ΕΡΕΥΝΕΣ

Δοκιμιογράφος του σινεμά και της λογοτεχνίας, ο Δήμος Θέος υπήρξε πατέρας του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου και μια εξέχουσα μορφή του πολιτικού σινεμά της δεκαετίας του ’60 και του ’70.

«Οταν οι καλλιτέχνες άρχισαμε να αρθρώνουμε πολιτικό λόγο το 1966, δεν ήμασταν καθόλου σίγουροι ότι ήμασταν ελεύθεροι να μιλάμε ανοιχτά, οπότε έκανα μια πολιτική ταινία μεταμφιεσμένη σε επιστημονική φαντασία. Δεν βλέπουμε που συμβαίνουν τα γεγονότα. Δεν ξέρουμε τη χώρα, ούτε την εποχή […] Ηθελα απλά να δείξω την αλήθεια, όπως κάνουν και οι άλλοι σκηνοθέτες. Για παράδειγμα η ταινία δείχνει έναν αστυνομικό να δέρνει κάποιον στη φυλακή. Πριν από εκείνη την περίοδο δεν επιτρεπόταν να δείξεις κάτι τέτοιο.»

Το παραπάνω απόσπασμα είναι από συνέντευξη του Δήμου Θέου στον Μελ Σούστερ που περιλαμβάνεται στο βιβλίο «The Contemporary Greek Cinema» (Metuchen, N.J. & London: The Scarecrow Press, 1979) και φυσικά ο σκηνοθέτης μιλάει για το «Κιέριον», την πιο διάσημη ταινία, αυτή που για πολλούς θεωρείται η αφετηρία του Νέου Ελληνικού Σινεμά και μαζί μια πολιτική πράξη τόσο δυνατή που φυσικά δεν μπορούσε να περάσει απαρατήρητη ούτε από τη λογοκρισία, ούτε από τους μελλοντικούς χρονογράφους του ελληνικού σινεμά.

Κιέριον 607Κιέριον

Γεννημένος στα Αγραφα της Καρδίτσας, ο Δήμος Θέος που σπούδασε στη Σχολή Σταυράκου, έκανε την πρώτη του ταινία μαζί με τον Φώτο Λαμπρινό («Εκατό Ωρες του Μάη») και τελειοποίησε το δοκιμιακό του στιλ – ανάμεσα στην τεκμηρίωση και τη μυθοπλασία – και στις τέσσερις συνολικά ταινίες που έκανε μέχρι και το 1996, υπήρξε εμβληματική φιγούρα των δεκαετιών του ’60, του ’70 και του ’80 και πρωτεργάτης της ποιητικής που θα άλλαζε συλλήβδην το ελληνικό σινεμά όπως το γνωρίζαμε μέχρι τότε.

Με μόλις πέντε ταινίες στο ενεργητικό του, υπήρξε παραγωγικότατος συγγραφέας και αρθογράφος, μια ιδιότυπη περίπτωση στην ελληνική τέχνη και μαζί μια περίπτωση δημιουργού που αξίζει να επιστρέφεις προκειμένου να ερευνήσεις σε βάθος μια πλευρά του ελληνικού σινεμά που δεν είχε συνέχεια, αλλά ούτε και την αναγνώριση που της άξιζε. Αν και το «Κιέριον» ήταν η πρώτη ελληνική ταινία που βραβεύθηκε ποτέ (με ειδικη μνεία) στο Φεστιβάλ Βενετίας, το 1968, έξι χρόνια πριν προβληθεί ολοκληρωμένη στην Ελλάδα.

Δήμος ΘέοςΑπό αριστερά προς τα δεξιά: Νίκος Παναγιωτόπουλος, Γιώργος Πανουσόπουλος, Δήμος Θέος

Ο Δήμος Θέος πέθανε στις 28 Οκτωβρίου του 2018 σε ηλικία 83 ετών. Το πιο προσωπικό βιογραφικό του αναφέρει πως παλιότερα είχε ενταχθεί πολιτικά στην ΕΔΑ, ήταν γραμματέας της Ενωσης Τεχνικών Ελληνικού Κινηματογράφου, δίδαξε κινηματογράφο στη σχολή της Ευγενίας Χατζίκου και πως από το 1978 και για μια δεκαετία βιοποριζόταν και ως παλαιοβιβλιοπώλης στο Μοναστηράκι, στο βιβλιοπωλείο «Ο δικός σας Τιπούκειτος»


Οι ταινίες του Δήμου Θέου

Εκατό Ωρες του Μάη 607

Εκατό Ωρες του Μάη (1963)

Η ταινία – δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ των Φώτου Λαμπρινού και Δήμου Θέου αναφέρεται στη δολοφονία του βουλευτή της ΕΔΑ Γρηγόρη Λαμπράκη στη Θεσσαλονίκη, τον Μάη του 1963. Αποκαλύπτει τη σύνθεση των μηχανισμών του παρακράτους της εποχής, φωτίζει την ιεραρχία των παρακρατικών οργανώσεων, στην κορυφή της οποίας βρίσκονται επίσημα όργανα του κράτους και κυβερνητικά στελέχη. Ο Δήμος Θέος γράφει για την ταινία: «Μέσα στην αλαμπουρνέζικη κοινωνία, όπως εκείνη στις δεκαετίες 1950-1970, περίοδος κατά την οποία ο χαζοχαρούμενος κινηματογράφος της Φίνος Φιλμ βρισκόταν στο ζενίθ του, το φιλμ «Εκατό Ωρες του Μάη» συνιστά μια εξέγερση. Ερχόταν να θέσει τα δάχτυλα επί των τύπων των ήλων. Φυσικά η ταινία απαγορεύτηκε. Χρειάστηκε να περάσουν κάπου δεκαπέντε χρόνια για να μπορέσει, μετά την Μεταπολίτευση να προβληθεί στην Ελλάδα».

Κιέριον 607

Κιέριον (1967/1974)

Η ταινία αναφέρεται στη γνωστή «υπόθεση Πολκ», τη σχετική με τη δολοφονία του αμερικανού δημοσιογράφου Τζωρτζ Πολκ ο οποίος είχε έρθει στην Ελλάδα για να πάρει συνέντευξη από τον Μάρκο Βαφειάδη και κατά μυστηριώδη τρόπο βρέθηκε δολοφονημένος. Στην ταινία, ένας αριστερός δημοσιογράφος, ο Αίμος Βαγενάς, συλλαμβάνεται με την κατηγορία της συμμετοχής στη δολοφονία του αμερικανού δημοσιογράφου. Η ενοχή του δεν αποδεικνύεται και αφήνεται προσωρινά ελεύθερος. Με τη δημοσιογραφική του ιδιότητα αρχίζει να ερευνά την υπόθεση για την οποία κατηγορήθηκε, ενώ η αστυνομία κατασκευάζει έναν άλλο δολοφόνο, τον εβραίο φοιτητή Ζαδίκ ο οποίος ακολούθως αυτοκτονεί στο κρατητήριο. Ο Βαγενάς προσπαθεί να πείσει κάποιους από τους μάρτυρες να καταθέσουν στον ανακριτή, αλλά η βασική μάρτυρας βρίσκεται επίσης δολοφονημένη, ενώ τα ερωτήματα γύρω από το έγκλημα μένουν αναπάντητα.

