του άρθρου 336, που περιλαμβάνει τον ορισμό του βιασμού, έτσι ώστε αυτός να ορίζεται με βάση την απουσία συναίνεσης.

Στο προτεινόμενο σχέδιο του νέου Ποινικού Κώδικα, διαπιστώνουμε ότι όχι απλώς δεν υιοθετείται ένας ορισμός του βιασμού με βάση τη συναίνεση, αλλά ο ισχύων μέχρι σήμερα ορισμός, αντικαθίσταται με έναν ακόμη χειρότερο. Η νέα πρόταση περιορίζει τις περιπτώσεις της «απειλής σπουδαίου και άμεσου κινδύνου», μόνο σε εκείνες που αφορούν «απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας». Με αυτόν τον τρόπο, οριοθετείται ακόμη περισσότερο η έννοια της απειλής (ως αποκλειστικά σωματικής), και κλείνει οποιοδήποτε περιθώριο διαφορετικής ερμηνείας.

Σε κάθε περίπτωση, ο μόνος ορισμός του βιασμού που μπορεί να γίνει αποδεκτός είναι αυτός που θα συνδέεται με την απουσία συναίνεσης. Η Διεθνής Αμνηστία, μετά από αναλυτική έρευνα και στα πλαίσια της εκστρατείας και όλου του υλικού που έχει δημοσιοποιήσει, έχει θεμελιώσει συγκεκριμένα τους λόγους για τους οποίους ένας τέτοιος ορισμός είναι απαραίτητος, έχει αναδείξει τις συγκεκριμένες δεσμεύσεις της Ελλάδας ως προς την υιοθέτησή του, ενώ έχει παράσχει αναλυτικές πληροφορίες για το ισχύον καθεστώς σε μια σειρά χωρών, και ειδικά αυτών που έχουν υιοθετήσει σχετικούς ορισμούς με βάση τη συναίνεση.

Στα πλαίσια της εκστρατείας μας, θα θέσουμε στη δημόσια διαβούλευση με συγκεκριμένο τρόπο και με βάση τις θέσεις μας, το αίτημα της τροποποίησης του άρθρου 336, και της υιοθέτησης ενός ορισμού του βιασμού με βάση την απουσία συναίνεσης. Οι γυναικείες οργανώσεις και συλλογικότητες, καθώς και οι οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, μπορούμε και πρέπει να ενώσουμε τις δυνάμεις μας και να κινητοποιηθούμε, με αίτημα την τροποποίηση του ορισμού του βιασμού. Καλούμε το Υπουργείο Δικαιοσύνης να τοποθετηθεί συγκεκριμένα και να αναλάβει πρωτοβουλία για αυτή την τόσο απαραίτητη νομοθετική αλλαγή.

Πηγή:https://tvxs.gr

«Καλημέρα σας! Γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη, στην Αγία Τριάδα. Ήταν μια ωραία μέρα, την Πρωτομαγιά του 1922. Λέγομαι Όσκαρ Φλωρεντίν. Αλλά έπρεπε να με ονόμαζαν Σαούλ…». Με αυτά τα λόγια, ο επιζών του Ολοκαυτώματος, Όσκαρ Φλωρεντίν, κατέθετε, 76 χρόνια μετά, την Πρωτομαγιά του 1998, τη δική του μαρτυρία για τα όσα έζησε στη φρίκη του πολέμου, στο πλαίσιο του εγχειρήματος του Shoah Foundation για τη διάσωση μαρτυριών ανθρώπων που επέζησαν της θηριωδίας.

«Φυλάμε το cd με τις αφηγήσεις του πατέρα, γιατί ο ίδιος δεν μας μιλούσε πότε. Μίλησε μόνο σε τρίτους, μετά από πολλά χρόνια, ενώ δεν ήθελε με τίποτα να περάσει σε εμάς τον φόβο και τις τραγικές στιγμές που έζησε στο ναζιστικό στρατόπεδο. Μας λυπόταν, δεν ήθελε να ξέρουμε τις φρικαλεότητες που έζησε», λέει η κόρη του Όσκαρ Φλωρεντίν, Ματίλντα, στη δική της κατάθεση ψυχής στον ραδιοφωνικό σταθμό του Αθηναϊκού – Μακεδονικού Πρακτορείου Ειδήσεων «Πρακτορείο 104,9 FM».

«Εμείς, οι απόγονοι των θυμάτων του Ολοκαυτώματος, έχουμε χρέος στη μνήμη, στην Ιστορία. Να θυμόμαστε, να μεταφέρουμε να καταγράφουμε όλα όσα θυμούνται οι συγγενείς μας, άνθρωποι της ισραηλιτικής κοινότητας, για να μην επαναληφθεί ΠΟΤΕ ΞΑΝΑ η τραγωδία!», λέει, με εμφανέστατη συγκίνηση, η Ματίλντα Φλωρεντίν.

Στην πλατεία Ελευθερίας

«Κοντά στο Λιμάνι μας πήγαν. Μας μάζεψαν, γέμισε η πλατεία με εβραίους, εκεί που μετά έγινε το πάρκινγκ, στην Πλατεία Ελευθερίας. Στον ήλιο μας κρατούσαν πολλές ώρες. Μας κατέγραφαν. Όπως είπαν, για να μας στείλουν στα καταναγκαστικά έργα. Ιούνιος μηνάς (σ.σ. του 1943) ήταν, δεν μας άφησαν να βάλουμε καπέλα στα κεφάλια. Σαν τα ζώα, σαν τα πρόβατα μας μετρούσαν. Τα λυκόσκυλα γύρω – γύρω, ενώ ο άλλος κόσμος μας κοιτούσε σιωπηλά από τα μπαλκόνια», ακούγεται να αφηγείται ο Όσκαρ Φλωρεντίν.

Συζητώντας το θέμα της διατήρησης της μνήμης και το γεγονός ότι σήμερα οι Ευρωπαίοι ξεχνούν το Ολοκαύτωμα, όπως δείχνουν οι έρευνες, που έγιναν πέρσι, στις οποίες το ένα τρίτο δηλώνει ότι ξέρει ελάχιστα ή καθόλου για το Ολοκαύτωμα, ενώ περίπου 1 στους 20 πολίτες δεν έχει ουδέποτε ακούσει για τις ναζιστικές φρικαλεότητες στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, την ώρα που εξακολουθούν να βρίσκονται στη ζωή δεκάδες χιλιάδες επιζώντες του Ολοκαυτώματος, η Ματίλντα Φλωρεντίν απαντά με τον δικό της τρόπο.

