ΕΡΕΥΝΕΣ

Φέτος κλείνουν 100 χρόνια από την Γερμανική Επανάσταση. Ένα ξεχασμένο επεισόδιό της έχει ιδιαίτερο ελληνικό ενδιαφέρον και ταυτόχρονα συμπυκνώνει όλον τον παραλογισμό του πολέμου.

Πριν από έναν αιώνα, τη νύχτα της 15ης Ιανουαρίου 1919, το άγρια δολοφονημένο σώμα της Ρόζας Λούξεμπουργκ, ηγέτιδας των Σπαρτακιστών, μιας αντιπολεμικής οργάνωσης της γερμανικής Αριστεράς, ριχνόταν με εκδικητική μανία από τη γέφυρα Λίχτενσταϊν στο κανάλι Λάντβερ του Βερολίνου. Περίπου την ίδια εποχή κατέφθαναν σε ελληνικό έδαφος, κατάκοποι και εξαθλιωμένοι, οι πρώτοι Έλληνες αιχμάλωτοι και εξεγερμένοι στρατιώτες του Γκέρλιτς. Κάπως έτσι, με ματωμένη γραμματοσειρά, γράφτηκε ο επίλογος της γερμανικής κομμουνιστικής εξέγερσης και στρώθηκε το έδαφος για το βραχύβιο διάλειμμα της εύθραυστης δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Αυτή η γερμανική ιστορία με τις παγκόσμιες αντανακλάσεις εμπεριείχε και μια παραγκωνισμένη από την ιστοριογραφία ελληνική πτυχή, το Συμβούλιο των ελλήνων στρατιωτών του Γκέρλιτς. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

Το ξέσπασμα της επανάστασης

Η Γερμανική Επανάσταση, η εμφύλια σύγκρουση που ξέσπασε στη Γερμανική ΑυτοκρατορίαΓερμανική Αυτοκρατορία τον Νοέμβριο του 1918 και έληξε τον Αύγουστο του 1919 με την ανατροπή του καθεστώτος της συνταγματικής μοναρχίας και την αντικατάστασή του από την δημοκρατία, συνδέεται άρρηκτα με τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στο τέλος του Οκτώβρη του 1918 αυτός ο πόλεμος, που είχε ξεκινήσει πριν από τέσσερα χρόνια με την προσδοκία ότι θα έχει σύντομη διάρκεια, είχε μετατρέψει την Ευρώπη σε ένα απέραντο σφαγείο που σμπαράλιασε τις ζωές εκατομμυρίων στρατιωτών στην υγρή φρίκη των χαρακωμάτων και εξουθένωσε τις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Η ήττα για την Γερμανία είχε συντελεστεί, οξύνοντας τις κοινωνικές αντιθέσεις στο εσωτερικό της χώρας.

Ο Γερμανός καλλιτέχνης Ότο Ντιξ ήταν στρατιώτης στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και αποτύπωσε τη φρίκη του σε μία σειρά από έργα.

Δυο εκατομμύρια Γερμανοί είχαν σκοτωθεί στα πεδία των μαχών, η βιομηχανία είχε καταστραφεί, το ίδιο και η αγροτική παραγωγή. Οι Γερμανοί στρατιώτες αλλά και οι πολίτες υπέφεραν από την πείνα και τις ασθένειες. Όλοι αδημονούσαν για το τέλος της σύγκρουσης και την ανάκτηση της χαμένης τους κανονικότητας. Ωστόσο, στις 28 Οκτωβρίου η γερμανική ανώτατη στρατιωτική διοίκηση διατάζει τον γερμανικό στόλο να βγει στη Βόρεια Θάλασσα για να δώσει μια ύστατη ναυμαχία με τους Άγγλους. Για τους ναύτες, αυτή η εντολή σήμαινε μια μαζική επέλαση προς τον θάνατο. Αρνήθηκαν. Η διοίκηση απάντησε με διώξεις εναντίον των ναυτών.

Στις 3-4 Νοεμβρίου ξεσπά η ανταρσία στο Κίελο. Οι ναύτες καταλαμβάνουν την πόλη, ενώνονται με τους εργάτες και τους στρατιώτες και σχηματίζουν το πρώτο «σοβιέτ» (έτσι ονομάστηκαν τα συμβούλια εργατών και στρατιωτών που διαμορφώθηκαν στα πρότυπα των σοβιέτ της ρωσικής επανάστασης του 1917). Ζητούν συνταγματικές μεταρρυθμίσεις, ειρήνη, απομάκρυνση της βασιλικής οικογένειας. Την επόμενη μέρα στα καράβια του στόλου υψώνονται κόκκινες σημαίες. Ήταν το πρελούδιο μιας εξέγερσης.

Επαναστατημένοι ναύτες στο Κίελο, 5 Νοεμβρίου 1918. [Deutsches Historisches Museum, Berlin]

Η αναταραχή διαχέεται σε όλη τη Γερμανία, οργανώνονται διαμαρτυρίες, προκηρύσσονται απεργίες, καταλαμβάνονται τα δημόσια κτίρια και δημιουργούνται Συμβούλια στρατιωτών-εργατών. Στις 9 Νοεμβρίου εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες βαδίζουν προς το κέντρο του Βερολίνου διεκδικώντας το τέλος του πολέμου και την ανατροπή της μοναρχίας. Μέχρι το μεσημέρι η εξουσία του Ράιχσταγκ είχε αμφισβητηθεί και η γερμανική πρωτεύουσα είχε περάσει στα χέρια των επαναστατών. Την ίδια μέρα ο πρωθυπουργός του Ράιχ Μαξ φον Μπάντεν ανήγγειλε την παραίτηση του Κάιζερ Γουλιέλμου και ο ηγέτης του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος Φρίντριχ Έμπερτ διορίστηκε πρωθυπουργός της χώρας. Ο Έμπερτ ανέλαβε τις διαπραγματεύσεις με τους Αγγλογάλλους, σπεύδοντας να αποκηρύξει τις επαναστατικές διεργασίες με τη μνημειώδη φράση «μισώ την επανάσταση σαν την πανούκλα». Στις 11 Νοεμβρίου σε ένα σιδηροδρομικό βαγόνι στο δάσος της Κομπιέν υπογράφηκε η ανακωχή του Μεγάλου Πολέμου.

Η σύσταση των Freikorps

Ωστόσο, τα προβλήματα δεν λύθηκαν. Ο αποκλεισμός που είχαν επιβάλει οι δυνάμεις της Αντάντ συνεχίστηκε μέχρι και την υπογραφή της συνθήκης ειρήνης (συνθήκη των ΒερσαλλιώνΣυνθήκη των Βερσαλλιών). Από την ανακωχή κι έπειτα, η Γερμανία δεν είχε τη δυνατότητα να προβάλει αντίσταση και η Αντάντ απέκτησε απόλυτη πρόσβαση στη Βαλτική Θάλασσα –τη μοναδική θάλασσα που είχε παραμείνει έως τότε υπό γερμανικό έλεγχο– καθιστώντας τον αποκλεισμό ακόμα πιο αυστηρό. Ο χειμώνας του 1918-1919 στις αναμνήσεις των Γερμανών εγχαράχθηκε ως η εποχή που ο λιμός χρησιμοποιήθηκε ως εργαλείο εκβιασμού σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι στη διάρκεια του ιδίου του πολέμου.

Οι κακουχίες φουντώνουν τα εμφύλια πάθη. Οι Γερμανοί χωρίζονται ανάμεσα σε αυτούς που επιλέγουν τη σοσιαλδημοκρατία, κι αυτούς που επιθυμούν μια «δημοκρατία των Συμβουλίων (σοβιέτ)» παρόμοια με αυτή που είχε καθιερωθεί από το Μπολσεβίκικο κόμμαΜπολσεβίκοι στη ΡωσίαΡωσική Επανάσταση. Τα γεγονότα που θα ακολουθήσουν αντικατοπτρίζουν πρωτίστως μια διαμάχη για την εξουσία μεταξύ του μετριοπαθούς Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος της ΓερμανίαςΣοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Γερμανίας (SPD) με επικεφαλής τον Φρίντριχ Έμπερτ και των πιο ριζοσπαστών κομμουνιστών του Κομμουνιστικού Κόμματος ΓερμανίαςKommunistische Partei Deutschlands, υπό την ηγεσία του Καρλ ΛίμπκνεχτΚαρλ Λίμπκνεχτ και της Ρόζα ΛούξεμπουργκΡόζα Λούξεμπουργκ, που προηγουμένως είχαν ιδρύσει και διοικούσαν τους Σπαρτακιστές.

Η Ρόζα Λούξεμπουργκ.

Σε αυτό το κρίσιμο σταυροδρόμι η σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση αποφασίζει να χρησιμοποιήσει μια ομάδα αντιδραστικών αξιωματικών, που είχαν συστήσει ένοπλα τμήματα, για να χτυπήσουν τους Γερμανούς που υποστήριζαν τη «Δημοκρατία των Συμβουλίων». Επρόκειτο για τα Freikorps, ένοπλα σώματα εθνικιστικής και αντισημιτικής απόχρωσης, που αποτελούνταν κυρίως από αξιωματικούς, οι οποίοι κατά την τετραετία του πολέμου είχαν αποκτηνωθεί και είχαν κόψει εντελώς τους δεσμούς με κοινωνικές και πολιτιστικές διαδικασίες: «Ήταν κυρίως άνθρωποι που προέρχονταν από τις Ανατολικές περιοχές της Γερμανίας και θεωρούσαν ότι κινδύνευαν να μείνουν έξω από τον εθνικό κορμό της χώρας με την αλλαγή των συνόρων. Χρηματοδοτήθηκαν από τη γερμανική αστική τάξη, ανέπτυξαν έναν ισχυρό φανατισμό και χρησιμοποιήθηκαν για την καταστολή της επανάστασης στο Βερολίνο αλλά και ενάντια στα τοπικά σοβιέτ» επισημαίνει ο ιστορικός και καθηγητής στο ΑΠΘ, Γιώργος Μαργαρίτης.

Στις 6 Δεκεμβρίου τα Freikorps πυροβόλησαν εναντίον διαδηλωτών στρατιωτών στο Βερολίνο σκοτώνοντας 16 άτομα, επιτέθηκαν στα γραφεία της εφημερίδας των ΣπαρτακιστώνΕξέγερση των Σπαρτακιστών «Ρότε Φάνε» (κόκκινη σημαία) και εισέβαλαν στο μέγαρο της Εκτελεστικής Επιτροπής του σοβιέτ του Βερολίνου. Ακολούθησαν ογκώδεις διαδηλώσεις με σύνθημα τον αφοπλισμό των αξιωματικών. Τα Freikorps υποχώρησαν αλλά μόνο προσωρινά, όπως θα δούμε παρακάτω.

Το Δ’ Σώμα Στρατού στο Γκέρλιτς

Παράλληλα, σε μια μικρή πόλη της τότε Σιλεσίας, εξελίσσεται ένα επεισόδιο της γερμανικής επανάστασης που έχει ένα ιδιαίτερο ελληνικό ενδιαφέρον και ταυτόχρονα συμπυκνώνει όλον τον παραλογισμό του πολέμου. Στο ΓκέρλιτςΓκέρλιτς διέμεναν ήδη από το 1916 περίπου 7.000 Έλληνες αξιωματικοί και στρατιώτες σε ένα ιδιότυπο καθεστώς αιχμαλωσίας που βαφτίστηκε «φιλοξενία». Ήταν το Δ’ Σώμα Στρατού, το οποίο τις ταραγμένες μέρες του Εθνικού Διχασμού αποτέλεσε σημειολογικό λάφυρο στα χέρια εγχώριων και διεθνών αντίπαλων συνασπισμών. Όταν ο γερμανοβουλγαρικός στρατός εισέβαλε στην Ανατολική Μακεδονία τον Αύγουστο του 1916, εγκαταλείφθηκε στην τύχη του με εντολή να μην αντιδράσει. Ύστερα από έναν κύκλο υπόγειων διαβουλεύσεων που μέχρι σήμερα καλύπτεται από ένα πέπλο μύθου, ο επικεφαλής του αποφάσισε να παραδοθεί ολόκληρο το σώμα και να μεταφερθεί στη Γερμανία. Μεταφέρθηκε, λοιπόν, στο Γκέρλιτς σε μια συνθήκη αιχμαλωσίας, αφού κανένας δεν είχε δικαίωμα να εγκαταλείψει την πόλη.

Οι Έλληνες του Δ’ Σώματος Στρατού μπαίνουν στο Γκέρλιτς. [Wikimedia Commons]

Αν εξαιρέσει κανείς μια ομάδα φιλοβασιλικών-φιλογερμανών αξιωματικών που απολάμβαναν μια σειρά από προνόμια, η πλειονότητα των υπαξιωματικών και των στρατιωτών ήταν νέοι άνδρες, που σαστισμένοι και αδαείς παρακολουθούσαν τις αποφάσεις που λαμβάνονταν στο όνομά τους, χωρίς τη συμμετοχή τους. Επειδή ο ανδρικός πληθυσμός της μικρής γερμανικής πόλης έλειπε στον πόλεμο, επωμίστηκαν σκληρές δουλειές για να τονώσουν την τοπική βιομηχανία, υπέφεραν από τις στερήσεις και την επισιτιστική κρίση, νοσταλγούσαν τον τόπο και τις οικογένειές τους. Όσο πλησίαζε η ανακωχή, τόσο αναπτερώνονταν οι ελπίδες τους για επιστροφή στην Ελλάδα. Οι επικεφαλής τους όμως αξιωματικοί δεν προέκριναν μια τέτοια προοπτική, γιατί δεν εμπιστεύονταν τη βενιζελική παράταξη που βρισκόταν τότε στην εξουσία και προσδοκούσαν την αποκατάσταση του Κωνσταντίνου στο θρόνο. «Η απόσταση ανάμεσα σε μια κατηγορία αξιωματικών και στην πλειονότητα των στρατιωτών ήταν αβυσσάλεα. Οι αξιωματικοί αρνήθηκαν την επιστροφή στην Ελλάδα και όταν ήρθε ο καιρός της κρίσης, οι στρατιώτες στασίασαν» αναφέρει ο Γιώργος Μαργαρίτης.

Οι Έλληνες του Γκέρλιτς ενώνουν τις δυνάμεις τους με τους επαναστατημένους Γερμανούς

Η εξέγερση που ξέσπασε στη γερμανική επικράτεια τις μέρες του Νοέμβρη πέρασε και το κατώφλι του Γκέρλιτς. Στις 9 Νοεμβρίου του 1918 μια ομάδα σπαρτακιστών στρατιωτών έφτασε στην πόλη ξεσηκώνοντας τους κατοίκους. Οι διαδηλωτές απελευθέρωσαν τους κρατουμένους από τις διαβόητες μεσαιωνικές φυλακές Kaisertrutz και αποκαθήλωσαν όλα τα σύμβολα της αυτοκρατορικής ισχύος.

Η διαβόητη φυλακή Kaisertrutz στο Γκέρλιτς.