Διαδικασία 607

Διαδικασία (1976)

1400 π.Χ. και σ’ ένα νησί του Αιγαίου, ο γάμος της Αντιγόνης, κόρης της αποθανούσης βασίλισσας με τον αδελφό της Πολυνείκη αναβάλλεται, ενώ ο Κρέοντας διορίζεται αρχηγός του στρατού. Ο Πολυνείκης επιχειρεί να αρπάξει την εξουσία, αλλά το εγχείρημά του αποτυγχάνει κι έτσι αναγκάζεται να καταφύγει στην Καρία της Μικράς Ασίας, απ’ όπου μετ’ ολίγον επιστρέφει επικεφαλής στρατού και πολιορκεί το νησί. Ιερείς και άρχοντες πιέζουν την Αντιγόνη να παντρευτεί, αλλά εκείνη ανακηρύσσει βασιλιά τον ετεροθαλή αδελφό της Ετεοκλή. Ο αρχιερέας Κινύρας πείθει τα δύο αντιμαχόμενα μέρη να λύσουν τις διαφορές τους με μια μονομαχία μεταξύ Πολυνείκη και Ετεοκλή. Όταν οι μονομάχοι αλληλοσκοτώνονται, ο Κρέοντας απαγορεύει την ταφή του Πολυνείκη, όμως η Αντιγόνη παρακούει την εντολή του και συλλαμβάνεται. Ο Κινύρας δεν κατορθώνει να τη σώσει κι η Αντιγόνη πυρπολείται δημοσίως από τον ίδιο τον Κρέοντα. Η άφιξη της κρητικής αντιπροσωπείας και η είδηση ότι πραγματοποιήθηκε ειρήνη με τις Μυκήνες αφήνει τον Κρέοντα έκθετο και μετέωρο. Το Ιερατείο έχει νικήσει κι ο Κινύρας θέτει πλέον σε εφαρμογή ένα σχέδιο κοινωνικών μεταρρυθμίσεων.

Καπετάν Μειντάνος

Καπετάν Μεϊντάνος: Η Εικόνα ενος Μύθικού Οπλαρχηγού (1987)

Ενας πρώην διπλωμάτης αναζητεί υλικό για το βιβλίο του με θέμα τη ζωή ενός θρυλικού προσώπου, του καπετάν Μεϊτάνου, που έζησε τον 17ο αιώνα. Αρχικά ήταν κλέφτης, στη συνέχεια αρματωλός και μετά πάλι κλέφτης, ώσπου κατέληξε στην κρεμάλα των Οθωμανών. Η προσωπικότητα του καπετάν Μεϊτάνου, οι δραστηριότητές του και η ζωή του δίνονται μέσα από αφηγήσεις μοναχών που έζησαν πολλά χρόνια μετά το θάνατό του, μεταφέροντας την ιστορία του. Αναμοχλεύσεις της μνήμης, ψήγματα ιστορίας αλλά και μυστήρια, όπως αυτό μιας ιερής εικόνας, ζωγραφισμένης το 1715 από έναν αγιογράφο γνωστό με το όνομα Βάιος, η οποία και αποτελεί βασικό συστατικό στοιχείο του θέματος και της ιστορίας, αλλά που επίσης είναι αδύνατο να φωτισθεί επαρκώς.

Ελεάτης Ξένος

Ελεάτης Ξένος (1996)

H ιστορία έχει πλοκή αστυνομικής ταινίας. Όμως στο εσωτερικό της αναπτύσσεται το θέμα της αγάπης, έτσι όπως αυτή εκφράζεται στο μύθο του Ορφέα και της Ευρυδίκης. Η Hanna Bluemart, φιλόλογος, 24 χρονών, φτάνει στην Αθήνα με σκοπό να γνωρίσει τον πατέρα της, και πληροφορείται ότι αυτός που θα μπορούσε (σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις) να ήταν ο πατέρας της, έχει πεθάνει πριν τέσσερις μέρες – και μάλιστα, κάτω από μυστηριώδεις συνθήκες. Η Hanna αρχίζει να ερευνά τις αιτίες αυτού του θανάτου, και μέσα από αντιφατικές πληροφορίες σχηματίζει σιγά σιγά το πορτρέτο του πατέρα της. Η «περιέργεια» της να μάθει την αλήθεια ως προς τις συνθήκες του θανάτου του ανθρώπου που θα μπορούσε να είναι ο πατέρας της, είναι τόσο ισχυρή, ώστε παρασέρνει και την ίδια ως το θάνατο! Όμως, ο θάνατός της θα εμπνεύσει στο νεαρό μουσικό Θωμά, που την αγάπησε, τη μουσική σύνθεση ενός ύμνου.


Δήμος Θέος

Το πλήρες βιογραφικό του Δήμου Θέου που ακολουθεί υπογράφει ο Στράτος Κερσανίδης, όπως δημοσιεύτηκε σε έκδοση για τον σκηνοθέτη από το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και τις εκδόσεις Αιγόκερως το 2006:

Ο Δήμος Θέος γεννήθηκε στα Άγραφα Καρδίτσας, το 1935. Σπούδασε κινηματογράφο στη Σχολή Σταυράκου και ξεκίνησε την καριέρα του ως βοηθός σκηνοθέτη και διευθυντής παραγωγής, ενώ ασχολήθηκε και με το θέατρο.

Το 1963 σκηνοθέτησε – από κοινού με τον Φώτο Λαμπρινό – τη μικρού μήκους ταινία Εκατό ώρες του Μάη. Στην ταινία παρουσιάζονται τα γεγονότα της δολοφονίας του ανεξάρτητου βουλευτή της Αριστεράς, Γρηγόρη Λαμπράκη, αλλά κυρίως, μέσω αυτών, αποκαλύπτεται όλη η λειτουργία του παρακράτους η οποία οδήγησε σε αυτή τη δολοφονία.