«Προσπαθώ να κάνω κάτι εγώ, προσωπικά. Συμμετέχω ενεργά στις εκδηλώσεις της κοινότητας. Πριν από χρόνια έγινε γνωστή στο πανελλήνιο η ιστορία της πεθεράς μου, της 84χρονης Στερίνας Ταμπώχ ή Μαρίκας Γρηγοριάδου, που σώθηκε, αφού την είχε υιοθετήσει μια οικογένεια Ποντίων. Το σημαντικότερα στην ιστορία της Στερίνας Ταμπώχ δεν είναι που σώθηκε μόνο αυτή, ενώ όλη η οικογένεια της αφανίστηκε στο στρατόπεδο του Άουσβιτς. Το συγκινητικό είναι ότι οι Πόντιοι γονείς της Στερίνας, ο Γιάννης και η Σοφία Γρηγοριάδη σεβάστηκαν την καταγωγή της, δεν ήθελαν να την αλλάξουν, ενώ της είχαν βγάλει χριστιανική ταυτότητα, δεν τη βάφτισαν στην πραγματικότητα καθώς ήθελαν να διατηρήσει το κορίτσι αυτό την εβραϊκή της ταυτότητα!», τονίζει.

Όταν ο Παλιός Σταθμός έγινε στρατόπεδο…

«“Οι Έλληνες Θεσσαλονικείς, τι κάνανε; Σας βοηθούσαν;” – Έβλεπαν μόνο. Ενώ οι ναζί κατέγραφαν τα στοιχεία μας. Εμένα, ως φοιτητή της Νομικής του ΑΠΘ, με κράτησαν στα γραφεία της Θεσσαλονίκης. Αυτό, αργότερα… αλλά μετά την πλατεία, μας μετέφεραν στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως, με γύρω συρματοπλέγματα, στον Παλιό Σταθμό. Στο στρατόπεδο της Θεσσαλονίκης ήμασταν μια εβδομάδα. Δεν μπορούσαμε να ανασάνουμε, θέλαμε να φύγουμε. Και πού να πάμε; Ήμασταν φοβισμένοι, στριμωγμένοι, δεν θυμάμαι τι τρώγαμε και αν τρώγαμε, αν είχαμε τουαλέτες. Πολλά άτομα σε ένα δωμάτια. Λέγαν, θα μας στείλουν στην Πολωνία…», αναφέρει, σε άλλο σημείο της αφήγησής του ο Όσκαρ Φλωρεντίν.

Και συνεχίζει, αφηγούμενος το ταξίδι που γι’ αυτόν είχε επιστροφή, ενώ για χιλιάδες Θεσσαλονικείς εβραίους έμελλε να είναι το τελευταίο…

«Μια μέρα, στις 2 Μαΐου, μας φόρτωσαν στα βαγόνια. Όλοι μαζί σε ένα βαγόνι, περίπου σαράντα άτομα, με δυο τενεκέδες για ανάγκες μας. Στο τρένο ήταν οικογένειες με παιδιά, γυναίκες έγκυες.. Εκεί ήμασταν όλοι: ο πατέρας μου Ιάκωβος, η μητέρα μου Ματίλντα, εγώ, ο αδελφός μου Ιωσήφ, η αδελφή μου Σάρα, η αδελφή μου Αλίκη, μαζί με τον άνδρα της Ραφαέλ και το μωρό τους… Το τρένο έτρεχε, δεν σταματούσε. Πολύ γρήγορα, στις 9 Μαΐου 1943, φράσαμε στο Άουσβιτς – Μπίρκενάου. “Τι Σας έκανε περισσότερη εντύπωση;” (ρωτάει η ερευνήτρια του Shoah Foundation). Φύσαγε δυνατός αέρας, θυμάμαι. Σκυλιά γαύγιζαν, τα παιδιά τσίριζαν, χάος μέσα στη νύχτα. Οι ναζιστές χτυπούσαν άγρια, όποιον έπεφτε κάτω…».

Ύστερα από μια μικρή παύση, ο Όσκαρ Φλωρεντίν ακούγεται να μιλάει για τους προβολείς, που φώτιζαν σαν στο σινεμά, τα τραγικά, δύστυχα πρόσωπα ανθρώπων σε απόγνωση μπροστά στον θάνατο και όσα άλλα τού έμειναν βαθιά χαραγμένα στη μνήμη… «Κάθε στιγμή ακούγαμε στο στρατόπεδο “Appelplatz!”, συγκέντρωση! Βγαίναμε πάντα με τη σκέψη, ποιον θα κρεμάσουν από εμάς; Μπορεί και εμένα…».

Πόσοι γύρισαν πίσω ζωντανοί από την οικογένεια, ρωτάμε, σήμερα, την κόρη του, Ματίλντα, και απαντά πως μόνο ο πατέρας της και ο αδελφός του, ο Ιωσήφ, γύρισαν ζωντανοί. Η ίδια πιστεύει πως τον πατέρα της τον βοήθησε ο καλός του χαρακτήρας.

«Ήταν αισιόδοξος, είχε χιούμορ, αλλά και το μυαλό του! Ήταν έξυπνος άνθρωπος. Όταν γύρισε στη Θεσσαλονίκη, όταν πολλοί άλλοι έφυγαν να σωθούν από διωγμούς, για την Παλαιστίνη, πριν δημιουργηθεί το κράτος το Ισραήλ, είπε: “είμαι Έλληνας και θα μείνω εδώ”. Ήταν μόλις 23 χρόνων, ήθελε να συνεχίσει τις σπουδές του, αλλά τον επιστράτευσαν στον Έβρο», θυμάται.

«Η φοιτητική ταυτότητα του πατέρα μου έχει ημερομηνία 24 Απριλίου 1942 και αναγράφει και τη σχολή στην οποία φοιτούσε· ήταν στο τμήμα Νομικών και Οικονομικών Επιστημών», σημειώνει και αναφέρεται στη μεγάλη συγκίνηση που ένιωσε στην προ ημερών εκδήλωση για τα αποκαλυπτήρια του έργου του Ξενή Σαχίνη με τα ονόματα εβραίων που φοιτούσαν στο ΑΠΘ και τιμάται σήμερα η μνήμη τους. Ανάμεσά τους είναι και το όνομα του πατέρα της…

Ο Όσκαρ Φλωρεντίν, ο οποίος πέθανε στις 13 Ιανουαρίου 2014, επέζησε από τη φρίκη του Ολοκαυτώματος από τύχη, όπως λέει η κόρη του, αλλά ακούγεται να λέει και ο ίδιος στο ηχογραφημένο απόσπασμα.

«Επέζησα από τύχη. Η ζωή μου δεν άλλαξε μετά. Ήθελα να συνεχίσω τις σπουδές, αλλά πήγα στρατιώτης στον Έβρο. Κι εκεί κάθε μέρα είχαμε πέντε νεκρούς… Όταν πήγα να βγάλω την ταυτότητα, με ρώτησαν, πού ήμουν στον πόλεμο. Είπα, στο στρατόπεδο. Αν ήμουν στο βουνό, δεν θα ήμουν “εντάξει” για την τότε κοινωνία […] Ακόμα και σήμερα συμβαίνουν επεισόδια, που με στεναχωρούν. Τις προάλλες, τηλεφώνησα σε έναν φίλο. Το τηλέφωνο, το σήκωσε ο γιος του. Ακούω: “Μπαμπά! Ο κύριος εβραίος σε ζητάει”. Δεν λέει: “Ο Όσκαρ σε ζητάει”…».