Στο βιβλίο του «Οι Έλληνες του Γκέρλιτς 1916-1919» ο ιστορικός Γεράσιμος Αλεξάτος παραθέτει την εξής μαρτυρία του Σπύρου Πρίφτη: «Ένα επεισόδιο που μας διηγήθηκε κάποιος στρατιώτης από το Γκέρλιτς μας έκανε να ριγήσουμε από συγκίνηση. Εκεί, στρατιώτες κι εργάτες, άνδρες και γυναίκες, αδελφωμένοι κατέκλυσαν τους δρόμους. Κόκκινες σημαίες κυμάτιζαν παντού. Η χαρά ήταν διάχυτη. Σπαρτακιστές στρατιώτες, ναύτες, εργάτες πήγαν και βρήκαν τους Έλληνες στις παράγκες τους, τους μίλησαν για επανάσταση και αδελφοσύνη των λαών, για εξουσία των εργατών. Τελικά τους κάλεσαν να μην υπακούσουν στις διαταγές των αξιωματικών τους και να εκλέξουν δικούς τους αντιπροσώπους. Κάθε τι την εποχή εκείνη, έδινε την εντύπωση πως οι ημέρες του παλιού κόσμου ήταν μετρημένες».

Οι Έλληνες στρατιώτες ανταποκρίνονται στο κάλεσμα, συμμετέχουν στις διαδηλώσεις και ξηλώνουν το στέμμα από τα πηλήκια. Στις 11 Νοεμβρίου πηγαίνουν στο στρατόπεδό τους, ανοίγουν τις φυλακές και απελευθερώνουν τους κρατουμένους. Δημιουργούν το δικό τους Συμβούλιο, το οποίο κωδικοποιήθηκε ιστορικά ως το «ελληνικό σοβιέτ του Γκέρλιτς», καθαιρούν τη φιλοβασιλική διοίκηση του Πολυχρόνη Καρακάλου, εκλέγουν δια βοής τον δημοφιλή παλαίμαχο συνταγματάρχη Λάμπρο Σινανιώτη και στέλνουν τους εκπροσώπους τους στο Βερολίνο, ώστε να μεταφέρουν τα αιτήματά τους στην κυβέρνηση. Τα κυρίαρχα συναισθήματά τους είναι η αγανάκτηση προς τους αξιωματικούς, ο πόθος γα ειρήνη και η λαχτάρα τους για επιστροφή στην Ελλάδα.

Οι τοπικές αρχές στο Γκέρλιτς αρχικά αναγνωρίζουν το Συμβούλιο με την προϋπόθεση ότι θα επαναφέρει τη φιλική προς αυτούς διοίκηση του Καρακάλου. Οι εξεγερμένοι στρατιώτες αρνούνται. Οι αρχές ξεδιπλώνουν πλέον μια σκληρή στρατηγική για να κάμψουν το ηθικό τους. Μειώνουν απροειδοποίητα στις αρχές του Δεκέμβρη τον εφοδιασμό του στρατοπέδου, δημιουργώντας μια ασφυκτική κατάσταση. Στις 9 Δεκεμβρίου οι πρωτεργάτες της εξέγερσης καλούνται να πάρουν μέρος σε μια γενική συνέλευση στο κέντρο της πόλης. Στην πραγματικότητα είναι ένα τέχνασμα για να τους τραβήξουν έξω από το στρατόπεδο και να συλλάβουν 32 από αυτούς, οδηγώντας τους στις φυλακές. Ταυτόχρονα ένοπλες ομάδες περικυκλώνουν τους στρατώνες με πολυβόλα δίνοντας τελεσίγραφο στο σώμα να συμμορφωθεί με τους αξιωματικούς του.

Η «έξοδος» του Δ’ Σώματος Στρατού

Πανικόβλητοι και απομονωμένοι, οι εξεγερμένοι στρατιώτες επιχείρησαν να δραπετεύσουν από το στρατόπεδο. Στην έξοδο τους περίμεναν ένοπλοι φρουροί, οι οποίοι σήκωσαν όπλα εναντίον τους σκοτώνοντας έναν και τραυματίζοντας άλλους δύο. Άλλοι τέσσερις έλληνες στρατιώτες που πρόλαβαν να διαφύγουν δολοφονήθηκαν από συνοριακούς φρουρούς. Οι αρχές θορυβήθηκαν από τα γεγονότα, που θα μπορούσαν να ερμηνευτούν και ως παραβίαση των όρων ανακωχής με την Αντάντ. Αποφάσισαν τότε να ανοίξουν το στρατόπεδο και να αφήσουν τους στρατιώτες να φύγουν. Με έναν τέτοιο επεισοδιακό τρόπο, ξεκίνησε μια επική και άτακτη πορεία 5.000 ανδρών με ναυλωμένα αμάξια και με τα πόδια προς τα σύνορα με τη Βοημία. Διέσχιζαν τα σύνορα, στριμώχνονταν στα τρένα, περνούσαν μέσα από τα χθεσινά πεδία των μαχών, άλλοι ακολούθησαν τη διαδρομή προς Βιέννη και μετά στο λιμάνι του Φιούμε κι άλλοι προς Βουδαπέστη και μετά στη Βάρνα, όπου ξέσπασαν συμπλοκές με βουλγαρικές ομάδες. Τον Γενάρη, εξασθενημένοι, οι πρώτοι στρατιώτες έφτασαν στην Ελλάδα.

Πίσω στο στρατόπεδο είχαν απομείνει 360 αξιωματικοί, 600 στρατιώτες και 200 βαριά ασθενείς. Η ζωή τους είχε γίνει ανυπόφορη, καθώς δέχονταν συχνά επιθέσεις από αντιδραστικούς Γερμανούς και στερούνταν βασικά αγαθά. Η ελληνική κυβέρνηση ξεκίνησε διαπραγματεύσεις με τις γερμανικές αρχές για την ομαλή επιστροφή τους. Τον χειρισμό της υπόθεσης ανέλαβε ο στρατηγός Πάτροκλος Κοντογιάννης. Έφτασε στο Βερολίνο στα μέσα του Γενάρη και οι συνομιλίες κράτησαν περίπου τρεις εβδομάδες. Στις 21 Φεβρουαρίου αναχώρησε η πρώτη αμαξοστοιχία από το Γκέρλιτς.

Τα Freikorps καταπνίγουν την επανάσταση

Στο μεταξύ, το Βερολίνο ήταν ένα καζάνι που έβραζε. Η κυβέρνηση σε μια απρόσμενη κίνηση αποφάσισε στις 4 Γενάρη να απολύσει τον διευθυντή της Αστυνομίας Εμίλ Άιχορν, εκλεγμένο από τα σοβιέτ και ιδιαίτερα αγαπητό στους εργάτες. Ακολούθησε μια μεγαλειώδης διαδήλωση στις 5 Γενάρη με αίτημα την επαναφορά του Άιχορν και τον αφοπλισμό των παραστρατιωτικών ομάδων. Στις 6 Γενάρη ξέσπασε απεργία. Ο κόσμος παρέμεινε στους δρόμους τις επόμενες μέρες, καταλαμβάνοντας σημαντικές υποδομές της γερμανικής πρωτεύουσας. Στις συσκέψεις της κυβέρνησης ο υπουργός Άμυνας Γκούσταβ Νόσκε έδωσε το σύνθημα του τρόμου: «Τι να γίνει! Κάποιος ασφαλώς πρέπει να γίνει το αιμοβόρο σκυλί. Εγώ δεν φοβάμαι τις ευθύνες».

Στις 11 Γενάρη ένοπλες ομάδες πολιόρκησαν τα κτίρια όπου αμύνονταν εργάτες και στρατιώτες και εισέβαλαν στις εργατικές συνοικίες. Πολλοί άνθρωποι ξυλοκοπήθηκαν βάναυσα και άλλοι εκτελέστηκαν επί τόπου. Το νεοσύστατο Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας (μετεξέλιξη της ομάδας «Σπάρτακος» των Λίμπκνεχτ και Λούξεμπουργκ, που προέκυψε από την ένωσή τους με μικρότερες ομάδες της ριζοσπαστικής αριστεράς) τέθηκε εκτός νόμου. Λίγες μέρες αργότερα οι αδιαφιλονίκητοι ηγέτες της Επανάστασης, ο Καρλ Λίμπκνεχτ και η Ρόζα Λούξεμπουργκ απήχθησαν, βασανίστηκαν και θανατώθηκαν. Το μεν πτώμα του Λίμπκνεχτ παραδόθηκε σε έναν σταθμό πρώτων βοηθειών ως «αγνώστων στοιχείων», ενώ το πτώμα της Λούξεμπουργκ το πέταξαν στο κανάλι και ξεβράστηκε στην όχθη τον Μάιο του 1919. Μια μέρα πριν τη δολοφονία της, η Λούξεμπουργκ έγραφε: «Τάξη επικρατεί στο Βερολίνο. Ηλίθιοι δήμιοι! Η τάξη σας είναι χτισμένη στην άμμο. Η επανάσταση αύριο θα υψώσει τη βροντερή της φωνή ως τους ουρανούς. Τρομαγμένοι θα ακούσετε το νικητήριο της σάλπισμα. Ήμουν, είμαι και θα είμαι». Έτσι, σε ένα ματωμένο υπόστρωμα οικοδομήθηκε η ασταθής δημοκρατία της Βαϊμάρης.

Οπλισμένοι παραστρατιωτικοί των Freikorps το 1919.

Τα Freikorps, οι παραστρατιωτικές πολιτοφυλακές που κατέπνιξαν τη Γερμανική Επανάσταση λειτούργησαν ως πρόπλασμα του ναζισμού. Το Freikorp Έρχαρτ ήταν το πρώτο που χρησιμοποίησε τη σβάστικα ως έμβλημα. Πολέμησαν εναντίον των κομμουνιστών στις Βαλτικές χώρες, την Πολωνία και την Ανατολική Πρωσία, πριμοδότησαν το αποτυχημένο πραξικόπημα του Kapp στη Γερμανία το 1920 και στη συνέχεια εντάχθηκαν στο Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα. Ήταν εξάλλου η περίοδος που ένας άσημος αλλά φανατισμένος δεκανέας του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Αδόλφος Χίτλερ, έκανε τα πρώτα βήματα της πολιτικής του «καριέρας». Πολλά σημαίνοντα στελέχη της χιτλερικής εξουσίας ξεκίνησαν την απεχθή τους διαδρομή από τα Freikorps, όπως ο Ερνστ Ρεμ, μελλοντικός επικεφαλής των S.A., ο Χάινριχ Χίμλερ των SS και ο Ρούντολφ Ες, μελλοντικός διοικητής του Άουσβιτς. «Όταν τα Freikorps μπήκαν στο Βερολίνο τον Γενάρη του 1919 υπήρξε ένα πραγματικό λουτρό αίματος. Ήταν το εκκολαπτήριο ιδεών από το οποίο προέκυψε το ναζιστικό κόμμα. Ο Ντράξλερ, προκάτοχος του Χίτλερ, ηρωοποίησε αυτές τις παραστρατιωτικές ομάδες και αποτέλεσαν το πρότυπο πάνω στο οποίο οικοδομήθηκαν τα Τάγματα Εφόδου (SA)», υπογραμμίζει ο Γιώργος Μαργαρίτης.

Ο στιγματισμός των Ελλήνων του Γκέρλιτς

Για τους στρατιώτες που επέστρεφαν την ίδια εποχή στην Ελλάδα, η ιστορία επιφύλασσε νέες εκπλήξεις. Οδηγήθηκαν στο στρατόπεδο της Σούδας Χανίων και ανακρίθηκαν. 320 αξιωματικοί μεταφέρθηκαν σε μια ακατοίκητη νησίδα, τον Άγιο Γεώργιο Κερατσινίου στην είσοδο του όρμου της Σαλαμίνας, που χρησίμευε τότε ως λοιμοκαθαρτήριο. Η είδηση του εκτοπισμού των αξιωματικών του Γκέρλιτς σε ένα ξερονήσι προκάλεσε τη δυσφορία ακόμα και του φιλοκυβερνητικού τύπου. Ακολούθησαν νέες φυλακίσεις στις φυλακές Αβέρωφ και τη Μήλο, δίκες και αποτάξεις. Στο συλλογικό συμφραζόμενο πάντως το Δ’ Σώμα Στρατού έγινε συνώνυμο της «εθνοπροδοσίας». Οι περισσότεροι πέρασαν το υπόλοιπο της ζωής τους στιγματισμένοι και αφανείς. Το φευγαλέο αλλά μαγνητικό πέρασμά τους από το πείραμα της εξέγερσης και της σοβιετικής οργάνωσης, ενταφιάστηκε μαζί με τα οράματα της γερμανικής επανάστασης. Η ιστορία τους παρέμεινε αποσιωπημένη και χάθηκε στη μεσοπολεμική θύελλα. Πολύ μεταγενέστερα ερευνητές έξυσαν τη αφηγηματική κρούστα της «εθνοπροδοσίας» ανακαλύπτοντας ότι η ιστορική αλήθεια είναι μάλλον διαφορετική, πολύ πιο σύνθετη και κρύβει πολλά καταχωνιασμένα μυστικά.

*Για τη συγγραφή του άρθρου αξιοποιήθηκαν πληροφορίες από τα εξής βιβλία:

  • «Οι Έλληνες του Γκέρλιτς 1916-1919», Γεράσιμος Αλεξάτος, εκδόσεις Κυριακίδη
  • «Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος», Hew Strachan, εκδόσεις Γκοβόστη
  • «Ρόζα Λούξεμπουργκ», Paul Froelich, εκδόσεις Ύψιλον

Πηγή:https://insidestory.gr


Της Κικής Σταματόγιαννη

«Φοβάμαι ότι η μεταναστευτική κρίση έχει σημάνει την αρχή του τέλους για τα δικαιώματα των γυναικών»

(Μαρίν Λεπέν)

Λίγα θέµατα έχουν απασχολήσει µε τόση ένταση τη διεθνή αρθρογραφία όσο η άνοδος της ακροδεξιάς στην Ευρώπη το τελευταίο διάστηµα. Τα ακροδεξιά, ξενοφοβικά, ευρωσκεπτικιστικά κόµµατα στην προσπάθειά τους να καταστούν ελκυστικά δεν διστάζουν να αποκλίνουν από την εικόνα του παραδοσιακού φασισµού/ναζισµού της δεκαετίας του ‘30. Ένα τµήµα της «εναλλακτικής» ακροδεξιάς µεταβάλλει σηµαντικά τη ρητορική µε την απεύθυνση σε  γυναίκες και λοατκια+ ανθρώπους. Οι ακροδεξιοί ασφαλώς δεν απέκτησαν αίφνης ευαισθησία  για τα δικαιώµατα καταπιεζόµενων οµάδων. Βασική τους επιδίωξη είναι άλλη: η «νοµιµοποίηση» της ρητορικής µίσους ενάντια σε µετανάστες και κυρίως µουσουλµάνους.