Το 1967, πριν από το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου, ο Δήμος Θέος σκηνοθετεί μια από τις σημαντικές ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου, το Κιέριον. Πρόκειται για μια εντελώς πρωτοποριακή ματιά επάνω στην ιστορία αλλά και επάνω στο θέμα που απασχολεί τον σκηνοθέτη σε ολόκληρο το μετέπειτα έργο του: την ενότητα του χρόνου, η οποία επιτυγχάνεται με την προσφυγή στο παρελθόν, σε μια προσπάθεια ένταξής του σε ένα ευρύτερο κοινωνικό όλον. Η ταινία αρχίζει με ένα απόσπασμα από τα Γεωγραφικά του Στράβωνα, ενώ στη συνέχεια μας εισάγει στην ιστορία της, που αποτελεί μια σαφή αναφορά στη δολοφονία του αμερικανού δημοσιογράφου Τζορτζ Πολκ, το 1948. Τοποθετώντας τη δράση σε σύγχρονο χρόνο, επιχειρεί μια σύνδεση του χρόνου, θέλοντας να δείξει αυτό που προαναφέρθηκε, δηλαδή τη διαχρονικότητα, την ενότητα του κοινωνικού χωροχρόνου.

Σε ένα πρώτο επίπεδο, η ταινία είναι ένας συγκερασμός δημοσιογραφικής έρευνας και αστυνομικής ταινίας, το πρώτο ελληνικό φιλμ νουάρ, όπως έχει επανειλημμένα ειπωθεί. Επιπλέον, αποτελεί την πρώτη ανοιχτά πολιτική ταινία στην Ελλάδα, αλλά και την πρώτη συλλογική δουλειά αυτού που μετέπειτα ονομάστηκε Νέος Ελληνικός Κινηματογράφος, σε αντιπαράθεση με τον μέχρι εκείνη τη στιγμή δεσπόζοντα εμπορικό κινηματογράφο. Έτσι, πέρα από τη συμμετοχή του Κώστα Σφήκα στο σενάριο (μαζί με τον Θέο), του Γιώργου Πανουσόπουλου στη διεύθυνση φωτογραφίας και του Βαγγέλη Σερντάρη στο μοντάζ, εμφανίζονται σε μικρούς ρόλους πολλοί, γνωστοί στη συνέχεια σκηνοθέτες, όπως ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, ο Σταύρος Τορνές, ο Κυριάκος Κατζουράκης, ο Κώστας Σφήκας, ο Κώστας Φέρρης, η Τώνια Μαρκετάκη, ο Γιώργος Κατακουζηνός. Το Κιέριον δεν προβλήθηκε στην Ελλάδα παρά μόνο μετά την πτώση της δικτατορίας, καθώς ήταν απαγορευμένο από τη λογοκρισία. Αφού το είδαν σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, ήρθε η ώρα να το δουν και οι έλληνες θεατές, το 1974, στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, όπου και βραβεύτηκε.

Οι δύο αυτές πρώτες ταινίες, δηλαδή οι Εκατό ώρες του Μάη και το Κιέριον, μπορούν να ειδωθούν ως μία ενότητα αφού, πέρα από τη θεματική συγγένειά τους (λειτουργία του παρακράτους, κατευθυνόμενη δικαιοσύνη), ενοποιούνται και «από την ποιητική και τη φόρμα της ‘γραφής’ τους» (περ. Μονόκερως, ό.π.)· και, ακόμη, «οριοθετούν κυριολεκτικά τη στιγμή και τις συνθήκες μέσα στις οποίες γεννιέται ο αποκαλούμενος Νέος Ελληνικός Κινηματογράφος» (ό.π.).

Με τη Διαδικασία, το 1974, ο Θέος επιχειρεί μια νέα προσέγγιση του μύθου της Αντιγόνης. Η αρχαιοελληνική τραγωδία χρησιμοποιείται με τρόπο που να αναδεικνύεται η διαχρονικότητα των κοινωνικών δομών, μέσω της ανασύνθεσης των δομών του παρελθόντος και της αντιστοίχισής τους με τις σύγχρονες δομές. Έτσι, βλέπουμε την Αντιγόνη να αντιπροσωπεύει τις παραδοσιακές αξίες, σε αντίθεση με τον Κρέοντα, ο οποίος είναι φορέας της νέας δύναμης, της ανερχόμενης εξουσίας. Ως εκ τούτου, η διάσταση του μύθου αποκτά μια διαχρονικότητα και μπορεί να ειδωθεί και μέσα από τη σύγχρονη εποχή. Όλα αυτά, βέβαια, όσο απείχαν από τη συνηθισμένη αναπαράσταση της αρχαιοελληνικής τραγωδίας, άλλο τόσο απείχαν και από το συμβατικό σινεμά, με αποτέλεσμα η κριτική της εποχής να υποδεχτεί τουλάχιστον με αμηχανία την άκρως ενδιαφέρουσα και πρωτοποριακή ανάγνωση του μύθου, όπως την πρότεινε ο Δήμος Θέος.

Έπρεπε να περάσουν περίπου δεκατέσσερα χρόνια μέχρι να γυρίσει ο Δήμος Θέος την επόμενη ταινία του. Η χρονιά ήταν το 1988 και η ταινία ο Καπετάν Μεϊντάνος (Η εικόνα ενός μυθικού οπλαρχηγού). Εδώ, μέσα από μια διαυγή/καθαρή ελληνικότητα, μακριά από κάθε είδους πατριδοκαπηλίες και σοβινισμούς, ο σκηνοθέτης κάνει μια σύνθεση του παρόντος, της ιστορίας και του μύθου. Η αναζήτηση της απάντησης στην ερώτηση «τι είναι πραγματικό» κυριαρχεί σε ολόκληρη την ταινία. Όλα ξεκινούν όταν ένας διπλωμάτης (παρόν) μελετά μια αγιογραφία, η οποία σχετίζεται με τη δράση του Καπετάν Μεϊντάνου, ενός οπλαρχηγού που έδρασε τον 17ο αιώνα. Παράλληλα, παρακολουθούμε την ιστορία της κατασκευής της εικόνας (μύθος), αλλά και τις αφηγήσεις κάποιων μοναχών (ιστορία) για την εικόνα και τον εικονογράφο της. Η έννοια του Τόπου – εν προκειμένω του ελληνικού – που συναντάμε τόσο στο Κιέριον όσο και στη Διαδικασία, είναι κυρίαρχη και εδώ.