Σχολιάζοντας το γεγονός αυτό, η Ματίλντα Φλωρεντίν εξηγεί πως ο πατέρας της ήταν πολύ ευαίσθητος στις φιλίες: «εγώ, προσωπικά, ως κόρη του, δεν θα θύμωνα. Είναι σαν να λένε, ο Γάλλος ή ο Έλληνας, ο Τούρκος, ο Πόντιος… Η ξενοφοβία, δυστυχώς, δεν φεύγει από την κοινωνία. Δύσκολα αλλάζει ο άνθρωπος, πάντα ψάχνει τους ενόχους στους άλλους, δεν κοιτάει τον εαυτό του να γίνει καλύτερος άνθρωπος».

«Καλό είναι να είμαστε όλοι μαζί, εβραίοι και μη εβραίοι της Θεσσαλονίκης. Την Κυριακή 17 Μαρτίου (σ.σ. ημέρα της καθιερωμένης ετήσιας πορείας για τα θύματα του Ολοκαυτώματος), να ξεκινήσουμε μαζί την πορεία από την Πλατεία Ελευθερίας, στις 11.30, και να καταλήξουμε στον Παλιό Σταθμό. Εκεί, η Ομάδα “Πορεία για τη Ζωή” θα ζητήσει συγγνώμη από τους εβραίους της Θεσσαλονίκης, θα τραγουδήσουν τα παιδιά του Εβραϊκού Σχολείου Θεσσαλονίκης και συμβολικά θα φυτέψουν με παιδιά της περιοχής της Ξηροκρήνης μία ελιά!», λέει η Ματίλντα Φλωρεντίν.

Φέτος, όπως εξηγεί, συμπληρώνονται 76 χρόνια από την αναχώρηση του πρώτου συρμού για το στρατόπεδο Άουσβιτς – Μπιρκενάου, όπου ήταν και ο πατέρας της, ο Όσκαρ, ο οποίος κατόρθωσε να επιζήσει, σε αντίθεση με τους περίπου 50.000 Θεσσαλονικείς εβραίους, που δεν γύρισαν ποτέ…