Του Θανάση Κούρκουλα

Στις αρχές ∆εκέµβρη δηµοσιεύτηκε η έκθεση τριών ΜΚΟ (Ελληνικό Συµβούλιο για τους Πρόσφυγες, Άρσις και Human Rights 360) µε συγκλονιστικά στοιχεία για δεκάδες περιπτώσεις παράνοµων επαναπροωθήσεων προσφύγων από την ελληνική πλευρά του Έβρου προς την Τουρκία. Πρόκειται για 39 πρόσφυγες που αφού συνελήφθησαν, ξυλοκοπήθηκαν, ληστεύθηκαν, ξεγυµνώθηκαν και εξευτελίστηκαν, εντέλει υποχρεώθηκαν να διασχίσουν τα σύνορα πίσω στην τουρκική πλευρά. Η έκθεση αποκαλύπτει επαναπροωθήσεις «στο σωρό» προσφύγων µε τουρκική, αλγερινή, κουρδική, αφγανική, αιγυπτιακή, συριακή, ιρακινή, πακιστανική και παλαιστινιακή προέλευση. Το ζήτηµα δεν είναι άγνωστο, αλλά η κυβέρνηση και τα καθεστωτικά ΜΜΕ κάνουν συστηµατικές και «φιλότιµες» προσπάθειες να αποκρύψουν τα γεγονότα γύρω από αυτό, µιλώντας γενικά για «αυξανόµενες ροές στον Έβρο». Είναι λογικό: στον Έβρο ο κρατικός ρατσισµός προσλαµβάνει τις πιο ακραίες του µορφές, ξεπερνώντας και τα αίσχη της Μόριας και των άλλων «κέντρων υποδοχής και ταυτοποίησης». Μια ρατσιστική «άγρια ∆ύση» κατά των προσφύγων µε συστηµατική δράση οµάδων «κυνηγών κεφαλών»!

Αν κανείς επιχειρήσει µια προσεχτική µελέτη των αφηγήσεων των προσφύγων, τα στοιχεία είναι εντυπωσιακά πανοµοιότυπα: Πρώτα οι πρόσφυγες συλλαµβάνονται σε κάποια από τις παραµεθόριες περιοχές του Έβρου, αφού έχουν περάσει σε ελληνικό έδαφος. Οι συλλήψεις γίνονται από ένστολους Έλληνες αστυνοµικούς από άνδρες µε πολιτικά που φέρουν όπλα και κλοµπ ή από άνδρες µε στρατιωτικές στολές χωρίς διακριτικά, µε καλυµµένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου τους! Οι αστυνοµικοί/στρατιωτικοί µιλούν ελληνικά, σε αρκετές όµως περιπτώσεις υπάρχουν µαρτυρίες για συµµετοχή ανδρών µε στρατιωτικού τύπου περιβολή που µιλούν… γερµανικά. Στη συνέχεια τούς µεταφέρουν σε αστυνοµικά κρατητήρια ή σε απόµερους εγκαταλελειµµένους χώρους κράτησης στην ελληνική πλευρά. Εντός λίγων ωρών µεταφέρονται στο ποτάµι µε οχήµατα τύπου βαν, φορτηγά ή πούλµαν. Επιβιβάζονται µε τη βία σε φουσκωτές βάρκες και οδηγούνται στις τουρκικές όχθες του Έβρου, όπου µετά από λίγο τους εντοπίζει η τουρκική αστυνοµία, τους συλλαµβάνει και τους οδηγεί σε κέντρα κράτησης. Σε αρκετές περιπτώσεις, µετά την απελευθέρωσή τους από τις τουρκικές αρχές, οι πρόσφυγες επιχειρούν εκ νέου να εισέλθουν σε ελληνικό έδαφος και επαναπροωθούνται µε πανοµοιότυπο τρόπο ξανά πίσω στην Τουρκία.

Η «αλληλέγγυα» κυβέρνηση δηλώνει «άγνοια»

Η νέα έκθεση-κόλαφος για τις ελληνικές αρχές και για την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ, δεν είναι η πρώτη καταγγελία για τέτοιου τύπου περιστατικά, που λαµβάνουν χώρα παρά και ενάντια σε κάθε διεθνή συνθήκη, πέρα και έξω από κάθε νοµότυπη διαδικασία απόρριψης ασύλου, απέλασης ή επαναπροώθησης. Οι πρόσφυγες αυτοί δεν καταγράφονται επίσηµα ούτε δακτυλοσκοπούνται. Από τα τέλη του 2016 µέχρι σήµερα, πολλές κινήσεις δικαιωµάτων, δικηγόροι της περιοχής, ακτιβιστές και Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις καταγγέλλουν σωρεία παράνοµων επαναπροωθήσεων στον Έβρο, πολλές απόλυτα τεκµηριωµένες µε λεπτοµερείς αφηγήσεις, φωτογραφίες και βίντεο από τα κινητά των προσφύγων. Προφανώς αυτός είναι ο λόγος που το πρώτο πράγµα που κάνουν οι (παρα)στρατιωτικές οµάδες όταν συλλαµβάνουν τους πρόσφυγες, είναι να κατάσχουν ή να καταστρέφουν τα κινητά τους τηλέφωνα.

Στην τουρκική πλευρά η δηµοσιότητα που παίρνουν οι ιστορίες των προσφύγων που επαναπροωθούνται είναι πολύ µεγαλύτερη από τα περιορισµένα ρεπορτάζ ορισµένων ελληνικών ΜΜΕ. Η τουρκική εφηµερίδα Daily Sabah σε πρόσφατο ρεπορτάζ της ισχυρίζεται -επικαλούµενη πληροφορίες από τις τουρκικές αρχές ασφαλείας- πως µόνο το Νοέµβριο του 2018 έγιναν συνολικά 2.490 παράνοµες επαναπροωθήσεις προς την Τουρκία! Αν ισχύει -έστω σε ένα βαθµό- µια τέτοιας τάξης µεγέθους πρακτική, µιλάµε για µια εντυπωσιακά εκτεταµένη και οργανωµένη δολοφονική ρατσιστική επιχείρηση, που συνιστά βασική -και όχι απλά συµπληρωµατική προς τα hot-spot του Αιγαίου- µέθοδο αποτροπής νέων αφίξεων προσφύγων προς το έδαφος της ΕΕ µέσω της Ελλάδας. Και µάλιστα µε την ανοχή και πιθανότατα την έµπρακτη συνεργασία ευρωπαϊκών δυνάµεων (της FRONTEX ή άλλων), που δρουν στον Έβρο.

Παρ’ όλα αυτά, αρµόδιοι κυβερνητικοί αξιωµατούχοι όπως ο Π. Καµµένος ή πρόσφατα η Ό. Γεροβασίλη, όταν ερωτώνται από Έλληνες και ξένους δηµοσιογράφους σε συνεντεύξεις Τύπου, επίµονα αρνούνται πως υπάρχει περίπτωση οι ελληνικές αρχές να µετέρχονται τέτοιου τύπου πρακτικές. ∆εν κάνουν, όµως, τον κόπο καν να δηλώσουν πως θα διερευνήσουν τις καταγγελίες… Αποµένει, λοιπόν, να υποθέσουµε πως εκατοντάδες καταγγέλλοντες πρόσφυγες, δικηγόροι και οργανώσεις δικαιωµάτων απλώς φαντάζονται και κατασκευάζουν ιστορίες, τερατολογώντας για να σπιλώσουν την αλληλέγγυα προς τους πρόσφυγες κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ… Ή αλλιώς, ότι ένας τόσο εκτεταµένος ρατσιστικός παρακρατικός µηχανισµός είναι δυνατόν να δρα στην περιοχή του Έβρου κάτω από τη µύτη και παντελώς ανεξάρτητα από τις ελληνικές αστυνοµικές και στρατιωτικές αρχές της περιοχής…

Ελληνο-τουρκικός ανταγωνισµός µε θύµατα τους πρόσφυγες

Για να προσεγγίσουµε καλύτερα το θέµα, αξίζει τον κόπο να ξαναθυµηθούµε κάποιες λεπτοµέρειες: Τον Απρίλιο του 2018, ο αρµόδιος υπουργός ∆. Βίτσας δηλώνει «Στον Έβρο µε ανησυχεί η κατάσταση. Η Τουρκία οφείλει να κρατάει τους ανθρώπους στο έδαφός της και να εµποδίζει την πρόσβασή τους στις γειτονικές χώρες. ∆εν υπάρχουν αντίστοιχες εισροές προσφύγων από την Τουρκία στη Βουλγαρία». Στις αρχές του περασµένου Οκτώβρη, ο ίδιος υπουργός διαµαρτυρόταν πως µόλις στο πρώτο εννεάµηνο του 2018, 12.000 νέες αφίξεις προσφύγων καταγράφηκαν στον Έβρο (σ.σ. ανθρώπων που καταφέρνουν να διαφύγουν από τις παράνοµες επαναπροωθήσεις), έναντι 3.300 για όλο το 2016 και 5.500 για όλο το 2017.

Ας σηµειωθεί πως το 2016-2017 ήταν ήδη περίοδοι αυξηµένης εισόδου Τούρκων πολιτικών προσφύγων στον Έβρο ύστερα από το αποτυχηµένο πραξικόπηµα και την εκτεταµένη καταστολή του τουρκικού καθεστώτος. Ας θυµηθούµε επίσης πως η περιοχή του Έβρου εξαιρείται από τη ρατσιστική συµφωνία ΕΕ-Ελλάδας-Τουρκίας. Εξαιρείται, δηλαδή, από το γεωγραφικό περιορισµό (σ.σ. εγκλωβισµό) των προσφύγων στα hot-spot του Αιγαίου και την τουρκική υποχρέωση «επανεισδοχών» προσφύγων και ελέγχου των παραλίων της, έναντι ευρωπαϊκής ενίσχυσης από την οποία έχουν µέχρι στιγµής εκταµιευθεί πάνω από 3 δισ. ευρώ. Ας θυµηθούµε ακόµα πως στην περίοδο του οργίου παράνοµων επαναπροωθήσεων που συζητάµε, εκτραχύνθηκαν οι σχέσεις Ελλάδας-Τουρκίας µε επίκεντρο τη διαµάχη για την ΑΟΖ της Κύπρου, ενώ ένα σηµαντικό επεισόδιο της έντασης διαδραµατίστηκε στον Έβρο µε το σίριαλ της σύλληψης και κράτησης για 6 µήνες των 2 Ελλήνων στρατιωτικών που κυνηγούσαν πρόσφυγες εντός τουρκικού εδάφους.

Μέχρι πρόσφατα η περιοχή του Έβρου ήταν ελεγχόµενη από τη στενή συνεργασία ελληνικών και τουρκικών αρχών, από διµερείς συνεργασίες νοµότυπων επαναπροωθήσεων Ελλάδας-Τουρκίας, από φράχτες και θερµικές κάµερες της ελληνικής πλευράς που αδιαµαρτύρητα αποδέχεται η τουρκική πλευρά να εντοπίζουν πρόσφυγες σε βάθος χιλιοµέτρων εντός του τουρκικού εδάφους πριν ακόµη αυτοί περάσουν στην Ελλάδα. Οι καιροί, όµως, άλλαξαν. Στις 8 Ιούνη 2018 η Τουρκία διά του πρωθυπουργού της ανακοίνωσε πάγωµα της διµερούς συµφωνίας Παπανδρέου-Τζεµ για επαναπροωθήσεις προσφύγων µεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας (που αφορούσε την περιοχή του Έβρου και χρονολογούνταν από το 2001) ως απάντηση στην απελευθέρωση και µη έκδοση στην Τουρκία των 8 υψηλόβαθµων πραξικοπηµατιών στρατιωτικών που είχαν ζητήσει άσυλο στην Ελλάδα. Τότε, ελληνικές διπλωµατικές πηγές µιλούσαν για «ατυχή» δήλωση, προσθέτοντας πως «αυτό που προαναγγέλλει ο κ. Τσαβούσογλου το έχει ήδη πράξει από το 2017»…

Επιθετική εξωτερική πολιτική

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ φιλοδοξεί µε τις πλάτες του άξονα ΗΠΑ-Ισραήλ-Αιγύπτου-Κύπρου να ανατρέψει το υπάρχον στάτους κβο Ελλάδας-Τουρκίας, αποκόπτοντας την Τουρκία από κοιτάσµατα και αγωγούς στη νοτιοανατολική Μεσόγειο. Η πρόσδεση της Ελλάδας στον άξονα ΗΠΑ-ΝΑΤΟ περιλαµβάνει φιλόδοξες επιθετικές κινήσεις, όπως την πρόσφατη απέλαση Ρώσων διπλωµατών ή τις δηλώσεις περί δικαιώµατος επέκτασης των 12 µιλίων των χωρικών υδάτων της Ελλάδας στα νησιά του Αιγαίου (που θα καθιστούσε το Αιγαίο κλειστή ελληνική λίµνη) µετά την αντίστοιχη επέκταση στο Ιόνιο. Η κυβέρνηση Ερντογάν απαντά µε τα «όπλα» που διαθέτει. Ένα από αυτά είναι η «πίεση» σε Ελλάδα και ΕΕ µέσω της χαλάρωσης των ελέγχων στα καραβάνια απελπισµένων προσφύγων στον Έβρο. Η κατά τα άλλα «ανθρωπιστική» κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ανταπαντά στήνοντας έναν άνευ προηγουµένου µηχανισµό παράνοµων επαναπροωθήσεων στον Έβρο, που παρόµοια έκταση δεν είχε ποτέ ως τώρα.

Μέχρι και ο αλήστου µνήµης υπουργός Ναυτιλίας της Ν∆ Μ. Βαρβιτσιώτης, πασίγνωστος από τη ρατσιστική κάλυψη που παρείχε στο Λιµενικό στην υπόθεση δολοφονίας προσφύγων στο Φαρµακονήσι, εµφανίστηκε τον Ιανουάριο του 2018 να ενοχλείται, δηλώνοντας πως «οι καταγγελίες που είδαν το φως της δηµοσιότητας και αφορούν παράνοµες επαναπροωθήσεις µεταναστών και προσφύγων στην περιοχή του Έβρου θέτουν υπό αµφισβήτηση τη διεθνή αξιοπιστία της χώρας µας, καθιστώντάς την υπόλογη για την παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωµάτων και διεθνών συµβάσεων». Αντίστοιχες ερωτήσεις στη Βουλή έκαναν εκείνη την περίοδο ο Σ. Θεοδωράκης από το Ποτάµι και ο Θ. Παπαθεοδώρου από τη ∆ηµοκρατική Συµπαράταξη. ∆εν επέµειναν όµως στη συνέχεια, κάνοντας «γαργάρα» τις συνεχιζόµενες καταγγελίες, προφανώς χάριν του υπέρτερου «εθνικού συµφέροντος». Οι µόνοι που δεν ασχολούνται µε τις καταγγελίες για τις παράνοµες επαναπροωθήσεις στον Έβρο είναι, φυσικά, οι Χρυσαυγίτες. Αυτοί µάλλον συµφωνούν και επαυξάνουν και δεν είναι διατεθειµένοι να… γυαλίσουν τα ρατσιστικά παράσηµα των Τσίπρα-Καµµένου.

Απάντηση

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ έχει εκτεθεί ανεπανόρθωτα. Εφαρµόζει ένα γαϊτανάκι επιθετικής εξωτερικής πολιτικής, που συµπεριλαµβάνει τη ρατσιστική εκδοχή «by all means necessary» στις πλάτες των προσφύγων και µεταναστών, που έχουν γίνει για άλλη µια φορά σάκος του µποξ. Τα αλλεπάλληλα αυτοκινητικά «δυστυχήµατα» προσφύγων, που χάνουν τη ζωή τους στη Βόρεια Ελλάδα, καθώς µεταφέρονται µε βαν από διακινητές εξαιτίας του ανελέητου κυνηγητού από περιπολικά της αστυνοµίας και οι πρόσφατοι πνιγµοί στο ποτάµι, συµπληρώνουν το πάζλ ρατσιστικής βαρβαρότητας. Στη «ζούγκλα» του Έβρου ευδοκιµεί κάθε είδος εγκληµατικής συµπεριφοράς, όπως η φρικτή δολοφονία των τριών µεταναστριών κοντά στο χωριό Πραγγί.