Ο Ελεάτης Ξένος, που γυρίστηκε το 1995, είναι η τέταρτη και τελευταία ταινία του Θέου. Αν θέλουμε να αναφερθούμε σε ένα κοινό στοιχείο με τις προηγούμενες, αυτό είναι εκείνο της αναζήτησης, κάτι που υπάρχει τόσο στο Κιέριον όσο και στον Καπετάν-Μεϊντάνο. Η δράση εκτυλίσσεται στις αρχές της δεκαετίας του 1990, όταν η νεαρή Γερμανίδα Χάνα έρχεται στην Ελλάδα ακολουθώντας μια αρχαιολογική αποστολή που έχει προορισμό την Κρήτη. Με την ευκαιρία αυτή, η Χάνα αποφασίζει να αναζητήσει το παρελθόν της, αφού η ίδια υπήρξε καρπός της σχέσης της – νεκρής πια – μητέρας της με έναν Έλληνα, όταν εκείνη είχε επισκεφτεί σε νεαρή ηλικία την Ελλάδα. Διαβάζοντας το ημερολόγιο της μητέρας της, η Χάνα ανακαλύπτει ότι σχετιζόταν με έναν έλληνα ποιητή, τον Αρέθα Πωγωνάτο (ο οποίος χρησιμοποιούσε το ψευδώνυμο Ελεάτης Ξένος). Αναζητώντας, λοιπόν, τον πιθανό πατέρα της, ταξιδεύει στον ελληνικό Τόπο, για να μάθει τελικά ότι εκείνος δολοφονήθηκε από τους συγγενείς του λόγω της μεγάλης του περιουσίας. Στο τέλος, και η ίδια η Χάνα θα πέσει θύμα δολοφονίας, από τον ίδιο κύκλο ανθρώπων, οι οποίοι φοβούνται πως ήρθε για να διεκδικήσει την περιουσία της. Η ματιά του Θέου επάνω στη σύγχρονη Ελλάδα, με εφόδιο την αρχαιότητα, επανατοποθετεί το ζήτημα της ενότητας του κοινωνικού χωροχρόνου.

Εκτός από τις ταινίες μεγάλου μήκους, το 1983 ο Δήμος Θέος γύρισε και μια μεσαίου μήκους ταινία, το Υπερρεαλιστικό χάπενινγκ, ένα ντοκιμαντέρ για τους έλληνες υπερρεαλιστές. Έχει, επίσης, σκηνοθετήσει για την τηλεόραση τη σειρά Ελληνισμός και Δύση (11 επεισόδια), διάφορα επεισόδια για την εκπομπή «Παρασκήνιο», κ.ά..

Αρκετά πλούσιο είναι και το συγγραφικό του έργο, το οποίο αλληλοσυμπληρώνεται με το κινηματογραφικό. Αξίζει εν συντομία να αναφέρουμε ορισμένους τίτλους βιβλίων όπως Φορμαλισμός: γλώσσα, λογοτεχνία, κινηματογράφος (Αιγόκερως, 1981), Εικόνες – Ο δογματικός ιστός και η ευχαριστηριακή φυσιογνωμία της αγιογραφίας (Αιγόκερως, 1985), Το αισθητικό και το ιερό: από τον Αλμπέρτι στον Λέσσινγκ (Αιγόκερως, 1988), Μανιάκ Μπέης (Οδυσσέας, 1994). Εξίσου σημαντική, όμως, είναι και η αρθρογραφία του σε διάφορα περιοδικά. Τα κείμενά του χαρακτηρίζονται από μια βαθιά γνώση του αντικειμένου, που αφενός βοηθά τον αναγνώστη να προσεγγίσει το θέμα, αφετέρου λειτουργεί ως ερέθισμα ώστε να αναζητήσει, μόνος του πλέον, να μάθει ακόμη περισσότερα.

Χαρακτηριστικά μπορούμε να αναφέρουμε το κείμενο που δημοσίευσε ο Θέος στο περιοδικό Σύγχρονος Κινηματογράφος (τεύχος 24-25, 1980), με τίτλο «Ο μετακινηματογράφος του Werner Nekes», με αφορμή ένα αφιέρωμα που είχε γίνει στο Ινστιτούτο Goethe για αυτόν τον, άγνωστο στην Ελλάδα, πρωτοπόρο κινηματογραφιστή. Όταν ο συγγραφέας γράφει ότι «ο όρος μετακινηματογράφος χαρακτηρίζει τον κινηματογράφο εκείνο που έχει σαν θέμα – κατά κύριο λόγο – τον ίδιο τον εαυτό του, δηλαδή τα φιλμικά υλικά και τις δομές του», δεν είναι δυνατόν να μη σου προκαλέσει την επιθυμία, όχι μόνον να διαβάσεις παρακάτω, αλλά και (τελειώνοντας το κείμενο και έχοντας πολλές απορίες) να αναζητήσεις τρόπους για να μάθεις περισσότερα για τον Nekes και να δεις τις ταινίες του. Αντίστοιχα, στο περιοδικό Μονόκερως (τεύχος 14, 2003), ο Δήμος Θέος «θυμάται» τον φίλο του Σταύρο Τορνέ. Σε τούτες τις «Ενθυμήσεις», ο Θέος μιλάει έξω από τα δόντια, με την τόλμη και την καθαρότητα που πάντα τον χαρακτήριζαν, για τον ιδεολόγο αγωνιστή, τον συναισθηματικό φίλο, τον «σταλινικό» που κατέληξε ελευθεριακός, τον ασυμβίβαστο καλλιτέχνη που η εξουσία τον εκδικήθηκε, αλλά που «το έργο του θα είναι πάντα εδώ· θα υπάρχει για να θυμίζει στους επιγόνους το πέρασμα του Σταύρου Τορνέ από τη χώρα των Λαιστρυγόνων». Αδύνατον, μετά την ανάγνωση, να μην αναζητήσεις να μάθεις περισσότερα για τον Τορνέ και τις ταινίες του. Το εν λόγω κείμενο του Θέου, μεταφρασμένο στα ιταλικά, δημοσιεύτηκε στον κατάλογο που κυκλοφόρησε το Φεστιβάλ του Τορίνου με αφορμή ένα αφιέρωμα στον Τορνέ. Στο τεύχος 200 (Αύγουστος 1973) του γερμανικού περιοδικού Filmkritik, ο Δήμος Θέος δημοσίευσε, επίσης, το εκτενές κείμενο «Film in Griechenland», όπου αναφέρεται στους σταθμούς – κατά την άποψή του – του ελληνικού κινηματογράφου. Ένα πάρα πολύ σπουδαίο κείμενο είναι, ακόμη, «Ο Γερμανικός κινηματογράφος της περιόδου 1913-1933», το οποίο αποτελεί μέρος διαλέξεων που είχε δώσει στο πολιτιστικό κέντρο «Η Διαθήκη του Ορφέα», την περίοδο 1990-1991. Τέλος, εάν ανατρέξει κανείς στα πρακτικά του Β΄ Συμποσίου Ποίησης που πραγματοποιήθηκε το 1982 στην Πάτρα, αξίζει να σταθεί στην εισήγηση του Θέου με τίτλο «Ποιητική επιστήμη και ποίηση», στην οποία ο Δήμος Θέος καταλήγει: «Γι’ αυτό η φυσιογνωμία της ποίησης θα μας θυμίζει πάντα εκείνον τον αραβικό Φοίνικα του Ηροδότου, που όλοι γνώριζαν την ύπαρξή του αλλά κανείς δεν ήταν σε θέση να τον δείξει».