Πηγή:https://thefact.gr

Η «ταξιαρχία Έρχαρτ» μπαίνει στο Βερολίνο, η ακροδεξιά ομάδα δολοφόνων από τη Βαυαρία που είχε σήμα τον αγκυλωτό σταυρό, πριν ακόμα τον κάνουν σύμβολό τους οι ναζί.
Του Χάρη Παπαδόπουλου
Όταν το ενιαίο µέτωπο της εργατικής τάξης σάρωσε την ακροδεξιά
«Οι προλετάριοι στέκονταν σε πυκνές γραμμές… Είχαν φέρει τα όπλα και τις κόκκινες σημαίες τους. Ήταν έτοιμοι να κάνουν το οτιδήποτε, να δώσουν τα πάντα, ακόμη και τη ζωή τους.
Και μετά, συνέβη το αδιανόητο.
Από τις 9 το πρωί οι μάζες στέκονταν μέσα στο κρύο και την ομίχλη. Οι ηγέτες τους κάπου συνεδρίαζαν. Η ομίχλη σηκώθηκε και οι μάζες στεκόντουσαν πάντα εκεί. Οι ηγέτες τους συνεδρίαζαν. Σήμανε μεσημέρι και στο κρύο προστέθηκε η πείνα. Και οι ηγέτες συνεδρίαζαν.
Οι μάζες διακατέχονταν από πυρετώδη ενθουσιασμό. Χρειάζονταν μια πράξη, έστω μια λέξη για να ηρεμήσουν. Όμως κανείς δεν γνώριζε τι πρέπει να κάνει, επειδή οι ηγέτες συνεδρίαζαν.
Η ομίχλη ήρθε ξανά και μαζί της ήρθε το σούρουπο. Οι μάζες επέστρεψαν σπίτι τους λυπημένες. Ήθελαν μεγάλα πράγματα, όμως δεν έκαναν τίποτα. Επειδή οι ηγέτες τους συνεδρίαζαν. Πέρασαν ολόκληρο το απόγευμα και το βράδυ συνεδριάζοντας και όταν ήρθε η αυγή συνέχισαν τη συνεδρίαση από εκεί που είχε διακοπεί».
(μαρτυρία από την νικητήρια προλεταριακή συγκέντρωση στο Βερολίνο, από το βιβλίο του Κρις Χάρμαν «Η ΧΑΜΕΝΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ, Γερμανία 1918 – 1923».
Ξηµέρωµα 13ης Μάρτη 1920. Ισχυρές στρατιωτικές δυνάµεις καταλαµβάνουν αιφνιδιαστικά το Βερολίνο. Η κυβέρνηση των σοσιαλδηµοκρατών τρέχει πανικόβλητη να σωθεί στη ∆ρέσδη και µετά στη Στουτγάρδη. Οι πραξικοπηµατίες ανακοινώνουν πως εγκαθιδρύουν «κυβέρνηση δράσης» για να σωθεί η χώρα από τον κοµµουνισµό. Επικεφαλής, ο ακροδεξιός πολιτικός Καπ. Στο σύνολο της χώρας ο µισός στρατός υποστηρίζει το πραξικόπηµα. Ο άλλος µισός περιµένει πού θα γείρει η πλάστιγγα. Όταν η σοσιαλδηµοκρατική κυβέρνηση κάνει έκκληση στο Γενικό Επιτελείο για προστασία της νοµιµότητας, ο φον Ζέεκτ, επικεφαλής του Επιτελείου, απαντά µε µια µνηµειώδη δήλωση: «ο γερµανικός στρατός δεν θα πυροβολήσει το γερµανικό στρατό». Η αποθάρρυνση κυριεύει την ηγεσία του SPD.
Oι σοσιαλδηµοκράτες κυβερνούσαν ήδη 14 µήνες. Στο διάστηµα αυτό αποκεφαλίστηκε η ηγεσία της επαναστατικής αριστεράς: ∆ολοφονήθηκε η Ρόζα Λούξεµπουργκ και ο Καρλ Λίµπκνεχτ. Τα Freikorps, εθελοντικά αποσπάσµατα της Ακροδεξιάς, εξόντωσαν 20.000 επαναστάτ(ρι)ες σε Βερολίνο και Αµβούργο, Βαυαρία και Βρέµη, σύµφωνα µε τον συγγραφέα Κρις Χάρµαν. Όλα έγιναν υπό την καθοδήγηση της σοσιαλδηµοκρατικής κυβέρνησης.
Τώρα, όµως, τα πόδια γύρισαν να χτυπήσουν το κεφάλι. Τα Freikorps συµµετείχαν ολόθερµα στο πραξικόπηµα. Πραγµατικοί ηγέτες πίσω από τον Καπ ήταν ο Λίτβιτζ, πανεθνικός συντονιστής των σφαγών των κοµµουνιστών, και ο Παµπστ, οργανωτής της δολοφονίας των Λούξεµπουργκ και Λίµπκνεχτ. Μεταξύ των εισβολέων στο Βερολίνο, και η ταξιαρχία Έρχαρτ, ένα σώµα Freikorp της Βαυαρίας: η πρώτη µονάδα µε σήµα τον αγκυλωτό σταυρό, πριν ακόµη αναχθεί σε ναζιστικό σύµβολο. Τις πρώτες ώρες, το πραξικόπηµα έµοιαζε ο απόλυτος θρίαµβος του τρόµου.
Πραξικόπημα Καπ, το πανώ γράφει: «Σταματήστε Όποιος προχωρήσει θα πυροβοληθεί.»
«Γενική απεργία διαρκείας»
Όµως, άρκεσε ένας άνθρωπος να υψώσει το ανάστηµά του για να ανατραπεί το κλίµα. Ο Λίγκεν, επικεφαλής των συνδικάτων, ήταν ο µόνος από την ηγεσία του SPD που δεν εγκατέλειψε την πρωτεύουσα. Αντίθετα, κάλεσε άµεσα για γενική απεργία διαρκείας απέναντι στο πραξικόπηµα.
Ο Λίγκεν δεν ήταν επαναστάτης. Στάθηκε όλη του τη ζωή πολέµιος της επαναστατικής Αριστεράς και της Ρόζας Λούξεµπουργκ προσωπικά. Ο Λίγκεν υπήρξε ο εµπνευστής του άθλιου συνθήµατος «τα συνδικάτα χρειάζονται ησυχία». Πωρωµένος γραφειοκράτης, αλλά µε δυνατό ένστικτο αυτοσυντήρησης. Και την κρίσιµη ώρα δεν δίστασε να ανάψει το φιτίλι για τον εργατικό ξεσηκωµό.
Στο κάλεσµα για γενική απεργία, που κυκλοφόρησε στις 11 το πρωί την 13η Μάρτη, ο Λίγκεν πρόσθεσε όχι µόνο τη δική του υπογραφή, αλλά και αυτές των άλλων φυγάδων ηγετών. Όµως τις επόµενες ώρες, µε επείγοντα τηλεγραφήµατά τους, οι επικεφαλής της σοσιαλδηµοκρατικής κυβέρνησης Έµπερτ και Νόσκε δηλώνουν δηµόσια πως ποτέ δεν υπέγραψαν τέτοια έκκληση. Ακόµη και την ώρα του απόλυτου κινδύνου, απέτασσαν µε βδελυγµία την εργατική δράση κόντρα στην Ακροδεξιά.
Η απεργία ήταν δύσκολο να ξεκινήσει πετυχηµένα: το πραξικόπηµα έγινε Κυριακή. Όµως από την πρώτη µέρα τα τρένα σταµάτησαν να κινούνται, ρεύµα και γκάζι κόπηκαν. Ο Καπ εξέδωσε εντολή: όσοι εργάτες απεργούν, θα εκτελούνται επιτόπου. Αλλά τη ∆ευτέρα 14 Μάρτη η απεργία φούντωσε πέρα από την πρωτεύουσα. Στο Αµβούργο, το Ρουρ, τη Σαξονία, σε πόλεις και χωριά, ακόµη και στα αγροκτήµατα της Ανατολικής Πρωσίας. Η απεργία έµελλε να συνεχιστεί ακόµη και µετά τη συντριβή των πραξικοπηµατιών, που ολοκληρώθηκε πριν κλείσει εβδοµάδα. Το τζίνι βγήκε από το λυχνάρι και δεν έµπαινε εύκολα πίσω.
Οι εργάτες συγκροτούν Κόκκινο Στρατό για να αντιμετωπίσουν τους πραξικοπηματίες.
Ο «Κόκκινος Στρατός» του Ρουρ
Στα ιστορικά άρθρα που αναφέρονται σ’ αυτή την περίοδο στη Γερµανία, υπάρχει ένας πολύ διαδεδοµένος µύθος: πως η ειρηνική διαµαρτυρία της εργατικής τάξης κατάφερε µόνη της να σαρώσει το πραξικόπηµα. Στην πραγµατικότητα, οι εργάτες πήραν τα όπλα και συνέτριψαν τον στρατό σε µια σειρά µάχες στον δρόµο. Αλλιώς, η ακροδεξιά θα είχε επικρατήσει τσακίζοντας τη γενική απεργία.
Σε πολλές περιοχές της Γερµανίας συστάθηκαν ένοπλες εργατικές µονάδες, που έµειναν γνωστές ως «Κόκκινος Στρατός», παρόλο που δεν είχαν ενιαία διοίκηση και δοµή. Κέντρο της πρωτοβουλίας υπήρξαν τα ανθρακωρυχεία του Ρουρ. Και η πρώτη µάχη στον δρόµο έγινε στο Χάγκεν. Εκεί, µονάδες Freikorps, ενισχυµένες µε πυροβολικό, επιχείρησαν να καταλάβουν εξ εφόδου τον σιδηροδροµικό σταθµό τη ∆ευτέρα 14 Μάρτη. Η µάχη εξελίχθηκε σε πανωλεθρία. 64 πραξικοπηµατίες έπεσαν νεκροί, έναντι 7 εργατών. 100 περίπου στρατιώτες αιχµάλωτοι. Λάφυρο των εργατών, τα κανόνια.