Χρέος κάθε συλλογικότητας, που στοιχειωδώς εννοεί να υπερασπιστεί τις ζωές και τα δικαιώµατα των θυµάτων της φτώχειας και του πολέµου, είναι να καταγγείλει µε κάθε δυνατό τρόπο το ρατσιστικό έγκληµα που συντελείται στον Έβρο.

Να διεκδικήσουµε την ασφαλή πρόσβαση των προσφύγων στη διαδικασία ασύλου και την ανθρώπινη εγκατάστασή τους σε αξιοπρεπείς δοµές φιλοξενίας.

Να µπει τώρα τέλος στην οµερτά των παράνοµων επαναπροωθήσεων. Γιατί όπως φαίνεται, οι απάνθρωπες συνθήκες εγκλεισµού των προσφύγων στα hot-spot τύπου Μόριας συνιστά µόνο το ήµισυ της ρατσιστικής απανθρωπιάς. Το άλλο ήµισυ στον Έβρο διαδραµατίζεται.

Πηγή: https://www.redtopia.gr

Συνεχίζονται οι αποκαλύψεις για το σκάνδαλο διασπάθισης χρήματος με εμπλεκόμενη την Unicef Ελλάδος καθώς τόσο το πόρισμα της έκθεσης της Deloitte, όσο και οι περιγραφές υπαλλήλου της Ελληνικής Εθνικής Επιτροπής της Unicef είναι αποκαλυπτικά.

 Προκαταρκτική εξέταση για την οικονομική διαχείριση στο ελληνικό παράρτημα της Unicef

Το σεξ χωρίς συναίνεση είναι βιασμός. Με αυτό το δεδομένο η Διεθνής Αμνηστία δημοσίευσε πρόσφατα μια έκθεση εξετάζοντας τις νομοθεσίες 31 ευρωπαϊκών χωρών ως προς το πώς ορίζουν τον βιασμό. Όπως φαίνεται, μόνο 8 χώρες στην Ευρώπη αναγνωρίζουν νομικά πως το σεξ χωρίς συναίνεση αποτελεί βιασμό, ενώ αντίθετα η πλειοψηφία θέτει ως προϋπόθεση την σωματική βία, την απειλή ή τον εξαναγκασμό.

«Η σύζυγος του Θόδωρου Βουλγαρίδη, ενός από τα θύματα του NSU,
περιέγραψε παραστατικά τον ρόλο των αστυνομικών και δικαστικών αρχών:
σαν τη νοικοκυρά που καθαρίζει επιφανειακά και αφήνει όλη τη σκόνη κάτω από το χαλί»
Αντόνια φον ντερ Μπέρενς

«Η ετυμηγορία της δίκης του NSU δείχνει ότι αποτύχαμε, και πλέον το διακύβευμα της δίκης της Χρυσής Αυγής είναι να μη δοθεί για δεύτερη φορά λάθος μήνυμα στο πανευρωπαϊκό νεοναζιστικό δίκτυο». Με τη φράση αυτή η Αντόνια φον ντερ Μπέρενς, δικηγόρος πολιτικής αγωγής στη δίκη του NSU στη Γερμανία, και η δημοσιογράφος Κάρο Κέλερ, που κάλυψε την ακροαματική διαδικασία μέσω του Παρατηρητηρίου NSU Watch, αποτιμούν την απόφαση του δικαστηρίου του Μονάχου την ώρα που η δίκη της ναζιστικής οργάνωσης στην Ελλάδα έχει μπει στην τελική ευθεία.

Οι δυο τους βρέθηκαν στην Αθήνα για την εκδήλωση «Ο νεοναζισμός στο εδώλιο: οι υποθέσεις του NSU και της Χρυσής Αυγής», την οποία συνδιοργάνωσαν το Παρατηρητήριο για τη δίκη της Χ.Α. GoldenDawnWatch και το Ιδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ, και μίλησαν στην «Εφ.Συν.» για τα ερωτήματα που έμειναν αναπάντητα μετά το τέλος της δίκης του NSU, τον ρατσισμό που επέδειξε η αστυνομία απέναντι στα θύματα και τις οικογένειές τους και τις συνέργειες νεοναζιστικών οργανώσεων -μεταξύ των οποίων η Χρυσή Αυγή- σε διεθνές επίπεδο.

«Οι κατηγορούμενοι κάθισαν στο εδώλιο για εγκληματικές ενέργειες που είχαν κίνητρο τη ναζιστική ιδεολογία, όμως η αστυνομία όχι μόνο δεν είδε το ρατσιστικό κίνητρο πίσω από τις δολοφονίες, αλλά αντιμετώπισε ρατσιστικά τα θύματα και τις οικογένειές τους», λέει η Αντόνια φον ντερ Μπέρενς, η οποία στο δικαστήριο εκπροσώπησε την οικογένεια του θύματος Μεχμέτ Κουμπασίκ, τουρκικής καταγωγής.

Οπως εξηγεί, «οι έρευνες στράφηκαν από την αρχή στα θύματα και όχι στους δράστες. Οι συγγενείς των δολοφονηθέντων ανακρίθηκαν για σχέσεις των θυμάτων με τη μαφία, το PKK ή τα ναρκωτικά, και αφήνονταν υπόνοιες ακόμα και για ενδοοικογενειακές διαφορές. Ολα αυτά βέβαια δεν ήταν παρά ρατσιστικές φαντασιώσεις».

To «τρίο» του NSU ήταν γνωστοί νεοναζί από τη Θουριγγία, συμπληρώνει η δημοσιογράφος Κάρο Κέλερ και εξιστορεί τη διαδρομή τους: όταν οι Αρχές εντόπισαν εκρηκτικά στο γκαράζ του σπιτιού τους, οι Ούβε Μούντλος, Ούβε Μπένχαρντ και Μπεάτε Τσέπε αναγκάστηκαν να μετακομίσουν στο Κέμνιτς, πολύ κοντά στην Ιένα, τον τόπο καταγωγής τους, όπου είχαν φίλους νεοναζί. Από εκεί ξεκίνησαν την εγκληματική δράση τους.

«Παρ’ όλο που οι δράστες ήταν γνώριμοι στις Αρχές, παρά το ότι υπήρξαν και στο παρελθόν ανάλογοι σχεδιασμοί τρομοκρατικών επιθέσεων από νεοναζί και μολονότι το αντιφασιστικό κίνημα βγήκε στους δρόμους απαιτώντας την έρευνα εγκλημάτων με ρατσιστικό κίνητρο, η υπόθεση δεν συσχετίστηκε με νεοναζιστική τρομοκρατική οργάνωση», προσθέτει η δημοσιογράφος και σημειώνει με έμφαση τη συγκάλυψη της υπόθεσης από τις γερμανικές μυστικές υπηρεσίες, ένα από τα στοιχεία που δεν διαλευκάνθηκε στη δίκη.

«Εντός του NSU υπήρχαν πάνω από 40 ναζί πληροφοριοδότες που έδιναν πληροφορίες στις κρατικές μυστικές υπηρεσίες επί χρήμασι: για τη δράση των τριών, τη μετακόμισή τους στο Κέμνιτς, την αγορά όπλων κ.ά.», λέει η Κάρο Κέλερ και περιγράφει ένα από τα ισχυρά αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν στο δικαστήριο: «Πρόκειται για ένα γράμμα που έστειλε το 2002 η οργάνωση στους υποστηρικτές της ζητώντας χρήματα, το οποίο είχε την υπογραφή “Εθνικοσοσιαλιστικό Υπόγειο Δίκτυο”. Αυτό, κατά τη γνώμη μας, ήταν σε γνώση των μυστικών υπηρεσιών και με βάση αυτό θα μπορούσε να είχε συσχετιστεί νωρίτερα η δράση της οργάνωσης και να είχαν αποτραπεί δολοφονίες».

Για τη δικηγόρο Αντόνια φον ντερ Μπέρενς, η εμπλοκή των κρατικών μυστικών υπηρεσιών στην υπόθεση του NSU είναι σκανδαλώδης και είναι ένα από τα ζητήματα που η πολιτική αγωγή προσπάθησε να φέρει στο δικαστήριο παρά την αντίθετη τακτική της Εισαγγελίας:

«Η Εισαγγελία προσπάθησε να υποβαθμίσει και να κρατήσει έξω από τη δικαστική διαδικασία τον ρόλο των κρατικών μυστικών υπηρεσιών και το κατάφερε ακολουθώντας τη στρατηγική ότι η υπόθεση αφορά το παρελθόν και το μόνο που ενδιαφέρει το δικαστήριο είναι η καταδίκη των κατηγορουμένων για τις πράξεις στις οποίες εμπλέκονται. Η πολιτική αγωγή προσπάθησε αυτό να το αντικρούσει αλλά χωρίς επιτυχία. Ετσι, έμειναν αναπάντητα πολλά ερωτήματα, όπως γιατί οι μυστικές υπηρεσίες κατέστρεψαν φακέλους που σχετίζονταν με το NSU, τι περιείχαν οι φάκελοι αυτοί, ποιους προσπάθησαν -και κατάφεραν- να συγκαλύψουν, ποιος υποδείκνυε τα θύματα. Το μόνο που καταφέραμε ήταν να κάνουμε τα ερωτήματα αυτά γνωστά στη γερμανική κοινωνία μέσα από τη δημοσιότητα της δίκης».

Η απόφαση των δικαστών του Μονάχου είναι το δεύτερο σημείο στο οποίο η δικηγόρος εκτιμά ότι απέτυχε η συγκεκριμένη δίκη: «Το ότι η Μπεάτε Τσέπε καταδικάστηκε σε ισόβια είναι σημαντικό, αλλά ήταν αναμενόμενο. Εκείνο που προκάλεσε τεράστια έκπληξη ήταν η απόφαση για τους υπόλοιπους κατηγορούμενους. Οι ποινές που τους επιβλήθηκαν ήταν πολύ χαμηλότερες από την εισαγγελική πρόταση· για να καταλάβετε, για έναν από αυτούς ο εισαγγελέας είχε προτείνει 12ετή κάθειρξη, αλλά καταδικάστηκε σε μόλις 2,5 χρόνια και στην ουσία αποφυλακίστηκε τη μέρα που ανακοινώθηκε η ετυμηγορία».

«Εχω αναφερθεί στην απόφαση λέγοντας ότι ήταν ένα χαστούκι στο πρόσωπο των συγγενών των θυμάτων. Αυτή η μέρα ήταν φρικτή για μένα, ειδικά όταν στο δικαστήριο υπήρχαν ναζί που πανηγύριζαν», συμπληρώνει η δημοσιογράφος.

Το ερώτημα που γεννάται από τη δικαστική απόφαση είναι κατά πόσο μπορεί να λειτουργήσει ενθαρρυντικά για την εγκληματική δράση νεοναζί ανά την Ευρώπη.

«Γι’ αυτούς είναι σαφώς μια ενδυναμωτική απόφαση, οι ψευδείς καταθέσεις και όσα τραγελαφικά ζήσαμε στο δικαστήριο -όπου φτάσαμε στο σημείο να ακούμε μέχρι και ότι ο εθνικοσοσιαλισμός ομνύει στην ειρήνη- εξελήφθησαν ως αποτελεσματική στρατηγική. Σε καμία περίπτωση δεν μπορούμε να μιλάμε για μια αποτρεπτική απόφαση», εκτιμά η δικηγόρος, ενώ η δημοσιογράφος προσθέτει: «Η απόφαση της δίκης του NSU έστειλε ένα απαράδεκτο μήνυμα: ότι οι νεοναζί δεν έχουν να φοβηθούν τίποτα. Γι’ αυτό προσμένουμε να τεθεί ένα όριο με τη δίκη της Χρυσής Αυγής».

Στο ερώτημα αν η οργάνωση ανήκει πια στο παρελθόν, όπως και η δίκη, η απάντησή τους είναι κατηγορηματική: «Φυσικά και όχι, το NSU υπάρχει ακόμα, δεν πιστεύουμε ότι έπαψε να υφίσταται επειδή καταδικάστηκε η Τσέπε. Σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται για μια οργάνωση που αποτελούνταν από πέντε άτομα. Αλλωστε αυτό αποδεικνύεται και από το ότι πρόσφατα στις επιθέσεις στο Κέμνιτς υπήρχαν υποστηρικτές του NSU, μοίραζαν φυλλάδια και φώναζαν συνθήματα υπέρ της οργάνωσης. Yπάρχει ένα ολόκληρο νεοναζιστικό δίκτυο στη Γερμανία και σίγουρα το NSU είναι μέσα σ’ αυτό».

Αναφερόμενη στις συνέργειες μεταξύ νεοναζί σε διεθνές επίπεδο, η δημοσιογράφος σημειώνει: «Οι νεοναζιστικές οργανώσεις οργανώνονται διασυνοριακά εδώ και δεκαετίες, μοιράζονται εμπειρίες. Η δράση του NSU συζητήθηκε σ’ αυτές τις συναντήσεις, αυτό έχει καταγραφεί, το NSU απλώς εφάρμοσε όσα αποφασίστηκαν».

Μία από αυτές τις συγκεντρώσεις είχε γίνει στην Ιένα το 2005 και, όπως έχει αποκαλύψει η «Εφ.Συν.» («Η “άλλη” δίκη της Χρυσής Αυγής», Ο Ιός, 8.2.2015), η Χρυσή Αυγή είχε εκπροσώπηση μέσω του Νίκου Γιοχάλα.

Το δημοσίευμα της «Εφ.Συν.» (Η «άλλη» δίκη της Χρυσής Αυγής, Ιός, 8.2.2015) που αποκαλύπτει τις σχέσεις μεταξύ του NSU και της ναζιστικής οργάνωσης του Μιχαλολιάκου

«Η παρουσία του Ν. Γιοχάλα και η ομιλία του στην Ιένα αποτυπώνουν τη διασύνδεση μεταξύ Χρυσής Αυγής και NSU. Στις συγκεντρώσεις αυτές οι νεοναζιστές επαναβεβαιώνουν τους δεσμούς τους, επεκτείνουν το δίκτυό τους, αναζητούν υποστηρικτές και χρήματα, ψάχνουν τρόπους πώς να εξαπλώσουν την εθνικοσοσιαλιστική ιδεολογία τους», λένε και οι δύο και καταλήγουν:

«Μακάρι να είχαμε την απάντηση στην ερώτηση τι μπορεί να εμποδίσει την άνοδο της Ακροδεξιάς. Ωστόσο η δίωξη εγκληματικών οργανώσεων και η καταδίκη των μελών τους είναι πολύ σημαντικές στο να αποτρέψουν εγκλήματα που απορρέουν από τη ναζιστική ιδεολογία. Αυτό είναι και το μείζον στη δίκη της Χρυσής Αυγής, πόσω μάλλον αν αποδειχθεί ότι πρόκειται για εγκληματική οργάνωση που κατάφερε να μπει στο ελληνικό Κοινοβούλιο».