Δήμος Θέος

Δείτε εδώ ένα απόσπασμα από το «Κιέριον»

Πηγή:http://flix.gr/news

Το 1994, οι εξωτερικές σχέσεις της χώρας με όλους περίπου τους γείτονες, μέσα στο γενικότερο κλίμα της βαλκανικής κρίσης ήταν τεταμένες. Ο πυρετός του εθνικισμού είχε για τα καλά δηλητηριάσει και την ελληνική κοινωνία. Η φιλοπόλεμη ρητορική πότε κατά της Τουρκίας, πότε κατά των «γυφτοσκοπιανών» (όπως έλεγαν οι ιεράρχες μας στα τότε συλλαλητήρια) και πότε κατά της Αλβανίας, ήταν στην ημερήσια διάταξη.

Στις 10 Απριλίου του 1994, μια ομάδα κομάντο της τρομοκρατικής ελληνικής οργάνωσης ΜΑΒΗ, πέρασε την ελληνοαλβανική μεθόριο και δολοφόνησε δύο Αλβανούς στρατιωτικούς μέσα στο στρατόπεδο της Επισκοπής. Επρόκειτο για μια πρώτης τάξεως προβοκάτσια που στόχευε στον πόλεμο με την Αλβανία και την «απελευθέρωση της σκλαβωμένης Β. Ηπείρου μας».

Όπως συμβαίνει πάντοτε σε ανάλογες περιπτώσεις, οι περισσότεροι έσπευσαν να μιλήσουν για «πράκτορες ξένων δυνάμεων» και μόνο ο ακροδεξιός χώρος, ιδίως η εφημερίδα «Στόχος», υπερασπίστηκε την «εθνικά δίκαιη» ενέργεια της ΜΑΒΗ και προανήγγειλε επόμενα «χτυπήματα».

Όταν όμως έφτασε στον Τύπο η αναλυτική προκήρυξη της τρομοκρατικής οργάνωσης (με τη φωτογραφία μάλιστα των όπλων που είχε αποσπάσει από το αλβανικό στρατόπεδο), δεν έμενε αμφιβολία: Το κομάντο ήταν τελικά «δικό μας».

Το χρονικό

 10/4/94. Μια ομάδα ενστόλων κουκουλοφόρων πραγματοποιεί επιδρομή σε αλβανικό στρατόπεδο νεοσυλλέκτων δίπλα στο βορειοηπειρωτικό χωριό Επισκοπή, σκοτώνει έναν στρατιώτη και έναν αξιωματικό, τραυματίζει σοβαρά τρεις άλλους και «απαλλοτριώνει» καμιά δεκαπενταριά όπλα. Το ίδιο βράδυ αναλαμβάνει την ευθύνη το «Μέτωπο Απελευθέρωσης Βορείου Ηπείρου» (ΜΑΒΗ) με προκήρυξη στην «Ελευθεροτυπία».

 6/10/94. Νέα προκήρυξη του ΜΑΒΗ στην «Ελευθεροτυπία» με φωτογραφία της σημαίας της οργάνωσης, των λαφύρων της και λεπτομέρειες για την ενέργεια. Σαφής αντιγραφή της μεθοδολογίας της 17Ν μετά τις ενέργειες στο Συκούριο και το Πολεμικό Μουσείο.

 19/3/95. Σύλληψη 7 υπόπτων σε νυχτερινό μπλόκο της ΕΛΑΣ στα ελληνοαλβανικά σύνορα. Στα δυο τους οχήματα ανακαλύπτονται 6 Καλάσνικοφ με 878 σφαίρες, 2 πιστόλια Τοκάρεφ με 42 σφαίρες, 1 ασύρματος, μαχαίρια, στρατιωτικές στολές, μάλλινες κουκούλες κ.λπ. Ακολουθούν άλλες δυο συλλήψεις υπόπτων και ανακαλύπτονται κρησφύγετα όπλων στην Καισαριανή και την Παλλήνη. Η Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών της ΕΛΑΣ ταυτοποιεί 8 από τα κατασχεθέντα με τα όπλα της φωτογραφίας που είχε στείλει το ΜΑΒΗ.

 7/3/96. Πρόταση του εισαγγελέα Πατσή για μετατροπή του κατηγορητηρίου. Το συμβούλιο αποδέχεται την πρόταση. Γίνονται δεκτοί οι ισχυρισμοί των κατηγορουμένων και αποφυλακίζονται.

 20/2/97. Η δίκη των κατηγορουμένων καταλήγει στην καταδίκη τους ως …απλών λαθρεμπόρων όπλων σε ποινές 3-4,5 ετών με αναστολή.

 19/5/99. Το εφετείο μειώνει τις ποινές σε 18-20 μήνες

 

«Το RAI TG2 έκοψε το ρεπορτάζ για τις συνθήκες των 3.000 παιδιών-μεταναστών στη Λέσβο. Δεν μπορούμε να σας κοιτάξουμε κατάματα. Γιατί, κι αν μετά καταλάβουμε;»

 

«Το RAI TG2 έκοψε το ρεπορτάζ για τις συνθήκες των 3.000 παιδιών-μεταναστών στη Λέσβο.  

Δεν μπορούμε να σας κοιτάξουμε κατάματα. 

Γιατί, κι αν μετά καταλάβουμε;»

Σκίτσο του Mauro Biani που δημοσίευσε στις 23 Οκτωβρίου η ιταλική Il Manifesto.