Το Ντόρτµουντ, λίγα χιλιόµετρα βορειότερα, καταλήφθηκε από τον στρατό. ∆ολοφονήθηκαν 7 απεργοί. Οργανώθηκε επιτροπή δράσης από ανεξάρτητους σοσιαλδηµοκράτες και κοµµουνιστές. Τα τρένα µπλόκαραν τις ενισχύσεις στον στρατό, αντίθετα µετέφεραν ένοπλους εργάτες από το Χάγκεν και το υπόλοιπο Ρουρ. Ο στρατός εγκατέλειψε εσπευσµένα την πόλη, κάτω από καταιγισµό πυρών. Υποχωρώντας στο Ρεµτσχάιλντ, έπεσε σε ενέδρα. Σκοτώθηκαν 33 εργάτες, αλλά η φρουρά του Ντόρτµουντ εξολοθρεύθηκε. Ο οπλισµός της, λεία του Κόκκινου Στρατού.
Στις 18 Μάρτη ξεκίνησε η µάχη της Έσης. Εδώ η αστυνοµία και η σοσιαλδηµοκρατική πολιτοφυλακή είχαν ταχθεί µε το πραξικόπηµα και είχαν διαλύσει την τοπική εργατική επιτροπή δράσης δολοφονώντας πολλούς απεργούς. Στην έφοδο του Κόκκινου Στρατού οι πραξικοπηµατίες πολέµησαν λυσσασµένα, υπερασπίζοντας βήµα-βήµα κάθε κτήριο. Πάρα πολλές απώλειες είχαν και οι δύο πλευρές στα σφαγεία, όπου ταµπουρώθηκε η αστυνοµία. Υπερίσχυσαν οι εργάτες. Ο Κόκκινος Στρατός έφτασε στο κέντρο της πόλης το πρωί στις 19 Μάρτη πολεµώντας σε κάθε στενό. Το ∆ηµαρχείο καταλήφθηκε το µεσηµέρι. Αργότερα έπεσαν ο σιδηροδροµικός σταθµός και το ταχυδροµείο. Όσοι πραξικοπηµατίες σώθηκαν, χρειάστηκε να εγκαταλείψουν τον οπλισµό τους για να τρέξουν.
Η πτώση της Έσης σήµανε γενική κατάρρευση του πραξικοπήµατος. Τα Freikorps αποσύρθηκαν άµεσα από το Ντίσελντορφ και σειρά άλλων πόλεων. Ακολουθώντας τους, προέλαυνε ένας Κόκκινος Στρατός 50.000 µαχητών µε βαρύ πυροβολικό.
Από τον θρίαµβο στη συντριβή
Οι ηγέτες του πραξικοπήµατος στο Βερολίνο το έσκασαν καταφεύγοντας στη Σουηδία, όπου παρέµειναν ανενόχλητοι, εισπράττοντας ως το τέλος της ζωής τους κανονικά τους παχυλούς µισθούς και τις συντάξεις τους.
Στη Γερµανία, όπου κόχλαζε η εξέγερση, για λίγο υπήρξε ένα κενό εξουσίας. Τελικά, ύστερα από διαβουλεύσεις, σχηµατίστηκε νέα κυβέρνηση µε τους σοσιαλδηµοκράτες και τα κόµµατα του κέντρου, πιο δεξιά από αυτή που ανέτρεψε ο Καπ. Η εργατική τάξη, που είχε δώσει επική µάχη, βρέθηκε τελείως στο περιθώριο.
Ακόµη και οι Κόκκινοι Στρατοί φυλλορρόησαν. Τον επόµενο µήνα επρόκειτο να σφαγούν ανελέητα από τη νέα κυβέρνηση και τα -απαραίτητα- Freikorps. Τον Απρίλη 1920 στο Ρουρ θα εφαρµοστεί για πρώτη φορά η θηριωδία που θα ζήσει αργότερα από τον Χίτλερ όλη η Ευρώπη. Παντού οµαδικοί τάφοι. Εκεί θάβονται σωρηδόν εργάτες και γυναικόπαιδα µετά τη χαριστική βολή. Και επικρατεί «νόµος και τάξη».
Πώς χάθηκε η ευκαιρία;
Στην ιστορία που εξετάζουµε ίσχυσε απόλυτα το ρητό του Ναπολέοντα: «Τις µάχες τις κερδίζουν οι φαντάροι και τις χάνουν οι στρατηγοί». Η εργατική τάξη και τα οργανωµένα µέλη της επαναστατικής αριστεράς επέδειξαν απίστευτο ηρωισµό. Αλλά οι ηγέτες της, µπρος στην ιστορική στιγµή, µετρήθηκαν και βρέθηκαν λειψοί.
Στη γενική απεργία και στις µάχες µε τον στρατό κατέβηκαν και οι σοσιαλδηµοκράτες εργάτες, και οι ανεξάρτητοι σοσιαλδηµοκράτες και φυσικά οι κοµµουνιστές. Οι επιτροπές δράσης και οι Κόκκινοι Στρατοί σχηµατίζονταν από µαχητές και των τριών κοµµάτων.
Αλλά οι ηγέτες της Σοσιαλδηµοκρατίας ήταν οργανικά ανίκανοι να αναλάβουν την ευθύνη της καθοδήγησης του κινήµατος. Αριστερά τους, το Ανεξάρτητο Σοσιαλδηµοκρατικό Κόµµα, µε 800.000 µέλη και 5 εκατοµµύρια ψήφους. Το κόµµα αυτό κήρυττε τον σοσιαλισµό και διέθετε αξιόλογους µαχητές. Αλλά τις µέρες του πραξικοπήµατος του Καπ απλώς ακολουθούσε διστακτικά τη βάση του. Όταν κατέρρευσε το πραξικόπηµα, η ηγεσία του κόµµατος πέρασε όλες τις µέρες συνεδριάζοντας, χωρίς να καταλήξει σε καµιά πρακτική πρωτοβουλία απολύτως. Απλά δεν ήξεραν τι να κάνουν µετά τη νίκη.
Το Κοµµουνιστικό Κόµµα είχε βιώσει µια οδυνηρή διάσπαση λίγο καιρό πριν το πραξικόπηµα. Είχε εξαναγκάσει σε αποχώρηση την αριστερίστικη πτέρυγά του. Αλλά και η ηγεσία, που παρέµεινε, δεν στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων. Μόλις κηρύχθηκε η απεργία στο Βερολίνο, το κόµµα επιχείρησε να τη φρενάρει. «Η εργατική τάξη δεν πρέπει να κουνήσει ούτε το δαχτυλάκι της για να υπερασπιστεί την κυβέρνηση», ανακοίνωσε η ηγεσία του Κ.Κ. Ενώ οι εργάτες -και οι κοµµουνιστές µαζί- ρίσκαραν το κεφάλι τους απεργώντας κατά της Ακροδεξιάς, το κόµµα τούς έστρεφε την πλάτη µε έπαρση. Τρεις µέρες µετά το Κ.Κ. µπήκε στην απεργία. Για να διαπράξει τώρα ένα δεξιότατο λάθος: προσπαθούσε να εµποδίσει τον εξοπλισµό της εργατικής τάξης.
Ταυτόχρονα, στο Ρουρ των συγκλονιστικών µαχών µε τον στρατό των πραξικοπηµατιών το Κ.Κ. κυκλοφορούσε την προκήρυξη: «Εργάτες, µην βγαίνετε στους δρόµους! Καθηµερινές συγκεντρώσεις στα εργοστάσια! Μην αφήνετε τους αντεπαναστάτες να σας προβοκάρουν».
Στην εργατούπολη του Αµβούργου κυριαρχούσε πριν το πραξικόπηµα η αριστερίστικη αντιπολίτευση που είχε αποχωρήσει από το Κ.Κ. «Γενική Απεργία σηµαίνει Γενική Ανοησία» ήταν το κεντρικό της σύνθηµα. Οι πιο προχωρηµένοι εργάτες του Αµβούργου τούς προσπέρασαν και στράφηκαν µαζικά στο Ανεξάρτητο Σοσιαλδηµοκρατικό Κόµµα, αλλά δυστυχώς µόνο για να χαθούν µαζί του στη σύγχυση τις µέρες που ακολούθησαν την πτώση του Καπ.
Για άλλη µια φορά ο εκπληκτικός ηρωισµός της εργατικής τάξης γέννησε µια ευκαιρία.
Και η έλλειψη σοβαρής επαναστατικής ηγεσίας άφησε την ευκαιρία να χαθεί.
Αν στη Γερµανία υπήρχε ένα κόµµα σαν τους µπολσεβίκους της Ρωσίας, ο φόρος αίµατος θα ήταν πολύ µικρότερος και η ακροδεξιά δεν θα µπορούσε να ξανασηκώσει κεφάλι. Αλλά οι επαναστατικές οργανώσεις δεν αρκεί να αυτοανακηρύσσονται σε τέτοιες. Πρέπει να σφυρηλατηθούν για χρόνια, µε υποµονή και στρατηγική. Για να µπορέσουν να δοκιµαστούν µε επιτυχία στα δύσκολα. Όπως οι µπολσεβίκοι.