Tι ήταν το NSU και πώς έφτασε στο δικαστήριο

 Το Εθνικοσοσιαλιστικό Υπόγειο Δίκτυο (Nationalsozialistischer Untergrund) είναι νεοναζιστική τρομοκρατική οργάνωση που διέπραξε δέκα δολοφονίες, επιθέσεις με εκρηκτικά -από τις οποίες τραυματίστηκαν 22 άνθρωποι- και τουλάχιστον 15 ληστείες τραπεζών. Οκτώ από τα θύματα ήταν μετανάστες τουρκικής καταγωγής, ένας ήταν Ελληνας μετανάστης, ο Θεσσαλονικιός Θόδωρος Βουλγαρίδης, και μία αστυνομικός.

 Στον πυρήνα της οργάνωσης ήταν οι Ούβε Μούντλος, Ούβε Μπένχαρντ και Μπεάτε Τσέπε. Οι δύο πρώτοι αυτοκτόνησαν τον Νοέμβριο του 2011 λίγο προτού συλληφθούν από τις αρχές έπειτα από μια αποτυχημένη επίθεση σε τράπεζα. Τότε η οργάνωση ανέλαβε με κυνικό τρόπο την ευθύνη για τις επιθέσεις που είχε διαπράξει αναρτώντας ένα βίντεο με πρωταγωνιστή τον Ροζ Πάνθηρα.

 Στο εδώλιο κάθισαν η Μπεάτε Τσέπε, κατηγορούμενη για ένταξη σε εγκληματική οργάνωση και άρα για συνέργεια σε όλες τις δολοφονίες και τις επιθέσεις, και ακόμη τέσσερις που αντιμετώπισαν κατηγορίες για διάφορες υποστηρικτικές ενέργειες.

 Η Μπεάτε Τσέπε αρνήθηκε τη συμμετοχή της στην οργάνωση, επέμεινε μέχρι τέλους ότι το μόνο της λάθος ήταν ο έρωτάς της για τον Ούβε Μούντλος, ισχυρίστηκε πως μάθαινε για τα εγκλήματα αφότου είχαν διαπραχθεί και επιχείρησε να παρουσιαστεί σαν μια γυναίκα που ασχολείται με τα οικιακά. Οι ισχυρισμοί της δεν έπεισαν το δικαστήριο του Μονάχου που την καταδίκασε σε ισόβια κάθειρξη. Ωστόσο, στους συγκατηγορουμένους της επιβλήθηκαν ποινές πολύ μικρότερες από αυτές που είχε προτείνει η Εισαγγελία.

Από δεξιά: Μπεάτε Τσέπε, Ούβε Μούντλος και Ραλφ Βολέμπεν. H «Εφ.Συν.» έχει αποκαλύψει ότι o Βολέμπεν ήταν ο οικοδεσπότης στη συνάντηση της Ιένας, στην οποία μετείχε η Χρυσή Αυγή (apabiz.de)

 Στη δημοσιότητα της δίκης συνέβαλε το Παρατηρητήριο NSU-Watch, που κατέγραψε κάθε συνεδρίαση του δικαστηρίου.

 Η υπόθεση τυπικά δεν έχει κλείσει, η απόφαση αναμένεται να καθαρογραφεί σε περίπου έναν χρόνο. Οι κατηγορούμενοι έχουν δικαίωμα έφεσης επί της απόφασης στο Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο. Ωστόσο, δικαίωμα έφεσης δεν έχει η πολιτική αγωγή, δεδομένου ότι οι εμπλεκόμενοι καταδικάστηκαν.

 Στο γερμανικό Κοινοβούλιο συστάθηκαν δεκατρείς εξεταστικές επιτροπές, οι εκθέσεις των οποίων αποτυπώνουν τη συγκάλυψη της δράσης του NSU από τις κρατικές μυστικές υπηρεσίες. Στην ουσία το μόνο που παραμένει ανοιχτό στην υπόθεση είναι αν ο κοινοβουλευτικός έλεγχος θα οδηγήσει σε περαιτέρω διερεύνηση.

Ο νεοναζισμός στο εδώλιο

Στο πάνελ των ομιλητών, από αριστερά Κάρο Κέλερ, Στεύη Κίτσου, Κωστής Παπαϊωάννου, Αντόνια φον ντερ Μπέρενς, Θανάσης Καμπαγιάννης

Η εκδήλωση-συζήτηση «Ο νεοναζισμός στο εδώλιο: οι υποθέσεις του NSU και της Χρυσής Αυγής» πραγματοποιήθηκε στην κατάμεστη αίθουσα του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Αθηνών. Ακολουθούν αποσπάσματα από τις τοποθετήσεις των ομιλητών.

● Κωστής Παπαϊωάννου, μέλος του GoldenDawnWatch

«Οι δίκες του NSU και της Χρυσής Αυγής είναι η πιο μαύρη σκιά που ρίχνει ο 20ός αιώνας στον 21ο. Μιλάμε το τελευταίο διάστημα για τη διάχυση ενός ιδιότυπου μιλιταρισμού στον δημόσιο χώρο, οργανωμένα, την παρουσία ομάδων εφέδρων στις παρελάσεις, τη ρητορική του μίσους, τον τρόπο με τον οποίο αξιοποιείται το Μακεδονικό, ένα κύμα διείσδυσης εθνικιστικών οργανώσεων σε καταλήψεις σχολείων. Αρα έχουμε να κάνουμε με μια ευρεία κοινωνική αποτύπωση αυτού του φαινομένου και με την πιο εμβληματική περίπτωση φασισμού τμημάτων της κοινωνίας και τμημάτων του κρατικού μηχανισμού – αναφέρομαι στην υπόθεση Ζακ Κωστόπουλου που οι τελευταίες αποκαλύψεις απλώς επιβεβαίωσαν το προφανές: δηλαδή ότι η κουλτούρα της ατιμωρησίας και της συγκάλυψης αλλά και η διαπλοκή διωκτικών αρχών και μέσων ενημέρωσης υπήρχε, υπάρχει και είναι ζωντανή».

● Στεύη Κίτσου δικηγόρος, μέλος του GoldenDawnWatch

«Το Παρατηρητήριο για τη δίκη της Χρυσής Αυγής φωτίζει τις μέρες και τα έργα μιας οργάνωσης που πρόδηλα και αποδεδειγμένα μέχρι τώρα στο δικαστήριο εμφορείται από τη ναζιστική ιδεολογία και ακριβώς γι’ αυτό θεωρούμε ότι αυτή η δίκη μάς αφορά όλες και όλους, καθώς όποια κι αν είναι η έκβασή της, θα αποτελέσει σταθμό τόσο στα πολιτικά πράγματα του τόπου όσο και στην ελληνική κοινωνία. Εχοντας καταγράψει ήδη 295 ημέρες της δίκης, στο Παρατηρητήριο έχουμε δεσμευτεί ότι θα είμαστε εκεί μέχρι το τέλος για να φωτίσουμε κάθε πτυχή μιας ιστορίας που διαπερνά τις προσωπικές αφηγήσεις των θυμάτων και γίνεται κτήμα της κοινής μας ιστορίας. Ακουμπά στα θεμέλια της δημοκρατίας και της κοινωνικής συνοχής, μαθαίνουμε μέσα από αυτή να αντιστεκόμαστε στο φίδι που φαίνεται να ξυπνά ξανά. Γιατί ακριβώς όπως αναφέρουμε και στους καταστατικούς σκοπούς μας, ο φόβος δεν μας σταματάει, μας κινητοποιεί».

● Θανάσης Καμπαγιάννης, δικηγόρος πολιτικής αγωγής στη δίκη της Χ.Α.

«Η διαφορά ανάμεσα στο NSU και τη Χρυσή Αυγή δεν είναι άλλη από την ευφυή στρατηγική του Μιχαλολιάκου να ενδύσει την τρομοκρατική δράση της Χρυσής Αυγής με τον μανδύα του πολιτικού κόμματος. Ο Μιχαλολιάκος φρόντισε να καταθέσει δήλωση πολιτικού κόμματος στον Αρειο Πάγο ήδη από το 1983, όταν ήταν ακόμα πρόσφατη η τρομοκρατική του δράση με βομβιστικές ενέργειες τα χρόνια της Μεταπολίτευσης, πολλά χρόνια πριν κατέβει η Χ.Α. στις εκλογές. Αυτή είναι και η βασική διαφορά της Χρυσής Αυγής με τα άλλα ακροδεξιά κόμματα που βλέπουμε να αναπτύσσονται αυτή τη στιγμή στην Ευρώπη: ενώ το ακροδεξιό πολιτικό επιτελείο είναι εκεί διαχωρισμένο από τις ομάδες που κάνουν τις βίαιες φασιστικές επιθέσεις, έστω και αν τους δίνει πολιτική νομιμοποίηση και κάλυψη, στη Χρυσή Αυγή το πολιτικό επιτελείο και ο επιχειρησιακός βραχίονας ταυτίζονται».

Πηγή:https://www.efsyn.gr

Ήταν Ιανουάριος του 2014 όταν, με αφορμή την υπόθεση της 4χρονης Μαρίας που θεωρήθηκε αυθαίρετα ότι είχε απαχθεί από Ρομά, ο Συνήγορος του Πολίτη διαπίστωνε ότι τα μέσα ενημέρωσης στη χώρα μας αναπαράγουν στερεότυπα και γεννούν φοβίες και ρατσισμό. Το ζήτημα επανήλθε πριν από μερικές ημέρες όταν από τηλεοπτική εκπομπή μεταδόθηκαν ρατσιστικοί χαρακτηρισμοί σε βάρος του μπασκετμπολίστα Θανάση Αντετοκούμπο.

Την υπόθεση θα εξετάσει την ερχόμενη Τρίτη το Εθνικό Ραδιοτηλεοπτικό Συμβούλιο. Το ερώτημα ωστόσο παραμένει: Πρόκειται για μεμονωμένα κρούσματα ή για πάγιο χαρακτηριστικό των μέσων ενημέρωσης στη χώρα μας; Μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, ο αναλυτής των ΜΜΕ Μάξιμος Αλιμπέρτης υπενθυμίζει ότι σύμφωνα με τις μετρήσεις του Ευρωβαρόμετρου, η Ελλάδα ανήκεις δυστυχώς στις χώρες με τα μεγαλύτερα ποσοστά ρατσισμού στην Ευρώπη – ανάλογα ποσοστά εμφανίζουν η Κύπρος, η Βουλγαρία, η Ρουμανία, η Ουγγαρία, οι Βαλτικές χώρες, καθώς επίσης η Τσεχία και η Σλοβακία. «Όπως είναι αναμενόμενο», προσθέτει, «η ρατσιστική ιδεολογία που κυκλοφορεί στην κοινωνία, τους θεσμούς και τις οργανώσεις της, διαπερνά και τα τείχη των ΜΜΕ, όπως και τα τείχη του σχολείου, της αστυνομίας, του στρατού, της εκκλησίας κοκ, ιδιαίτερα των πιο συντηρητικών θεσμών».

Πρέπει επιτέλους να διατυπωθεί με σαφήνεια η κοινωνία στην οποία θα μπορεί να αυτοπραγματωθεί ο άνθρωπος, αλλά ταυτοχρόνως να ειπωθεί ρητά ότι χρειάζονται πολλά χρόνια γι’ αυτή τη μετάβαση, δύσκολα χρόνια, στα οποία ο άνθρωπος πρέπει να αλλάξει αλλάζοντας ταυτοχρόνως την ίδια την κοινωνία. Δεν αλλάζουν από τη μια μέρα στην άλλη τα πράγματα όταν οι ταξικές κοινωνίες υπάρχουν εδώ και 5.000 χρόνια. Όμως αυτός ο δρόμος είναι αναγκαίος γιατί ο άλλος σημαίνει χάος και καταστροφή.

Συνέντευξη του Θάνου Μικρούτσικου στην εφημερίδα “Χαραυγή” και την Ελένη Κωνσταντίνου, όπου ο συνθέτης μιλάει για την ιδιαίτερη σχέση του με την Κύπρο και το ΑΚΕΛ, τη μάχη του με την επάρατη νόσο, την άνοδο της ακροδεξιάς στην Ευρώπη, την έννοια της επιτυχίας και τη σύνδεσή της με το χρόνο και τη διάρκεια.

Αύριο Δευτέρα θα βρεθείτε στην Κύπρο, όπου θα συναντήσετε φίλους σε μια συναυλία που διοργανώνει το ΑΚΕΛ προς τιμή σας. Με ποια συναισθήματα δεχτήκατε την πρόσκληση αυτή και τι σημαίνει για εσάς;

Η σχέση μου με την Κύπρο και το λαό της έρχεται από πολύ μακριά. Ήταν στο 1956 στην Πάτρα. Ήμουν 9 χρόνων και συμμετείχα σε διαδήλωση στο προξενείο της Μεγάλης Βρετανίας μέχρι το κόκαλο από τα νερά που έριξαν τα πυροσβεστικά για να μας διαλύσουν. Ήταν η πρώτη μου διαδήλωση. Το 1978 έδωσα μια συναυλία στην Κωνσταντινούπολη με αφορμή τα 15 χρόνια από το θάνατο του Ναζίμ Χικμέτ. Μπήκα σε ένα ταξί και στο πίσω μέρος είδα μια αφίσα της Κύπρου και τη φράση στα τούρκικα γραμμένη: “Πωλούνται οικόπεδα στην Κύπρο”. Σοκ!

Και η θλίψη μου αλλά και η οργή μου τεράστια, όταν το 1995 ως Υπουργός Πολιτισμού της Ελλάδας ξεπερνώντας τα πρωτόκολλα περιδιάβαινα ολόκληρη νύχτα την πράσινη γραμμή στη Λευκωσία. Μια πόλη, μια χώρα, χωρισμένη στα δύο.

Με το ΑΚΕΛ η σχέση μου έχει επίσης βάθος χρόνου. Η πρώτη συναυλία που έδωσα στην Κύπρο πριν 40 χρόνια διοργανώθηκε από την ΕΔΟΝ κι από τότε πολλές συναυλίες μου έγιναν είτε από το ΑΚΕΛ είτε στο πλαίσιο του Φεστιβάλ της ΕΔΟΝ. Βεβαίως στην Κύπρο έχω δώσει πάνω από 100 συναυλίες σε θέατρα, μουσικές σκηνές, σε μεγάλους ανοιχτούς χώρους και χιλιάδες Κύπριοι κάθε ηλικίας έχουν επικοινωνήσει κι έχουν αγαπήσει τη μουσική και τα τραγούδια μου. Τους ευχαριστώ όλους από καρδιάς γι’ αυτό.