Επεξηγηματικό σχόλιο για το σκίτσο του Mauro Biani: Το RAI έκοψε το ρεπορτάζ του Valerio Cataldi, απαιτώντας ξαφνικά και λίγες μόνο ώρες πριν την ώρα προβολής να καλύψει η ομάδα παραγωγής όλα τα πρόσωπα των παιδιών εξ ολοκλήρου με θαμπό φόντο που καλύπτει ολόκληρο το κεφάλι -σε ένα τηλεοπτικό ντοκιμαντέρ που είχε στο επίκεντρό του τη ζωή των προσφυγόπουλων σε Βοσνία και Λέσβο* και που για την κινηματογράφηση των παιδιών υπήρχε κάθε φορά η σχετική άδεια είτε από τους γονείς τους είτε από τους εκάστοτε υπεύθυνους στον χώρο που ζούσαν. «Το RAI δεν είναι εξίσου ευαίσθητο όμως όταν τα παιδιά είναι στη Συρία ή τη Λιβύη γιατί σε αυτές τις περιπτώσεις δείχνει ξεκάθαρα τα πρόσωπά τους», λένε συνάδελφοι δημοσιογράφοι του ιταλικού δημόσιου καναλιού. Άλλωστε, και η κοινή λογική επιτάσσει ότι, αν αυτό ήταν πράγματι ένα ζήτημα δεοντολογίας και ηθικής αφενός θα αφορούσε όλα τα ρεπορτάζ με παιδιά που προβάλλονται στο RAI και αφετέρου θα γνώριζαν αυτή τη συνθήκη πρώτοι από όλους οι δημοσιογράφοι που εργάζονται για το κανάλι. Το ζήτημα της προστασίας των παιδιών και η έκθεσή τους στα media είναι ασυζητητί βαρύνουσας σημασίας αλλά εδώ μοιάζει υποκριτικό. Εφόσον δεν είχε συμφωνηθεί από την αρχή και το ντοκιμαντέρ βασιζόταν στις εικόνες και τις ιστορίες των παιδιών, το κανάλι γνώριζε ότι ο δημοσιογράφος δεν θα το δεχόταν.

Η απόφαση θεωρείται «καθαρά πολιτική» από τους Ιταλούς δημοσιογράφους και τις οργανώσεις που έχουν κινητοποιηθεί τις τελευταίες μέρες για να πιέσουν το RAI να προβάλει το ντοκιμαντέρ του Cataldi. Στα μηνύματα που ανταλλάσουμε στα social media, κοινός τόπος τους είναι ο θυμός αλλά και η αγωνία: «Στην Ιταλία του Σαλβίνι δεν πρέπει να αντικρίζουμε τα μάτια των παιδιών, ούτε τα χαμόγελα, ούτε τα γέλια τους ούτε τα δάκρυα. Πρέπει να παρουσιάζονται τα παιδιά και οι πρόσφυγες σαν να μην έχουν ανθρώπινα χαρακτηριστικά, γιατί αλλιώς κινδυνεύουμε να τους νιώσουμε και να τους καταλάβουμε, να τους δούμε ανθρώπους σαν κι εμάς».

Χαρακτηριστική των προθέσεων του Σαλβίνι ήταν, για παράδειγμα, και η πρόσφατη σύλληψη του δημάρχου του Ριάτσε, Ντομένικο Λουκάνο, που κατέστησε το χωριό του υπόδειγμα κοινωνικής ενσωμάτωσης των μεταναστών, συνύπαρξης με τους ντόπιους αλλά και αναζωογόνησης χωριών που βρίσκονται σε μαρασμό.

Ο δημοσιογράφος Valerio Cataldi καλύπτε εδώ και χρόνια ιστορίες μεταναστών και προσφύγων και από τον Δεκέμβριο του 2017 είναι και πρόεδρος της Association Carta di Roma. Η οργάνωση ιδρύθηκε το 2011 με στόχο την εφαρμογή του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας σε ρεπορτάζ που αφορούν τις ευάλωτες κοινωνικές ομάδες. Σε συνεργασία με δημοσιογράφους, εργαζόμενους στα MME, ακτιβιστές και πανεπιστήμια, οργανώνουν εκπαιδευτικά σεμινάρια και συζητήσεις ώστε να ενθαρρύνουν τη «σωστή και υπεύθυνη δημοσιογραφική απεικόνιση των προσφύγων, των αιτούντων άσυλο, των μεταναστών αλλά και των θυμάτων trafficking στα media». Παράλληλα η Carta di Roma καταγράφει με έρευνές της την ποιοτική (π.χ. ορολογία) και ποσοτική κάλυψη των ΜΜΕ σε ζητήματα μετανάστευσης -πρόσφατα δημοσίευσε την έρευνα «Ισλάμ και μετανάστευση: Η αφήγηση στον ιταλικό Τύπο το 2018».

Πηγή:https://www.thepressproject.gr

Και αυτό δεν είναι μόνο ο τρόπος που διαπράχθηκε

της Ελένης Μαρούλη

Υπάρχει κάτι το απόλυτα ανατριχιαστικό, αφόρητα ασύλληπτο στη δολοφονία του Σαουδάραβα δημοσιογράφου Τζαμάλ Κασόγκι. Και αυτό δεν είναι μόνο ο φρικτός τρόπος που δολοφονήθηκε. Καταδικαστέα θα ήταν η δολοφονία του ούτως ή άλλως ακόμη κι αν γινόταν με τον πλέον ανώδυνο τρόπο, αν μπορεί να υπάρξει τέτοιος.

Αυτό που είναι συγκλονιστικό είναι ότι χρειάστηκε να βρει φρικτό θάνατο ένας από τους γνωστότερους Σαουδάραβες δημοσιογράφους (ο οποίος μέχρι και το 2017 ζούσε στη Σ. Αραβία και κατείχε κομβικές θέσεις σε τοπικά ΜΜΕ) για να δημιουργηθεί διεθνής αναταραχή ενώ το Ριάντ βομβαρδίζει ανηλεώς εδώ και 5 χρόνια μια ολόκληρη χώρα, την Υεμένη, και δεν έχει «κυλήσει δάκρυ» στα μεγάλα ΜΜΕ.  Περισσότεροι από 10.000 άνθρωποι έχουν χάσει τη ζωή τους είτε από βομβαρδισμούς είτε από διάλυση υποδομών είτε από την παντελή έλλειψη τροφίμων και φαρμάκων, και η «διεθνής κοινότητα» δεν έχει συγκλονιστεί.

Ο ΟΗΕ, για μια ακόμη φορά, εξέδωσε μόλις προ ολίγων ημερών προειδοποίηση ότι 13 ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΑ άνθρωποι βρίσκονται αντιμέτωποι στην Υεμένη με πρωτοφανή λιμό, κάνοντας λόγο για το χειρότερο λιμό των τελευταίων 100 χρόνων στον πλανήτη, και δεν ταράχτηκε βλέφαρο. Οι ελάχιστες εικόνες που έχουμε δει από την ταλανισμένη αυτή χώρα αποτελούν ντροπή για την ανθρωπότητα και για ό,τι έχει απομείνει, αν έχει, από το περιεχόμενο της έννοιας αυτής. Είναι ο εφιάλτης που κανονικά δεν θα έπρεπε κανένα ανθρώπινο ον να κοιμάται τα βράδια.