Πηγή: https://www.redtopia.gr

Ο κυβερνητικός συνασπισμός υιοθέτησε τον νόμο που είχε παρουσιάσει η προηγούμενη κυβέρνησηΠραγματικότητα για την Ιταλία έγινε ο νέος νόμος που απαγορεύει τα ανεμβολίαστα παιδιά στα σχολεία, ενώ προβλέπει πρόστιμα για τους γονείς.
Οι Ιταλοί μαθητές δεν θα μπορούν να πάνε στο σχολείο αν δεν μπορούν να αποδείξουν πως έχουν κάνει τα απαραίτητα εμβόλια.
Της απόφασης της ιταλικής κυβέρνησης είχαν προηγηθεί μήνες δημόσιου διαλόγου.
Οι γονείς αντιμετωπίζουν πρόστιμο ως 500 ευρώ, αν στέλνουν ανεμβολίαστα τα παιδιά τους στο σχολείο, ενώ οι μαθητές κάτω των έξι θα στέλνονται σπίτι τους.
Ο νέος νόμος συμπίπτει με την αύξηση των ποσοστών ιλαράς, με τους Ιταλούς αξιωματούχους να υποστηρίζουν πως τα ποσοστά εμβολιασμού έχουν βελτιωθεί μετά την παρουσίασή του.
Σύμφωνα με τον νόμο Lorenzin, που πήρε το όνομα της πρώην υπουργού υγείας που τον εισήγαγε, τα παιδιά πρέπει να έχουν κάνει μια σειρά βασικών εμβολίων πριν πάνε σχολείο.
Ανάμεσα στα εμβόλια αυτά είναι τα εμβόλια της ανεμοβλογιάς, της πολιομυελίτιδας, της ιλαράς, της παρωτίτιδας και της ερυθράς. Τα παιδιά ηλικίας ως και έξι ετών θα αποκλείονται από τους παιδικούς σταθμούς και τα νηπιαγωγεία χωρίς πιστοποιητικό εμβολιασμού.
Τα παιδιά ηλικίας έξι ως δεκαέξι ετών δεν θα αποκλείονται από το σχολείο, ωστόσο οι γονείς τους θα αντιμετωπίζουν πρόστιμα αν δεν τους έχουν κάνει τα υποχρεωτικά εμβόλια.
Η προθεσμία για τα αποδεικτικά ήταν, μετά από προηγούμενη καθυστέρηση, η 10η Μαρτίου, ωστόσο, σύμφωνα με νέα προθεσμία, επεκτάθηκε ως χθες.
«Τώρα όλοι προλαβαίνουν να καλύψουν τη διαφορά», δήλωσε η υπουργός υγείας Τζούλια Γκρίρλο στην εφημερίδα La Repubblica.
Σύμφωνα με πληροφορίες, η Ιταλίδα υπουργός, αντιστάθηκε στις πιέσεις του Ματέο Σαλβίνι ο οποίος ζητούσε την περαιτέρω παράταση της συμφωνίας.
Η Τζούλια Γκρίλο υποστήριξε πως οι νέοι κανόνες είναι απλοί και ότι ο μη εμβολιασμός ισούται με μη παρακολούθηση μαθημάτων. «Όχι εμβόλια, όχι σχολείο», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Τα ιταλικά Μέσα αναφέρουν πως οι περιφέρειες της χώρας αντιδρούν διαφορετικά. Στην Μπολόνια οι τοπικές αρχές έστειλαν επιστολές στους γονείς των ανεμβολίαστων μαθητών, σε άλλες περιοχές δεν έχουν αναφερθεί καταγεγραμμένα περιστατικά μη εμβολιασμένων μαθητών, ενώ μερικές περιφέρειες αποφάσισαν να δώσουν περίοδο χάριτος μερικών ημερών ακόμα.
Ο νέος νόμος
Ο νέος νόμος πέρασε ώστε τα ποσοστά εμβολιασμού στην Ιταλία, που ανέρχονταν κάτω από το 80%, να ανέλθουν στο 95%, όριο που έχει θέσει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας.
Τη Δευτέρα, την ημέρα που έληγε η προθεσμία εμβολιασμού, η ιταλική κυβέρνηση ανακοίνωσε πως βρίσκεται πολύ κοντά στον στόχο του 95% για τα παιδιά που γεννήθηκαν το 2015.
Ο νόμος Lorenzin παρουσιάστηκε από την προηγούμενη κυβέρνηση, με τον σημερινό κυβερνητικό συνασπισμό να μάχεται εναντίον του όταν ήταν ακόμα στην αντιπολίτευση.
Πηγή: www.lifo.gr

Με κείμενό της η Αντιφασιστική Δράση Ρεθύμνου γράφει για την ιστορία μίας αφίσας όπου με τον τρόπο της έσμιξε τον φωτορεπόρτερ Γιάννη Μπεχράκη και τον Χανιώτη αναρχικό Βαρδή Τσουρή, που και οι δύο έφυγαν νωρίς από τη ζωή.

Αναφέρεται στο κείμενο:

”Έχουν γραφτεί και ειπωθεί αρκετά για τον άνθρωπο και φωτορεπόρτερ Γιάννη Μπεχράκη όπου πριν λίγες μέρες έφυγε από τη ζωή. Σαν ομάδα «συναντηθήκαμε» μαζί του πριν από 3 χρόνια πάνω στην αναζήτηση μιας εικόνας. Θέλαμε να συνοδεύσει ένα ριζίτικο τραγούδι με αναφορά στους ξενιτεμένους ανθρώπους συνθέτοντας μια αφίσα.

Τα λόγια του τραγουδιού μας είχαν αγγίξει πολύ και ζητούσαμε να πλαισιωθεί από μια αντίστοιχης δύναμης εικόνα. Αφού εμφανίστηκε δουλεμένη η αφίσα με τη γνωστή πλέον φωτογραφία του Γιάννη Μπεχράκη δεν ψάξαμε άλλο.

Το τραγούδι το είχε μοιραστεί μαζί μας ο σύντροφος Βαρδής Τσουρής σ’ ένα περίπατο στην ιστορία στους πρόποδες του Ψηλορείτη.

Οι δύο αυτοί άνθρωποι μας άφησαν νωρίς για να κάνουν παρέα με χιλιάδες ξενιτεμένους που άφησαν τη τελευταία τους πνοή στο δρόμο για ένα καλύτερο αύριο, με λιγότερο θάνατο.

Η δύναμη της αφίσας βρίσκεται στη ζωή. Στα βαθιά λόγια της λαϊκής μας παράδοσης και στο παιδί που με τη φροντίδα του γονιού του τα κατάφερε.

Δύναμη στους ανθρώπους του Γιάννη Μπεχράκη και των ξενιτεμένων που δεν τα καταφέρνουν. Δύναμη σε όλες και όλους μας.”