Αλλά το ΑΚΕΛ έχει και θα έχει πάντα θέση στην καρδιά μου. Και αυτή η συναυλία που διοργανώνει προς τιμή μου με συγκινεί ιδιαίτερα, γιατί θα είναι η τελευταία συναυλία που δίνω στην Κύπρο. Έτσι κλείνω αυτό το ταξίδι με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Πριν από ένα χρόνο και κάτι η ζωή σας άλλαξε ξαφνικά. Παρακολουθώντας διάφορες τοποθετήσεις σας για το θέμα της υγείας σας φαίνεται μια δύναμη με την οποία αντιμετωπίζετε τον καρκίνο. Πόσο σημαντική είναι αυτή η προσέγγιση;

Τη ζωή μου την έζησα μαχητικά και δυνατά. Είτε στη μουσική μου, είτε στην προσωπική μουη ζωή, είτε στην κοινωνική χειρονομία μου. Δε θα μπορούσα να εκλιπαρήσω κάποιον για να με βοηθήσει (ποιον άλλωστε;). Αντιμετωπίζω τον καρκίνο στα ίσια. Χωρίς φόβο. Με δύναμη. Συνομιλώ μαζί του και του λέω “τα έβαλες με λάθος άνθρωπο”. Ξέρω, είναι ύπουλος και αυτόνομος αλλά δεν το βάζω κάτω. Με τη βοήθεια σπουδαίων γιατρών και της επιστήμης που συνεχώς προοδεύει, πορεύομαι όρθιος. Δεν κοιτάω στατιστικές. Αυτές είναι χρήσιμες για τους γιατρούς αλλά ο κάθε άνθρωπος είναι μια μοναδική περίπτωση. Το έχω αποφασίσει. Εγώ θα ταλαιπωρήσω τον καρκίνο κι όχι αυτός εμένα. Μέχρι τέλους.

Έχουν αλλάξει οι προτεραιότητές σας;

Οι προτεραιότητές μου έχουν ως ένα βαθμό αλλάξει. Συνεχίζω να εργάζομαι καθημερινά, αλλά όχι με την παλιότερη ένταση. Δεν μπορώ να κάνω μεγάλους προγραμματισμούς που απαιτούν ιδιαιτέρως στη μουσική πολύ χρόνο για να πραγματοποιηθούν. Μελετάω όμως πολύ. Μαθαίνω με τη γυναίκα μου ισπανικά και ξαναδιαβάζω τον αγαπημένο μου Μέγα Παραμυθά, τον Κάρολο Μαρξ. Ονειρεύομαι ταξίδια.

Παρατηρείται μια άνοδος της ακροδεξιάς και των εθνικιστών στην Ευρώπη. Πόσο σας ανησυχεί αυτό; Η Αριστερά μπορεί να δώσει απαντήσεις;

Η ακροδεξιά ήταν πάντοτε η χρυσή εφεδρεία του καπιταλιστικού συστήματος που με την ανοχή του παρουσιάζεται ως αντισυστημική. Λόγω του χαμηλού επιπέδου πολιτικής συνείδησης του μέσου πολίτη, που βεβαίως προέρχεται από τον καθημερινό βομβαρδισμό που υφίσταται απ’ όλα τα ΜΜΕ που στηρίζουν το σύστημα, αυτός ο πολίτης βλέπει την ακροδεξιά ως λύση στο αδιέξοδο και στη βαρβαρότητα του καπιταλισμού.

Γιατί δεν βλέπει την Αριστερά; Αφενός γιατί πολλές φορές -το έχουμε δει αυτό τα τελευταία 50 χρόνια στην Ευρώπη- κόμματα της Αριστεράς που ξεκίνησαν από ριζοσπαστικές θέσεις, κυνηγώντας το εφικτό, ενσωματώθηκαν στο σύστημα κι αφετέρου γιατί μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού η Αριστερά δεν διατύπωσε εκ νέου ένα όραμα για την κοινωνία που θέλουμε να πάμε.

Πρέπει επιτέλους να διατυπωθεί με σαφήνεια η κοινωνία στην οποία θα μπορεί να αυτοπραγματωθεί ο άνθρωπος, αλλά ταυτοχρόνως να ειπωθεί ρητά ότι χρειάζονται πολλά χρόνια γι’ αυτή τη μετάβαση, δύσκολα χρόνια, στα οποία ο άνθρωπος πρέπει να αλλάξει αλλάζοντας ταυτοχρόνως την ίδια την κοινωνία. Δεν αλλάζουν από τη μια μέρα στην άλλη τα πράγματα όταν οι ταξικές κοινωνίες υπάρχουν εδώ και 5.000 χρόνια. Όμως αυτός ο δρόμος είναι αναγκαίος γιατί ο άλλος σημαίνει χάος και καταστροφή.

Για έναν καλλιτέχνη του δικού σας μεγέθους τι είναι η επιτυχία και πώς τη μεταφράζετε;

Η επιτυχία έχει άμεση σχέση με το χρόνο. Αν το έργο σου αντέξει στο χρόνο και αγαπηθεί τουλάχιστον από δύο γενιές, τότε μπορούμε να μιλήσουμε για επιτυχία. Κι αν εν ζωή αγαπηθείς ουσιαστικά από τον κόσμο, τότε δεν έχει νόημα να μιλάς για επιτυχία αλλά για συγκίνηση και μεγάλη ευτυχία.

Πηγή:http://www.katiousa.gr

Του Αλέξη Λιοσάτου
Το ελληνικό κράτος, παρά την ίδρυση του αλβανικού κράτους (1913) και τη διεθνή του αναγνώριση, δεν σταμάτησε να έχει επεκτατικές βλέψεις στις περιοχές της Νότιας Αλβανίας, στις οποίες κατοικούσαν ελληνόφωνοι πληθυσμοί. Με το ξέσπασμα του Β’ Βαλκανικού Πολέμου απέστειλε στη «Βόρεια Ήπειρο» στρατιωτική δύναμη, το 1916 την προσάρτησε μονομερώς και το 1919 υπέγραψε συμφωνία προσάρτησης Κορυτσάς και Αργυρόκαστρου με την Ιταλία. Το 1925-‘26 καθορίστηκαν τελικά τα σημερινά ελληνο-αλβανικά σύνορα. Η φιλοδοξία της ελληνικής αστικής τάξης ήταν να εκμεταλλευτεί την ιστορική καθυστέρηση της αλβανικής εθνογένεσης και να προσεταιριστεί τους αλβανόφωνους πληθυσμούς μαζί με τις περιοχές που κατοικούσαν (όπως στην περίπτωση της ιστορικής καθυστέρησης της μακεδονικής εθνογένεσης, που οδήγησε την Ελλάδα στη μη αναγνώριση μακεδονικού έθνους, μέχρι σήμερα).
Ακόμα και μετά τον Β’ ΠΠ, το ελληνικό κράτος συνέχισε να διεκδικεί τη «Βόρεια Ήπειρο» (έναν όρο έκφρασης του ελληνικού επεκτατισμού και αλυτρωτισμού), φουσκώνοντας τις εκτιμήσεις για το ελληνικό στοιχείο και βαφτίζοντας συλλήβδην Έλληνες τον ορθόδοξο χριστιανικό πληθυσμό της περιοχής (που περιλάμβανε επίσης Αλβανούς, Βλάχους κ.λπ.). Για τελευταία φορά η Ελλάδα διεκδίκησε επίσημα να προσαρτήσει την επίμαχη περιοχή το 1946, η δε αλυτρωτική ρητορική από επίσημα χείλη συνεχίστηκε μέχρι τη δεκαετία του 1970 τουλάχιστον. Στελέχη στον κρατικό μηχανισμό συνέχισαν να επεξεργάζονται στρατιωτική επέμβαση στην Αλβανία, σε συνεννόηση είτε με το ΝΑΤΟ είτε με τις Γιουγκοσλαβία – Ιταλία. Επιπρόσθετα, το ελληνικό κράτος ενίσχυε οικονομικά οργανώσεις και έντυπα διάφορων «βορειοηπειρωτικών συλλόγων» που είχαν στόχο την ένωση της «Βορείου Ηπείρου» με την Ελλάδα.
Οι «απελευθερωτικές» δυνάμεις και η ΜΑΒΗ
Η αλήθεια είναι ότι το έντονο ελληνικό στοιχείο στη Νότια Αλβανία απολάμβανε εξαρχής σημαντικά μειονοτικά δικαιώματα, ενώ μεγάλο τμήμα των ελληνόφωνων σταδιακά αφομοιώθηκε στην αλβανική κοινωνία ή μετανάστευσε στην Ελλάδα, με αποτέλεσμα τη δραματική μείωσή τους – πραγματικότητες που δυσκόλευαν τον ελληνικό εθνικισμό. Παρ’ όλα αυτά, το ελληνικό κράτος δεν περιόρισε τις επεκτατικές φιλοδοξίες του, που ενισχύθηκαν μετά την κατάρρευση του «Ανατολικού Μπλοκ». Ίδρυσε, χρηματοδότησε και στήριξε πολιτικά το εθνικιστικό μειονοτικό κόμμα «Ομόνοια», επιστράτευσε μέχρι και ακροδεξιούς παππάδες, ενίσχυσε την ίδρυση και τη χρηματοδότηση διάφορων παραστρατιωτικών και εθνικιστικών «βορειοηπειρωτικών σωματείων». Ένα από αυτά είναι η Eθνική Nεολαία Bορείου Hπείρου, μέλος της οποίας δήλωνε ο Κ. Κατσίφας.
Καθώς το ελληνικό στοιχείο είχε συρρικνωθεί, το ελληνικό κράτος δαπάνησε μεγάλα ποσά για να στήσει ένα πελατειακό δίκτυο στρατολόγησης Βλάχων και Αλβανών και να δημιουργήσει «Έλληνες ομογενείς», ώστε να συνεχίσει να διεκδικεί ρόλο στην περιοχή. Η σχεδόν καθολική χρήση του όρου «ομογένεια» από την ελληνική και μειονοτική πλευρά, εννοούσε ότι το ζητούμενο δεν είναι κάποιος να νιώθει Έλληνας, αλλά να «είναι».
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι ελληνικές μυστικές υπηρεσίες (ΕΥΠ) φρόντισαν να δημιουργήσουν τη δεκαετία του ’90 την παραστρατιωτική οργάνωση ΜΑΒΗ (Μέτωπο για την Απελευθέρωση της Βορείας Ηπείρου). Η ένοπλη φασιστική συμμορία δρούσε με κεντρικά διακηρυγμένο στόχο την «απελευθέρωση της Βόρειας Ηπείρου» και προχώρησε σε σειρά επιθέσεων σε Ελλάδα και Αλβανία. Το ελληνικό κράτος αρνούνταν την ύπαρξή της, μέχρι που το 1994 προχώρησε σε ένοπλη επίθεση στο αλβανικό στρατόπεδο νεοσυλλέκτων στην Επισκοπή (στα σύνορα με την Ελλάδα), όπου σκοτώθηκαν δύο Αλβανοί στρατιώτες και τραυματίστηκαν έξι, ενώ παράλληλα έκλεψε και τον οπλισμό του στρατοπέδου. Η κίνηση αυτή, που είχε στόχο να προκληθεί πολεμική σύρραξη με την Αλβανία, αγκαλιάστηκε και από την ελληνική ακροδεξιά (π.χ. τον παρακρατικό Στόχο), που υπερασπίστηκε την «εθνικά δίκαιη» ενέργεια της ΜΑΒΗ. Έναν χρόνο μετά, κοντά στα ελληνοαλβανικά σύνορα συνελήφθησαν επτά μέλη της οπλισμένα με 6 καλάσνικοφ και 878 σφαίρες, αποκαλύφθηκε η σχέση τους με το ΜΑΒΗ και προφυλακίστηκαν. Όχι τυχαία, οι συλληφθέντες αποδείχθηκαν μέλη των προαναφερθέντων «σωματείων» αλλά και απόστρατοι στρατιωτικοί, αστυνομικοί και καταδρομείς. Ενώ αρχικά οι ένοπλοι κατηγορήθηκαν για φόνους και πολλά άλλα αδικήματα, το κατηγορητήριο τελικά μετατράπηκε το 1996 από τον ακροδεξιό εισαγγελέα Ελ. Πατσή σε λαθρεμπόριο όπλων από… αγνούς πατριώτες και τελικά σε… απλή οπλοκατοχή, με αποτέλεσμα την αποφυλάκισή τους. Ο εισαγγελέας εκθείασε τον πατριωτισμό των «λεβεντών της πατρίδας», αξιοποίησε «πληροφορίες» της… ΕΥΠ και έκανε δεκτό το άλλοθι των φασιστών πως «τη μέρα του εγκλήματος παραβρίσκονταν στο ιδρυτικό συνέδριο του Ελληνικού Μετώπου», του επίσης φασιστικού κόμματος του Μ. Βορίδη (σήμερα επιφανές στέλεχος της ΝΔ). Εννοείται πως οι Αλβανοί στρατιώτες που δέχτηκαν την επίθεση δεν λήφθηκαν υπόψη στη διάρκεια της δικαστικής έρευνας. (Ο ίδιος εισαγγελέας, το 2004 στη δίκη του ΕΛΑ, χρησιμοποιούσε 100% διαφορετικά νομικά κριτήρια, την ώρα που επικαλούνταν τον Μπερλουσκόνι και τον Μουσολίνι…)
«Εθνικό κουκούλωμα» και συγκάλυψη
Το κουκούλωμα αυτό είχε την κάλυψη όλου του «δημοκρατικού τόξου». Ένα τσούρμο μεγαλοδικηγόρων όλου του πολιτικού φάσματος, από το ΔΗΚΚΙ ως τη ΝΔ και την ακροδεξιά, υπερασπίστηκε τους δολοφόνους για τα ευγενή εθνικά τους κίνητρα, ακόμα και με επιχειρήματα όπως «γυμνάζεται… είναι έτοιμος να χύσει το αίμα του για την πατρίδα» (Α. Λώρας, ΝΔ).Τα ΝΕΑ αρθρογραφούσαν υπέρ των συλληφθέντων γράφοντας ότι οι φασίστες στα αλβανικά εδάφη έκαναν απλώς… πεζοπορία. Ο Σ. Παπαθεμελής, «επίσημα» ακροδεξιός σήμερα, τότε όμως υπουργός Δημοσίας Τάξης της κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ, 3 μέρες μετά τη δολοφονική επίθεση της ΜΑΒΗ απειλούσε την Αλβανία με πόλεμο, ενώ ο αστικός πολιτικός κόσμος δεν σταμάτησε να του αναγνωρίζει την «υπεύθυνη στάση» που οδήγησε στην αποσιώπηση του ρόλου της ΕΥΠ. Χουντοβασιλικοί και μητροπολίτες όπως ο Χριστόδουλος (μετέπειτα αρχιεπίσκοπος), έσκουζαν ζητώντας εισβολή για την «απελευθέρωση της Β. Ηπείρου» – εννοείται ατιμώρητα. (Ο «εγκωμιασμός διαπραχθέντος κακουργήματος» και η προσπάθεια «διατάραξης των διεθνών σχέσεων της χώρας» συνιστούν ποινικά αδικήματα).
Έχει σημασία η «προφητική» αναφορά του χουντικού «Στόχου» στο φύλλο του της 29/10/93 («Κάτω από το άγρυπνο μάτι των ελληνικών ομάδων ανταρτών, όλες οι μονάδες των Αλβανικών κατοχικών στρατευμάτων. Η στιγμή των χτυπημάτων πλησιάζει, αλλά φυσικά δεν είναι δυνατόν να γράψουμε τίποτα…»), που δείχνει ότι -έστω μερικές φορές- πρέπει να παίρνουμε τα φασιστοέντυπα στα σοβαρά.
Ο αξιότιμος πρόεδρος της «Ομόνοιας», μέλος της ΜΑΒΗ…
Παρ’ όλα αυτά, η ΜΑΒΗ συνέχισε να υπάρχει με κρατική (συγ)κάλυψη. Το 2001 πέρασε στα ψιλά των ειδήσεων μια χειροβομβίδα που έσκασε στην είσοδο κέντρου διασκέδασης. Στο συγκεκριμένο χώρο βρισκόταν εκείνη την ώρα σε εξέλιξη εκδήλωση Bορειοηπειρωτών που πρόσκεινται στο Σοσιαλιστικό Κόμμα Αλβανίας, Αλβανών συνδικαλιστών και πολιτικών, τους οποίους η «Ομόνοια» και κυρίως τα ακροδεξιά «βορειοηπειρωτικά σωματεία» θεωρούν «προδότες». Την ευθύνη για την επίθεση ανέλαβε η -κατά τα άλλα «εξαρθρωμένη»- οργάνωση ΜΑΒΗ. Τέλος, είναι ενδεικτικό της επιβίωσης του ελληνικού αλυτρωτισμού το γεγονός ότι από τα χείλη του ανώτατου πολιτικού ηγέτη της χώρας, του «μετριοπαθούς» Κ. Στεφανόπουλου, λίγο πριν τη λήξη της θητείας του (Πρόεδρος της Δημοκρατίας μέχρι το 2005) έγινε λόγος για τη «σκλαβωμένη Βόρειο Ήπειρο».
Και το 2008 -ω του θαύματος- σε εκδήλωση στην Πάντειο για τους Τσάμηδες υπήρξε παρέμβαση του Διονύση Μπελέρη, ενός από τους οπλοφόρους συλληφθέντες της ΜΑΒΗ, ο οποίος πλέον έδινε συνεντεύξεις σε αστικά έντυπα (όπως το ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ) και απευθυνόμενος σε δημοσιογράφο του «Ιού», υποστήριξε μεγαλόφωνα: «Το λάθος μας ήταν ένα. Ότι, όταν ήρθατε στη Χειμάρρα, σας αφήσαμε να φύγετε ζωντανοί και δεν σας κόψαμε τα κεφάλια». Αυτός ο άνθρωπος σήμερα είναι Πρόεδρος της «Ομόνοιας» και ήταν υποψήφιος δήμαρχος Χειμάρρας (δήμος της Νότιας Αλβανίας) το 2015! Τόσο «καταπιεστικό» είναι το αλβανικό κράτος απέναντι στην ελληνική μειονότητα. (Στην εκδήλωση της Παντείου παρενέβη και η Λιάνα Κανέλλη του ΚΚΕ και απέσπασε τα εύσημα από δεξιούς κι ακροδεξιούς, ενώ στους διοργανωτές επιτέθηκε κατόπιν ο ακροδεξιός Λεωνίδας Αποσκίτης, που εσχάτως διαφημιζότανε και στην Iskra της ΛΑΕ).
Σήμερα ένοπλες εγκληματικές ναζιστικές οργανώσεις όπως οι Ανένταχτοι Μαιάνδριοι Εθνικιστές δηλώνουν θαυμαστές του ΜΑΒΗ. Εξάλλου, είτε μιλάμε για ελληνικό φασισμό είτε για βορειοηπειρωτικό, αιμοδότης τους είναι η ΕΥΠ και σωματοφύλακάς τους η αστική τάξη και οι κυβερνήσεις της.
Η διατήρηση του εμπόλεμου με την Αλβανία και ο διακαής πόθος του ελληνικού εθνικισμού
Εν ολίγοις, η «Βόρεια Ήπειρος» παραμένει διακαής πόθος του ελληνικού εθνικισμού κι αυτός είναι βασικός λόγος διατήρησης του «εμπόλεμου» καθεστώτος απέναντι στην Αλβανία. Σε αυτό το φόντο το ελληνικό κράτος κατά καιρούς κλιμακώνει την ένταση με την Αλβανία, με όχημα το ακροδεξιό μωσαϊκό που επηρεάζει την ελληνική μειονότητα. Η περίοδος είναι ούτως ή άλλως επικίνδυνη, στο έδαφος όξυνσης των εθνικών ανταγωνισμών. Η Ελλάδα διεκδικεί να αναβαθμιστεί σε νταβατζή των Βαλκανίων και να στριμώξει το τουρκικό κράτος με τις πλάτες των μεγάλων δυνάμεων. Σε αυτή την προσπάθεια, οι επιχειρήσεις επίδοξων «απελευθερωτών» λειτουργούν ενισχυτικά. Η ΜΑΒΗ είναι άγνωστο αν συνεχίζει τη λειτουργία της, αλλά δεν έχει και τόση σημασία. Οι λογικές και τα δίκτυα που την έθρεψαν, ζουν και βασιλεύουν. Οι μηχανισμοί που επιθυμούν πολέμους για «αλύτρωτες» πατρίδες (από αυτούς που έχουν το θράσος να κατηγορούν για αλυτρωτισμό τους… Τσάμηδες ή τους Μακεδόνες) είναι αυτοί που όπλισαν το καλάσνικοφ του Κ. Κατσίφα – ο οποίος δήλωνε άλλωστε θαυμαστής του ΜΑΒΗ. Η ηρωοποίηση του ακροδεξιού «Ράμπο» αποτελεί ουσιαστικά τον καθαγιασμό των επιδιώξεων εκείνου και της ΜΑΒΗ, που «οφείλουν» να είναι «επιδιώξεις του έθνους»: της κατάκτησης τμήματος της γειτονικής χώρας. Η γραμμή όλων των κοινοβουλευτικών κομμάτων και των ΜΜΕ «είμαστε όλοι Κατσίφες» ακριβώς αυτό εκφράζει. Προδίδει τη δεξιά μετατόπιση του πολιτικού σκηνικού και υπόσχεται νέα δάκρυα και αίμα για την εργατική τάξη των Βαλκανίων, αν αυτή δεν ξεσηκωθεί ενωμένη απέναντι στα αφεντικά της για να ανατρέψει την κατάσταση.
Πηγές:
H EΛΛΗΝΙΚΗ MΕΙΟΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ AΛΒΑΝΙΑΣ Λάμπρος Μπαλτσιώτης, Τάσος Τέλλογλου,Κωνσταντίνος Τσιτσελίκης, Δημήτρης Χριστόπουλος. Περίληψη έκθεσης που συντάχθηκε ύστερα από πρόταση και για λογαριασμό του Κέντρου Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου – Ίδρυμα Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου, 2001. http://www.iospress.gr/mikro2008/mikro20080301.htm
http://www.iospress.gr/ios2004/ios20040627a.htm
http://www.iospress.gr/mikro2001/mikro20010120.htm
Συνέχειες και ασυνέχειες στις ελληνοαλβανικές σχέσεις: η ελληνική πολιτική σε περιφερειακές εντάσεις, Ηλίας Γ. Σκουλίδας, Ιστορικός, ΤΕΙ Ηπείρου, 2014
Λάμπρος Μπαλτσιώτης, «Per Camerine»: Για την Τσαμουριά, ιστορικός, εφημερίδα «Αυγή», 2005
http://www.iospress.gr/ios2000/ios20001112a.htm http://www.iospress.gr/mikro1999/mikro19991211.htm