Κι όμως…  Κανένας από τους βομβαρδισμούς με τους δεκάδες αμάχους νεκρούς, καμία επιδημία χολέρας, καμία καταγγελία για τα απερίγραπτα δεινά που περνά ο λαός της Υεμένης δεν έχει καταφέρει να «κάνει πρωτοσέλιδα», να μείνει στην πρώτη θέση των δελτίων ειδήσεων.. Για την ακρίβεια, δεν έχει καν μπει, τις περισσότερες φορές, στα θέματα των δελτίων ειδήσεων των μεγαλύτερων ΜΜΕ ανά τον κόσμο.

Είναι προφανές ότι η δολοφονία ενός τόσο γνωστού και ισχυρού ανθρώπου για τα πολιτικά δεδομένα της Σ. Αραβίας, όπως του Κασόγκι, (καθώς είχε σχέσεις και φέρεται να είχε εναντιωθεί στην ανάδειξη του μπιν Σαλμάν στην εξουσία καταδικάζοντας την εξόντωση των πολιτικών του αντιπάλων) κρύβει πολύ περισσότερες συγκρούσεις κέντρων εξουσίας από ό,τι γνωρίζουμε και πιθανώς φανταζόμαστε. Είναι επίσης προφανές ότι αποτελεί μια καλή ευκαιρία για την Τουρκία να «στριμώξει» την, μέχρι πρότινος, καλή της «σύμμαχο» στα της Συρίας, Σ. Αραβία και για τον Ερντογάν να «κάνει λίγο παιχνίδι» στην παγκόσμια πολιτική σκηνή δημιουργώντας τουλάχιστον αμηχανία στην Ουάσινγκτον. Είναι προφανές ότι ο όλος θόρυβος σχετίζεται περισσότερο με το όνομα του θύματος και τα πολιτικά παιχνίδια που υποκρύπτει και όχι με το ίδιο το γεγονός της δολοφονίας ενός δημοσιογράφου, καθώς από τέτοιες, εξίσου φρικτές, έχουμε πολλές και αρκετές δεν τις μαθαίνουμε καν.

Είναι επίσης προφανές ότι η δολοφονία Κασόγκι δεν πρόκειται να διαταράξει σοβαρά τις σχέσεις ΗΠΑ – Σ. Αραβίας. Δεν χρειάζεται βαθύτερη ανάλυση. Ο Ντόναλντ Τραμπ τα είπε ξεκάθαρα: δεν μπορούν να διαλυθούν συμφωνίες δισεκατομμυρίων έτσι… Απλά και ειλικρινά.

Έδωσε βέβαια το «χώρο» στο να υπάρξουν και δημοσιεύματα (Guardian, Independent, Huffington Post, Fair Observer ) που έθεταν ακροθιγώς και το ζήτημα της στρατιωτικής απτής στήριξης των ΗΠΑ και της Βρετανίας, κατά κύριο λόγο, καθώς και της σιωπής των υπολοίπων, για τη γενοκτονία που διαπράττεται από τη Σ. Αραβία στην Υεμένη. Θα έπρεπε να είναι ικανοποιητικό; Θα έπρεπε να είναι ικανοποιητικό το ότι το όντως φρικτό τέλος ενός ανθρώπου φαίνεται να έχει μεγαλύτερη αξία λόγω της θέσης του και της ιδιότητάς του από το εξίσου φρικτό τέλος χιλιάδων καθημερινά; Ποιος μετρά και πως την αξία της ανθρώπινης ζωής;

Επί της ουσίας, είναι βαθιά αποτρόπαιο και ανατριχιαστικό. Όσο αποτρόπαια και ανατριχιαστική είναι η δολοφονία του Κασόγκι, άλλο τόσο είναι και το γεγονός ότι χρειάστηκε να κατακρεουργηθεί ένας άνθρωπος για να αναφερθεί ότι κατακρεουργούνται χιλιάδες καθημερινά εδώ και μία πενταετία. Αν αυτό δεν είναι ο ορισμός της απόλυτης βαρβαρότητας στην οποία έχει κατρακυλήσει με αλματώδεις ρυθμούς η ανθρωπότητα στο βωμό συμφερόντων, ανταγωνισμών και κέρδους, είναι πολύ δύσκολο να φανταστεί κανείς τι άλλο θα μπορούσε να είναι…

Πηγή:http://www.toperiodiko.gr

Στη Μόρια τρελαίνονται, κάνουν απόπειρες αυτοκτονίας (σχεδόν ένας στους τρεις), κακοποιούνται σεξουαλικά, περνούν όλη τη μέρα περιμένοντας σε ουρές, και το φαγητό δεν επαρκεί. Για την κατάσταση στη Μόρια έχουν γράψει τα μεγαλύτερα διεθνή Μέσα και οι διεθνείς οργανισμοί που εμπλέκονται. Γιατί δεν έχει αλλάξει τίποτα; Πρόκειται μόνο για το ότι συνηθίζουμε στη δυστυχία των άλλων και δεν μας σοκάρει; Ή ότι υπάρχει κακοδιαχείριση; Νομίζω ότι υπερισχύει μία άλλη εξήγηση, πολύ χειρότερη. Αυτά που θα πω ανήκουν στα όρια μιας ανατριχιαστικής πλην εύλογης εικασίας, νομίζω.

Αντίθετα απ’ ότι πιστεύουν πολλοί, οι ρατσιστές δεν γίνονται ρατσιστές επειδή είναι βλάκες. Καταντούν βλάκες και αμόρφωτοι επειδή είναι ρατσιστές, επειδή θεωρούν ότι οι προκαταλήψεις τους για τις γυναίκες, τους μαύρους, τους Εβραίους, τους γκέι και τις λεσβίες, τους Ασιάτες, τους Σλάβους, τους Τούρκους κ.λπ. εξηγούν τα πάντα.

Ο ρατσιστής πιστεύει πως ένας άνθρωπος που γεννήθηκε σε μια χώρα που δεν διάλεξε, με χρώμα δέρματος και άλλα σωμτικά χαρακτηριστικά που δεν διάλεξε, με φύλο που επίσης δεν διάλεξε, σε μια κοινωνική τάξη που δεν επέλεξε, είναι πράγματα που καθορίζουν απόλυτα και μονομερώς τις ικανότητές του, τις δυνατότητές του, τα χαρίσματά του, τη δημιουργικότητά του, τη θέση του ως πολίτιη,  και πολλές άλλες ιδιότητες που έχουν οι άνθρωποι καθώς και τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του. Φυσικά δεν αναρωτιέται για τη δική του «καμπούρα» που θεωρεί πως δεν υπάρχει.