Δείτε την αφίσα:

Πηγή:http://agonaskritis.gr

Η κ. Δήμητρα, το περίσσευμα, η αγάπη

► «Έμεινα μια βδομάδα στα παγκάκια με τα σκυλιά μου. Ήταν φρικτή εμπειρία. Για μεγάλο διάστημα μετά, ακόμα και το θρόισμα των φύλλων με τάραζε. Φοβήθηκα και για τη ζωή μου, είδα πολλά άσχημα πράγματα. Μια κυρία που ήταν πελάτισσά μου με βρήκε, κατάλαβε και μου είπε ότι η μητέρα της είχε μια αποθήκη στην πολυκατοικία όπου έμενε. Μου την πρόσφερε και έμεινα εκεί μαζί με τα σκυλιά μου. Έβαζα συνέχεια αγγελίες για οποιαδήποτε δουλειά, αλλά η ηλικία μου ήταν πάντα ανασταλτικός παράγοντας. Ένιωθα ότι περισσεύω στην ίδια μου τη ζωή και σκέφτηκα ότι πρέπει να πάψω να υπάρχω. Έκανα μια τρέλα, αλλά ευτυχώς με τράβηξε το σκυλί μου και με έσωσε. Εκεί κατάλαβα ότι δεν έχω το δικαίωμα να κάνω βλακείες.
Ένα πρωινό είδα σε μια εκπομπή τη «σχεδία». Πήγα στο σταθμό του μετρό στους Αμπελοκήπους, βλέπω μια πωλήτρια και, αφού αγόρασα το περιοδικό, τη ρώτησα. Πήρα τηλέφωνο και μου είπαν θα με ειδοποιήσουν. Πέρασε μια εβδομάδα αγωνίας μέχρι να ξεκινήσω. Είμαι στο περιοδικό από το τρίτο τεύχος. Μετά από ένα χρόνο, έπιασα το δικό μου σπίτι.
Όταν ξεκίνησα, ντρεπόμουν πάρα πολύ. Αυτό που έκανα στο δρόμο είχα την εντύπωση ότι δεν ήταν ορθόδοξο, ότι για τον κόσμο σημαίνει χλευασμός, περηφρόνηση. Βλέποντας, όμως, τη ζεστασιά και την εκτίμηση του κόσμου, πήρα ώθηση να συνεχίσω. Με ανεβάζει πολλές φορές, έστω κι αν δεν είμαι καλά ή πονάω.
Ο κόσμος σε αγαπάει όταν δει ότι τον προσέχεις και τον σέβεσαι, παίρνει δύναμη από σένα. Πάντα υπάρχουν και οι εξαιρέσεις. Υπάρχει και ο κόσμος που έχει τις πίκρες του, τα προβλήματά του, τις στενοχώριες του, αλλά αντιδρά βίαια».
Η κ. Δήμητρα, στα 70 της πια, είναι στη «σχεδία» μας από τον πρώτο καιρό. Κάποια στιγμή, μας έκανε την τιμή να μοιραστεί μαζί μας την προσωπική της ιστορία, ένα κομμάτι της ψυχής της. Και της δικής μας ψυχής.
Το πλήρες κείμενο μπορείτε να το διαβάσετε εδώ: http://shedia.gr/vendors/dhmhtra-piagkoy-65-etwn/
Πηγή:http://www.enallaktikos.gr

(*Νάγκες Ράο:Αμερικάνος αρθρογράφος και σύντροφος, ινδικής καταγωγής)
του Χάρη Παπαδόπουλου

Ένα πολύ επικίνδυνο πολεμικό επεισόδιο συνέβη τις προηγούμενες μέρες μεταξύ Ινδίας και Πακιστάν. Πρόκειται για δύο χώρες που τα 80 χρόνια της ύπαρξής τους βρίσκονται συνέχεια σε ένταση. Ως τώρα έχουν υπάρξει μεταξύ τους 3 πολεμικές συρράξεις με επταψήφιο αριθμό νεκρών. Σήμερα, και η Ινδία και το Πακιστάν διαθέτουν πυρηνικά όπλα. Και δεν διστάζουν να απειλήσουν η μία την άλλη πως θα χρησιμοποιήσουν «όλα τα μέσα, αν χρειαστεί».