https://www.documentonews.gr/article/o-thanatos-toy-katsifa-to-mabh-h-xrysh-aygh-kai-to-kako-synapanthma

Πηγή: https://www.redtopia.gr/

Του Βασίλη Μορέλλα
Στις 28 Οκτώβρη, ο δεύτερος γύρος των προεδρικών εκλογών στη Βραζιλία, την όγδοη µεγαλύτερη οικονοµία του κόσµου, ανέδειξε νικητή τον Ζαΐρ Μπολσονάρου, ακροδεξιό ρατσιστή, δηλωµένο οπαδό της στρατιωτικής δικτατορίας του ‘64-’85, διακηρυγµένο εχθρό όλων των εργατικών οργανώσεων και των µεταδικτατορικών κοινωνικών κατακτήσεων, διακηρυγµένο ρατσιστή και µισογύνη. Στην πραγµατικότητα, ο Μπολσονάρου εκπροσωπεί έναν κίνδυνο χειρότερο από τον «οµοϊδεάτη» του Τραµπ. Σε µια χώρα που ποτέ δεν έγινε αποχουντοποίηση και οι στρατηγοί εξακολούθησαν να εµπλέκονται στην πολιτική, ο Μπολσονάρου (πρώην λοχαγός ο ίδιος) εκφράζει στρατιωτικά δίκτυα που βαρύνονται µε εγκλήµατα κατά της ανθρωπότητας. Κυρίως όµως, εκφράζει το σχέδιο έκτακτης ανάγκης µιας άρχουσας τάξης σε πανικό µπροστά στον συνδυασµό σοβαρών οικονοµικών προβληµάτων και απειλητικού εργατικού κινήµατος. Μάλιστα σε περίοδο που η κυβερνώσα «αριστερά» του PT έχει χάσει το θρόνο της µετά από πολυετή αντικοινωνικά µέτρα και σωρεία σκανδάλων. Πρόκειται για σχέδιο υπέρβασης προς το αντιδραστικότερο µιας αστικής δηµοκρατίας σαπισµένης από τη διαφθορά και τις εκρηκτικές κοινωνικές ανισότητες. Με σιδερένια γροθιά, «τάξη και ασφάλεια».
Η βραζιλιάνικη οικονοµία
Το ποσοστό κέρδους των Βραζιλιάνων καπιταλιστών, πιεσµένο είτε από κρίσεις και υφέσεις είτε από εργατικές κατακτήσεις, πέφτει συνεχώς µετά το 1971, µε εξαίρεση τη δεκαετία του ’90. Αυτή η τάση, που χειροτέρεψε µετά το 2000, κάνει τον βραζιλιάνικο καπιταλισµό να νοσταλγεί τα χρυσά (γι’ αυτόν) πρώτα χρόνια της δικτατορίας κι επίσης τον κάνει πολύ µοχθηρό απέναντι σε στοιχειώδη δικαιώµατα των υποτελών στρωµάτων. Μιλάµε για τη χώρα των φαβέλων και των µαζικών αστυνοµικών φόνων κατά της λούµπεν παραβατικότητας. Ο φαύλος κύκλος µικρής παραγωγικότητας-µικρών κερδών-µικρών επενδύσεων, στις καλές εποχές «απλώς» µετρίαζε την ανάπτυξη. Τέτοια καλή εποχή ήταν περίπου η πρώτη δεκαετία από τα δεκατρία χρόνια που έτυχε να κυβερνά το PT, το «Εργατικό Κόµµα», µια βραζιλιάνικη εκδοχή του ΠΑΣΟΚ και του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτή η απατηλή «αριστερά» είχε γίνει σοσιαλφιλελεύθερη δύναµη χρόνια νωρίτερα. Από τη µια, προωθούσε µια νεοφιλελεύθερη ατζέντα ιδιωτικοποιήσεων και περικοπών σε τοµείς του κοινωνικού κράτους. Ο πρώτος ηγέτης του, ο Λούλα, είχε µειώσει τους µισθούς στο δηµόσιο, παίξει στο χρηµατιστήριο τα αποθεµατικά των ταµείων των εργαζοµένων, ευνοήσει το µεγάλο γαιοκτητικό κεφάλαιο και πλήξει το φυσικό περιβάλλον για χάρη των «επενδύσεων». Από την άλλη, τον καιρό της ανάπτυξης, είχε την πολυτέλεια να προσφέρει µέτρα «ανακούφισης» στα κατώτερα στρώµατα και ειδικά στην ακραία φτώχεια, διατηρώντας και επεκτείνοντας επιδοµατικά προγράµµατα που είχε ξεκινήσει η προηγούµενη δεξιά κυβέρνηση. Η ανεργία επίσης µειωνόταν εκείνο το διάστηµα, αλλά οι θέσεις εργασίας που δηµιουργούνταν, εννιά στις δέκα φορές ήταν των 350 ευρώ… Αυτή η παρελκυστική «ισορροπία» µεταξύ φιλανθρωπίας και λιτότητας µετατοπιζόταν συνεχώς προς τα δεξιά και άρχισε από νωρίς να προκαλεί αυξανόµενες κοινωνικές αντιδράσεις, βάσει της χαµηλής ανεργίας και του υψηλού πληθωρισµού. Μα ανατράπηκε τελείως µετά το 2013.
Τότε, σαν αργοπορηµένη συνέπεια της κρίσης του 2008 (π.χ. λόγω της επιβράδυνσης της Κίνας), η πτώση στη διεθνή ζήτηση κατακρήµνισε τις τιµές προϊόντων τα οποία εξάγει η Βραζιλία (ζάχαρη, σόγια, βοδινό, σίδηρος κ.ά.). Η διεθνής κρίση είχε κι άλλες συνέπειες, όπως ο περιορισµός ξένων επενδύσεων και δανεικών. Το ΑΕΠ, που επιβραδυνόταν ήδη από το 2011, έχασε σχεδόν το ένα τέταρτο της αξίας του το 2014-2016. Η φιλοκαπιταλιστική στρατηγική του PT, βρέθηκε πια πλήρως εκτεθειµένη στην εκλογική του βάση. Κρατώντας τους φόρους χαµηλά για τον πλούτο, µε πεσµένα τα εξαγωγικά έσοδα, η κυβέρνηση εκτόξευσε δηµόσιο έλλειµµα και χρέος, την ώρα που έκανε νέες περικοπές στον κοινωνικό προϋπολογισµό. Η διοργάνωση του Μουντιάλ ήταν αντιπροσωπευτικό παράδειγµα προτεραιοτήτων: ενώ ξοδεύονταν πάνω από 15 δισ. δολάρια για εργολάβους και λοιπούς «µπίζνεσµεν», οι συγκοινωνίες και η παροχή νερού στο Σάο Παόλο υπέφεραν, οι διαδηλώσεις αντιµετωπίζονταν µε ακραία καταστολή από αστυνοµία και εθνοφρουρά και κάπου… 200.000 άνθρωποι πετάχτηκαν από τα σπίτια τους για χάρη της ασφάλειας και των έργων. Από την άλλη, το PT δυσαρεστούσε και τους «από πάνω», µε την ασταθή αντιµετώπιση του ανερχόµενου κινήµατος. Παρά την προθυµία του PT να το καταπνίξει βίαια, άλλες φορές έκανε µικρο-παραχωρήσεις σε µεγάλες απεργίες (π.χ. το 2013) µετρώντας το πολιτικό κόστος.
Εν τω µεταξύ, η επίσηµη ανεργία διπλασιαζόταν µέσα σε δύο χρόνια (12% – 14% τα τελευταία τρία χρόνια) και η ανισότητα, που έτσι κι αλλιώς διατηρούνταν ψηλά, εξερράγη: το 2017 οι έξι πλουσιότεροι Βραζιλιάνοι είχαν όσα ο φτωχότερος µισός πληθυσµός (σε σύνολο 210 εκατοµµυρίων).
Από το PT στην ακροδεξιά: η πολιτική «µηχανική» που οδήγησε στον Μπολσονάρου
Στη Βραζιλία η ∆εξιά ήταν πάντα ισχυρή, έστω κι αν τα τελευταία χρόνια αντιπολιτευόταν το PT διασπασµένη. Η βάση της -εκτός από τα µεσαία και ανώτερα στρώµατα- ήταν επίσης η πολύ φτωχή και ανοργάνωτη µάζα που το PT προσπάθησε, αρχικά µε επιτυχία, να προσεταιριστεί µε την επιδοµατική πολιτική του. Ο σκληρός πυρήνας της ∆εξιάς κατάγεται από τα χρόνια της χούντας, η οποία ήταν πιο βάρβαρη απ’ την αντίστοιχη ελληνική. Το ’85 οι δικτάτορες στρατηγοί είχαν καταφέρει µια διαδικασία οµαλής επαναφοράς της αστικής δηµοκρατίας χωρίς οι ίδιοι να τιµωρηθούν, ουσιαστικά εξακολουθώντας να παρεµβαίνουν στα πολιτικά πράγµατα. Το κυβερνόν PT, του οποίου η ηγεσία είχε υποστεί βασανιστήρια επί δικτατορίας, δεν τα έβαλε ούτε καν µε τη στρατιωτική κάστα. Ακόµη και η Επιτροπή Αλήθειας που έστησε το 2012 για να ενισχύσει το δηµοκρατικό προφίλ του, είχε εξαρχής περιοριστεί στην ηθική δικαίωση των θυµάτων και όχι στην ποινική δίωξη των υπεύθυνων, εξερεθίζοντας το θηρίο χωρίς να το απειλεί πραγµατικά. Ακόµη χειρότερα, η «αριστερή» σοσιαλδηµοκρατία χρησιµοποίησε το ρατσισµό και τον εθνικισµό για να αναβαθµίσει τον βραζιλιάνικο ιµπεριαλισµό, δικαιώνοντας την ακροδεξιά ιδεολογία. Ο σηµερινός αντιπρόεδρος του Μπολσονάρου, στρατηγός Μουράο, πέρα από τις δηλώσεις ότι µια νέα χούντα θα µπορούσε να λύσει το κοινωνικό ζήτηµα, ήταν βασικός στρατιωτικός οργανωτής της σφαγής γυναικόπαιδων στην Αϊτή το 2005-2006. Τότε, ήταν η κυβέρνηση Λούλα που τον είχε στείλει στη µικρή και κατεστραµµένη χώρα ως διοικητή δύναµης κατοχής 9.000 ανδρών, µετά την πραξικοπηµατική εκδίωξη του Αϊτινού σοσιαλδηµοκράτη προέδρου, µε τη συνεργία της ∆ύσης. Ο Λούλα είχε έτσι τη βασική πολιτική ευθύνη και για τους 2.000 βιασµούς που διέπραξαν τα βραζιλιάνικα στρατεύµατα εκεί, στην απόπειρα να προαχθεί η Βραζιλία στην ιµπεριαλιστική αλυσίδα. Στηρίζοντας την εκστρατεία µε κατάλληλα επιχειρήµατα, νοµιµοποιούσε το ρατσισµό, το µιλιταρισµό και την ακροδεξιά, που µετέπειτα «δάγκωσαν» και τον ίδιο. Η βραζιλιάνικη στρατιωτική ηγεσία, µε την οποία προσπαθούσε επί 13 χρόνια να «συνεννοηθεί» το PT, χαιρέτισε πρώτη και σύσσωµη την νίκη του Μπολσονάρου.
Πολιτική κρίση, καπιταλιστική λύση