Στις 26 Φλεβάρη, η πολεμική αεροπορία της Ινδίας βομβάρδισε περιοχή μέσα στο Πακιστάν. Η κυβέρνηση της Ινδίας επαίρεται πως εξόντωσε «πάνω από 300 εκπαιδευόμενους τρομοκράτες και τους εκπαιδευτές τους». Το Πακιστάν απάντησε με την κατάρριψη 2 ινδικών πολεμικών αεροσκαφών.
Η αφορμή για τον βομβαρδισμό ήταν η επίθεση αυτοκτονίας στο αρχηγείο μιας παραστρατιωτικής ομάδας μέσα στο κατεχόμενο από την Ινδία έδαφος του Κασμίρ. Στην επίθεση αυτή έχασαν τη ζωή τους 40 Ινδοί παραστρατιωτικοί. Την ευθύνη ανέλαβε ισλαμική οργάνωση του Κασμίρ, που είχε τη βάση της μέσα στο έδαφος του Πακιστάν. Και αυτή βομβάρδισαν τα ινδικά αεροπλάνα.
Μπάτσοι συλλαμβάνουν παιδάκια. Στο Κασμίρ όχι στην Παλαιστίνη…
Αμέσως μετά την επίθεση ξεκίνησε μια εκστρατεία έξαλλου εθνικιστικού μίσους ενάντια στο Πακιστάν, αλλά και ενάντια στα 170 εκατομμύρια μουσουλμάνους πολίτες της Ινδίας. Ενορχηστρωτής της εκστρατείας μίσους είναι η ακροδεξιά κυβέρνηση του Τζανάτα Μπαρατίγια. Πρόκειται για το μεγαλύτερο κόμμα της ακροδεξιάς παγκόσμια, με τεράστια προϊστορία εγκλημάτων σε βάρος της μουσουλμανικής μειονότητας. Ο πρωθυπουργός Ναρέντνα Μόντι, είναι ένας Ινδός Τζήμερος. Συνδυάζει τον πλέον απάνθρωπο νεοφιλελευθερισμό (τα περίφημα «Μοντινόμικς», που πετούν στο δρόμο εκατομμύρια εργαζομένους) με παραληρηματικό εθνικισμό.
Ο Μόντι αντιμετωπίζει εκλογές την άνοιξη. Και προσπαθεί να καρπωθεί ψήφους ντυμένος με τα χρώματα της εθνικής υπερηφάνειας και του θρησκευτικού μίσους κατά των μουσουλμάνων.
Όμως, στο κλίμα της εθνικής έξαρσης έχουν συνταχθεί ή προσαρμοστεί και όλα τα σημαντικά κόμματα της χώρας, ακόμα και αυτά της Αριστεράς. Τα δύο κύρια αριστερά κόμματα, το ΚΚ Ινδίας και το ΚΚ Ινδίας (μαρξιστικό), ουσιαστικά καταλήγουν να δικαιολογούν τον βομβαρδισμό του Πακιστάν ως απάντηση στις τρομοκρατικές επιθέσεις των αυτονομιστών του Κασμίρ. Έτσι όμως δεν μπορούν να κάνουν ουσιαστική αντιπολίτευση στον ακραίο εθνικιστή Μόντι, εφόσον ανακηρύσσουν ως Νο 1 εχθρό της ειρήνης την «τρομοκρατία».
Ακόμη και ο χώρος της επαναστατικής Αριστεράς στην Ινδία τοποθετεί στις ανακοινώσεις του την «τρομοκρατία» των μουσουλμάνων του Κασμίρ ως κύριο ζήτημα, το οποίο πρέπει να διευθετηθεί με πυγμή από το ινδικό κράτος.
Χαρακτηριστικά, η οργάνωση «Ριζοσπάστης Σοσιαλιστής», που συνδέεται με την Τέταρτη Διεθνή, αποδίδει στην «τρομοκρατία» την πιο μεγάλη ευθύνη για τον πολεμικό κατήφορο και ζητά από το ινδικό κράτος και τα δικαστήρια να τιμωρήσουν αυστηρά όσους βοήθησαν στο έργο του τον βομβιστή αυτοκτονίας. Και αυτή η απίστευτη ανακοίνωση αναρτήθηκε από το International Viewpoint: http://www.internationalviewpoint.org/spip.php?article5952
Παραστρατιωτικοί περιπολούν ανάμεσα στους κατοίκους.
Ήταν τρομοκρατικό το χτύπημα στο Κασμίρ;
Όσα ακριβώς χρόνια βρίσκεται κατεχόμενη από τους σιωνιστές η Παλαιστίνη, άλλα τόσα και το Κασμίρ. Και κάτω από τις ίδιες συνθήκες αιματηρής καταστολής και εκφοβισμού.
Το Κασμίρ είναι βόρεια πολιτεία της Ινδίας, στα όρια των Ιμαλάϊων. Κατακτήθηκε από τον ινδικό στρατό στον πόλεμο του 1947 ενάντια στο Πακιστάν. Από τα 13 εκατομμύρια κατοίκους του το 77% είναι μουσουλμάνοι και ζουν σε συνθήκες υποδούλωσης. Τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, 8.000 κάτοικοι του Κασμίρ έχουν δολοφονηθεί από την αστυνομία, τον στρατό και τις ένοπλες παραστρατιωτικές ομάδες Ινδουιστών, που συνεργάζονται αρμονικότατα με τις Ινδικές δυνάμεις κατοχής. Απειράριθμοι είναι οι βιασμοί γυναικών και τα βασανιστήρια σε βάρος του μουσουλμανικού πληθυσμού. Μάλιστα, οι παραστρατιωτικοί επαίρονται στις ανακοινώσεις τους πως αποτελούν την «Άρια φυλή»(!), που υπερασπίζει την πατρίδα από τον ισλαμισμό. Πρόκειται για πάνοπλες ομάδες, που περιπολούν δέρνοντας και τρομοκρατώντας σε καθημερινή βάση, κατά προτίμηση παιδιά, γέρους, καθώς και κάθε αδύναμο στις γειτονιές των μουσουλμάνων.
Black-Day kashmir
Οι διαδηλώσεις και οι μαζικές διαμαρτυρίες στο Κασμίρ συντρίβονται με τη σιδερένια φτέρνα των δυνάμεων κατοχής. Δεν είναι παράξενο που νέοι μουσουλμάνοι, σε αυτές τις συνθήκες, στρατολογούνται σε ισλαμικές οργανώσεις που, τουλάχιστον, ανταποδίδουν κάπως τα συνεχή χτυπήματα των δυνάμεων καταστολής.
Και όσες και όσοι ανήκουν στην επαναστατική Αριστερά στην Ινδία θα έπρεπε να πανηγυρίζουν κάθε φορά που μια φασιστική μονάδα «Άριων πολεμιστών» ξεκληρίζεται από την οργή των καταπιεσμένων Κασμιριανών. Όχι να απαιτούν να τιμωρηθούν τα θύματα της κατοχής που αντιστάθηκαν.
Η Αριστερά στην Ινδία, που θα αξίζει το όνομά της, είναι αυτή που θα τολμήσει να χαρακτηρίσει ως Νο 1 εχθρό τον ινδικό ιμπεριαλιστικό σωβινισμό και την κυβέρνηση της χώρας. Όχι τους ξυπόλυτους που αντιστέκονται στην κρατική καταστολή. Και που θα αποκαλύψει στην εργατική τάξη και τους εξαθλιωμένους της Ινδίας πως για να απομακρυνθεί ο κίνδυνος πολέμου, πρέπει να δοθεί πλήρης αυτοδιάθεση στο Κασμίρ. Αλλιώς, τα αντιπολεμικά ευχολόγια και οι γενικόλογες διακηρύξεις υπέρ της ειρήνης δεν έχουν βάση.
Ευτυχώς, τουλάχιστον στο Πακιστάν, υπάρχουν επαναστατικές οργανώσεις που τολμούν και χρεώνουν στην ηγεσία της χώρας τους τις κύριες ευθύνες και αποκαλύπτουν την εθνικιστική υποκρισία της.
Πολιτικοί κρατούμενοι (και μεταξύ τους… παιδιά) στο Κασμίρ.

Στην Ινδία, με τη μακρά και ηρωική παράδοση της κομμουνιστικής αριστεράς. Στην Ινδία, όπου η εργατική τάξη έχει δώσει μεγαλειώδεις απεργιακές μάχες με πρόσφατη την απεργιακή κινητοποίηση εκατομμυρίων που παρέλυσε τον κρατικό μηχανισμό. Στην Ινδία, όπου το κίνημα ενάντια στους βιασμούς και τις γυναικοκτονίες έχει γίνει ταξικό ζήτημα των κατώτερων καστών. Είναι κρίσιμο σε μια χώρα με τα παραπάνω χαρακτηριστικά να ακουστούν οι επαναστατικές διεθνιστικές φωνές και όλοι αυτοί οι αγώνες και οι παραδόσεις να μην καταλήγουν βορά στον εθνικό κορμό. Αλλιώς, το μέλλον σ’ αυτή τη γωνιά του πλανήτη, με τον εθνικισμό να κυριαρχεί και τα πυρηνικά όπλα να βρίσκονται παρά πόδα, προμηνύεται ζοφερό.

Πηγή: https://www.redtopia.gr

Συγκλονίζουν τα στοιχεία που αφορούν στην κακοποίηση των παιδιών και τα οποία δημοσιοποιήθηκαν σε ημερίδα που διοργάνωσαν η Ιατροδικαστική Υπηρεσία Πειραιά και η Ελληνική Ιατροδικαστική Εταιρεία.

Εκτιμάται πως ένα στα πέντε παιδιά πέφτει θύμα κάποιας μορφής κακοποίησης, οι περισσότεροι δράστες είναι άντρες, ηλικίας άνω των 30 ετών και σε ποσοστό 70%-90% ανήκουν στο φιλικό ή συγγενικό περιβάλλον της οικογένειας του παιδιού και είναι άτομα «υπεράνω πάσης υποψίας».