Για τους πολιτικούς και οικονοµικούς λόγους που αναφέραµε, ήταν ανάγκη και ευκαιρία για τους άρχοντες να αποκαθηλώσουν το εξασθενηµένο PT. Προσπάθησαν να το αντικαταστήσουν µε µια καθαρόαιµη ∆εξιά το 2016. Χρησιµοποιώντας τα σκάνδαλα που ενέπλεκαν ηγετικά στελέχη του PT, αποµάκρυναν τη διάδοχο του Λούλα, πρόεδρο Ντίλµα Ρούσεφ, και έφεραν στην εξουσία την κυβέρνηση Τεµέρ, δηλαδή τον… κυβερνητικό εταίρο της Ρούσεφ ως τότε. Μάλιστα, φέτος τον Απρίλη ο Λούλα φυλακίστηκε µε δωδεκαετή κάθειρξη για διαφθορά. Όµως αυτά δεν άρκεσαν. Από τη µια, η διερεύνηση των σκανδάλων άνοιξε τον «ασκό του Αιόλου» και τελικά ολόκληρο το πολιτικό σύστηµα αποκαλύφτηκε βαθιά διεφθαρµένο. Από την άλλη, η κυβέρνηση Τεµέρ δεν κατάφερε να αντιπαρέλθει τις λαϊκές αντιδράσεις, που κορυφώθηκαν πέρσι µε µια γιγάντια γενική απεργία (28/4/2017, µε αιχµή την υπεράσπιση της κοινωνικής ασφάλισης), µε σαράντα εκατοµµύρια διαδηλωτές, εκατοντάδες καταλήψεις και αποκλεισµούς δρόµων. Αυτός ο συνδυασµός δυσοίωνων οικονοµικών προοπτικών, απειλητικού κινήµατος και σήψης του παλιού πολιτικού συστήµατος περιλαµβανοµένης της κυβερνώσας «αριστεράς», οδήγησε την άρχουσα τάξη να υψώσει τον Μπολσονάρου και το κόµµα του από την πολιτική ανυπαρξία στο 55% και την προεδρία της χώρας, µέσα σε δυο χρόνια.
Οι «δεσµεύσεις» του Μπολσονάρου στοχεύουν να κολακέψουν τους νοµοταγείς µεσοαστούς ψηφοφόρους, αλλά κυρίως να παγώσουν κάθε κοινωνική αντίσταση µε τη βία ή το φόβο της βίας. Ώστε να περάσουν νέες ιδιωτικοποιήσεις, ανατιµήσεις σε καταναλωτικά αγαθά, µειώσεις µισθών και καίρια χτυπήµατα στο ασφαλιστικό. Αυτός και τα στελέχη του έχουν επανειληµµένα προαναγγείλει το τσάκισµα της Αριστεράς (πραγµατικής και κίβδηλης), των συνδικάτων και των κοινωνικών αντιστάσεων εν γένει, από τις οργανώσεις των ανέργων και τα ιθαγενικά κινήµατα για τη γη µέχρι τις ΛΟΑΤ συλλογικότητες. Επίσης, είναι δεδοµένο ότι θα ξεσπάσει πάνω στις περιθωριοποιηµένες φαβέλες, µέχρι και µε κινητοποίηση του στρατού. Αισιοδοξώντας για µια τέτοια αποκατάσταση της «σταθερότητας» το χρηµατιστήριο του Σάο Πάολο κατέγραψε ιστορικό ρεκόρ µετά τις εκλογές. Τελικά, ο Μπολσονάρου δεν είναι κεραυνός εν αιθρία, αλλά κλιµακωτή συνέχεια των κυβερνήσεων PT και Τεµέρ, που ενέτειναν τα αντικοινωνικά µέτρα και τον συνοδευτικό αυταρχισµό.
Συγκρίσεις µε την ελληνική εµπειρία: η «πολιτική µηχανική» που γεννάει φαινόµενα Μπολσονάρου
Το πολιτικό «ανάπτυγµα» της Βραζιλίας προσφέρεται για συγκρίσεις µε τα καθ’ ηµάς. Πρώτα, για το πόσο αδίστακτη γίνεται µια «αριστερή κυβέρνηση» ρεφορµιστών ώστε να αναγνωριστεί από το σύστηµα, ανοίγοντας έτσι το δρόµο στην ∆εξιά – ή και την ακροδεξιά σε περίοδο κρίσης. Λούλα και Ρούσεφ λογοδοτούσαν στα κελεύσµατα της ντόπιας άρχουσας τάξης και του ∆ΝΤ, που ζητούσαν δηµοσιονοµικά πλεονάσµατα, περικοπές και ενθάρρυνση της επιχειρηµατικότητας, θυµίζοντας έντονα Ελλάδα. Μέσα στο ίδιο πλαίσιο είναι που ο ΣΥΡΙΖΑ πάτησε στην ανάπαυλα της κρίσης για να επεκτείνει το πιλοτικό πρόγραµµα Σαµαρά για το ελάχιστο εγγυηµένο εισόδηµα και να µοιράσει επιδόµατα αλληλεγγύης, ενώ από την άλλη εκτόξευε τις ιδιωτικοποιήσεις, αποχαλίνωνε την καταστροφή στις Σκουριές, ψήφιζε το νόµο Κατρούγκαλου και εισηγείται τώρα επιπρόσθετα περιουσιακά δικαιώµατα στην Εκκλησία…
Εξάλλου, είναι σύνηθες και διαχρονικό φαινόµενο το αληθινό πρόσωπο των ποικίλων σοσιαλδηµοκρατών να αποκαλύπτεται πιο πρώιµα και πιο ωµά στην εξωτερική πολιτική: εκεί τα θύµατα δεν στοιχίζουν εκλογικά. Έτσι, παρόµοια µε τον Λούλα, οι ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ έχουν πολύ καλές ιµπεριαλιστικές επιδόσεις. Εναγκαλιζόµενοι τα µατωµένα καθεστώτα της Αιγύπτου και του Ισραήλ, παραδίδοντας µαθήµατα εφαρµοσµένου αντιτουρκισµού και επεκτατισµού στο Αιγαίο και την Αν. Μεσόγειο, υιοθετώντας ακροδεξιές θεωρίες περί µακεδονικής απειλής, προσπαθώντας να πουλήσουν όπλα στη Σαουδική Αραβία κ.ο.κ. Αλλά και αποκηρύσσοντας τους πρόσφυγες πολέµου σαν ανεπιθύµητο βάρος, µε τις απελάσεις, το άγριο ξύλο στην εκκένωση της Ειδοµένης, τα κολαστήρια στα νησιά.
Υπάρχει προφανής σχέση ανάµεσα σε τέτοιες πολιτικές -σε εσωτερικό και εξωτερικό- και στη διατήρηση των ποσοστών της ΧΑ ή τις ακροδεξιές πρωτοβουλίες· η διαδοχή του PT από τον Τεµέρ και τον Μπολσονάρου είναι σηµαντικό παράδειγµα. Το µόνο που λείπει από την Ελλάδα είναι µια νέα επιδείνωση του «καιρού» στην οικονοµία. Λείπει, για την ώρα…
Τέλος, η Βραζιλία προσφέρει διδάγµατα για τις αριστερές τακτικές. Το PT είχε ξεκινήσει ως «πλατύ κόµµα», δηλαδή ως πολυτασικό ρεφορµιστικό κόµµα µε συµµετοχή επαναστατών, από την ίδρυσή του το 1980. Μάλιστα ως πολύ πιο ριζοσπαστικό από τον ΣΥΝ και τον ΣΥΡΙΖΑ. Αλλά η σοσιαλφιλελεύθερη µετάλλαξή του είχε εκδηλωθεί ήδη τη δεκαετία του ’90 και οπωσδήποτε όταν ανέλαβε την κυβέρνηση το 2003. Ως τότε είχε ήδη διαγραφεί µία τροτσκιστική αντιπολίτευση (το PSTU το 1992) και είχαν ξεκινήσει οι διαγραφές της δεύτερης, ακόµη µεγαλύτερης, αριστερής/επαναστατικής πτέρυγας που το 2005 θα κατέληγαν στη διάσπαση και την ίδρυση του PSOL. Τότε είχε επίσης αποτυπωθεί ότι όσο πιο µακροχρόνια ήταν η συµβίωση επαναστατών και ριζοσπαστών µε το «πλατύ κόµµα» τόσο πιο µεγάλες συγχύσεις και απώλειες αυτοί θα υπέφεραν τελικά. Στην αριστερή διάσπαση του 2005, πάνω από τα τρία τέταρτα των 2.000 τροτσκιστών της αντιπολίτευσης θα επέλεγαν να παραµείνουν στο διεφθαρµένο PT, ενώ από τους αποχωρήσαντες πολλοί θα αποστρατεύονταν συντόµως… Το PT κατάπιε ανεπίστρεπτα τη µεγάλη πλειοψηφία ριζοσπαστών ή επαναστατών που πορεύτηκαν µε αυταπάτες περί ριζοσπαστικοποίησής του, ακόµη κι όταν αυτό βρέθηκε στην εξουσία. Και βέβαια, στην εξουσία πια, φρόντισε µε όλους τους τρόπους να απογοητεύσει και να παγώσει τους ψηφοφόρους του, να γραφειοκρατικοποιήσει τα συνδικάτα όπου µπορούσε, να ενισχύσει δεξιά και ακροδεξιά ιδεολογήµατα, να επιβεβαιώσει τη «συνέχεια του κράτους» σε κάθε επίπεδο. Όλα αυτά θα έπρεπε να είναι οφθαλµοφανή από τότε στους εισηγητές παρόµοιων θεωριών στην Ελλάδα, που έβαλαν πλάτη να «έρθει η ελπίδα» της απατηλής αριστεράς στην κυβέρνηση, µε επιχειρήµατα δοκιµασµένα και διαψευσµένα σε όλα τα σηµεία της υδρογείου. Το ελαφρυντικό της άγνοιας ποτέ δεν ήταν επαρκές και πλέον δεν υπάρχει καν…
Καθήκοντα
Το προηγούµενο διάστηµα, οι διεργασίες στην πέραν του PT βραζιλιάνικη αριστερά, επαναστατική και µη, επικέντρωναν στην ανάγκη ενιαίου µετώπου σε συνδικαλιστικό επίπεδο, στην απεργιακή πάλη. Οπωσδήποτε µια τέτοια εργατική απάντηση πρέπει να αποτελεί το επόµενο βήµα απέναντι στην αποκτήνωση του καπιταλισµού που διανοίγει ο Μπολσονάρου. Όµως πιθανά τα στοιχήµατα έχουν ήδη ανέβει. Το αν η οργανωµένη βία φτάσει να ασκείται από ένα φασιστικό κίνηµα µαζών, είναι ανοιχτό ερώτηµα. Τέτοια πρώτα δείγµατα υπάρχουν, είτε µε τις στρατιωτικού τύπου παρελάσεις οπαδών στις πόλεις, είτε µε τις επιθέσεις σε χωριά του Αµαζονίου. Αν και µόνο πρωτοφανές δεν είναι το φαινόµενο για τη χώρα και γενικά τη Λατινική Αµερική, πάντως είναι ανησυχητικό το µετεκλογικό κύµα εµπρησµών και φόνων κατά ιθαγενών από παρακρατικές πολιτοφυλακές, ώστε να προχωρήσουν πιο γρήγορα οι «επενδύσεις» (βλέπε καταστροφή του τροπικού δάσους). Ακόµη και χωρίς φασιστικό κίνηµα, είτε κεντρικά είτε αποκεντρωµένα και πρωτοβουλιακά, η ακροδεξιά βία και η κρατική καταστολή θα αναβαθµίσουν τη συνεργασία τους. Στη Βραζιλία πλέον αναδεικνύεται η ανάγκη µετώπου για ένα κατεξοχήν πολιτικό θέµα: την αντιµετώπιση της κρατικής και παρακρατικής βίας. Πίσω στην Ελλάδα δεν έχουµε φτάσει ακόµη ως εκεί: θα µας «αρκούσαν» προς το παρόν τα µέτωπα π.χ. για τη διοργάνωση µιας σοβαρής πανεργατικής απεργίας και τα πολιτικά συµπεράσµατα από τις προηγούµενες αποτυχίες. Μέχρι και γι’ αυτά όµως έχουµε ακόµη δρόµο µπροστά µας…

Πηγή: https://www.redtopia.gr