Ο ρατσιστής δεν πιστεύει στην ελευθερία, παρότι κορδώνεται για υπέρμαχός της, αφού θεωρεί πως όλα είναι προκαθορισμένα, ξεχνώντας βεβαίως τα δικά του δεσμά, γι’ αυτό και ανατρέχει σε μύθους ή στο παρελθόν που συχνά τα παραποιεί. Ο ρατσιστής πιστεύει ότι οι άνθρωποι είναι σαν τα ζώα. Ότι όπως γεννηθούν έτσι και θα εξελιχθούν, σύμφωνα με προκαθορισμένο τρόπο, εναντίον κάθε εμπειρικής πραγματικότητας και κάθε επιστημονικής τεκμηρίωσης. Πάντως είναι ενδιαφέρον ότι υπόρρητα παραδέχεται πως κι ο ίδιος είναι τέτοιο ζώο, που εξελίσσεται με προκαθορισμένο τρόπο. Φυσικά μπορεί να παραδέχεται για τον εαυτό του ό,τι θέλει. Ειδικά στην προκειμένη περίπτωση θα τον πιστέψουμε.

Ο ρατσιστής δεν πιστεύει στα ανθρώπινα δικαιώματα, παρ’ ότι συχνά θα τα επικαλεστεί. Και πιθανόν, οι περισσότεροι ρατσιστές αγνοούν τι λέει η Οικουμενική διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Ο ρατσιστής για την ακρίβεια παραδέχεται ότι δεν πρέπει να υπάρχει ισότητα στα δικαιώματα μεταξύ ανδρών και γυναικών, μεταξύ λευκών και μαύρων, Ευρωπαίων και Ασιατών κοκ.

Ο ρατσιστής τείνει να πιστεύει πως οι άνδρες, οι λευκοί, οι Ευρωπαίοι, οι ευκατάστατοι πρέπει να έχουν περισσότερα δικαιώματα από τις γυναίκες, τους μαύρους, τους φτωχοδιάβολους. Φυσικά τα δικαιώματα χωρίς την ισότητα δεν είναι δικαιώματα αλλά προνόμια, όπως στο μεσαίωνα ή στην Οθωμανική περίοδο. Κατά βάση, ο Έλληνας ρατσιστής έχει οθωμανική νοοτροπία. Φυσικά, χωρίς να το αντιλαμβάνεται, ο ρατσιστής παραδέχεται ότι κι ο ίδιος δεν μπορεί να έχει τα ίδια δικαιώματα απέναντι σε «περισσότερο λευκούς», «περισσότερο Ευρωπαίους», περισσότερο ευκατάστατους». Κατά βάση ο ρατσιστής πάσχει από κόμπλεξ κατωτερότητας που όταν νομίζει ότι οι περιστάσεις τον ευνοούν, όταν έχει απέναντί του αδύναμους, το μετατρέπει σε κόμπλεξ ανωτερότητας. Δεν είναι άξιος μόνο για χλεύη αλλά και για λύπη.

Ο ρατσιστής είναι δειλός. Ξεσπά την οργή του συνήθως όταν είναι σίγουρος ότι έχει μπροστά τους κάποιον αδύναμο σωματικά, οικονομικά, κοινωνικά. Γι’ αυτό και τρέμει, προσκυνά, γίνεται κόλακας όταν βρίσκεται απέναντι σε κάποιον που θεωρεί περισσότερο ισχυρό κοινωνικά, πολιτικά, οικονομικά ή μορφωτικά. Ο ρατσιστής δεν έμαθε ποτέ να σηκώνει το ανάστημά του και να διεκδικεί δικαιώματα, αλλά με θράσος και δειλία ζητά να του αποδοθούν προνόμια. Γι’ αυτό και σε δύσκολες εποχές ο ρατσιστής συνήθως υπηρετεί τους ισχυρούς ή το κάνει προσδοκώντας ένα «σιδερένιο χέρι». 

Ο ρατσιστής καθώς δεν πιστεύει πως όλοι οι άνθρωποι ανεξαρτήτως εθνικότητας, χρώματος, φύλου, θρησκεύματος, οικονομικής κατάστασης κ.λπ. έχουν τα ίδια ανθρώπινα δικαιώματα, δεν πιστεύει και στην πολιτική δημοκρατία. Μισεί τη δημοκρατία γιατί δημοκρατία είναι πριν απ’ όλα η ισότητα δικαιωμάτων. Θεωρεί τη δημοκρατία πολίτευμα που εκφυλίζει τους ανθρώπους. Γι’ αυτό και συντάσσεται με κάθε φασιστική, απολυταρχική ή αυταρχική πρόταση στη διακυβέρνηση της χώρας, στην καθημερινή ζωή στην πόλη ή στην οικογένεια.

Ο ρατσιστής χάνει την όποια χαρά έχει να του προσφέρει η ζωή ξοδεύοντας το δικό του χρόνο και τον χρόνο των δικών του ανθρώπων, με το να προσπαθεί να χύσει το δηλητήριο του σε όσους θεωρεί κατώτερους ή για αυτούς απέναντι σε άλλους. Ο ρατσιστής είναι για λύπηση ακόμα μια φορά.

Ο ρατσιστής δεν αναλογίζεται ότι το μίσος με το οποίο δηλητηριάζει τα παιδιά του μπορεί μια μέρα να οπλίσει τα χέρια τους και να διαπράξουν ρατσιστικό έγκλημα. Τότε, στην καλλίτερη περίπτωση θα υποχρεωθεί να τα βλέπει για χρόνια τις ώρες του επισκεπτηρίου της φυλακής. Ο ρατσιστής δεν συνειδητοποιεί πως όταν οι περιστάσεις αλλάξουν το θύμα μπορεί να γίνει ο ίδιος. Ο ρατσιστής δεν μπορεί να βγει από τον μικρόκοσμό του, δεν θέλει να διευρυνθεί ή να αλλάξει ο μικρόκοσμός του. Θεωρεί ότι το χωριό του είναι το σημαντικότερο στην περιοχή, η περιοχή του η σημαντικότερη της χώρας, η χώρα η σημαντικότερη του κόσμου, και φυσικά στο κέντρο βρίσκεται ο ίδιος.

Ο ρατσιστής χάνει την ευκαιρία να μάθει, να διευρύνει τους ορίζοντές του γιατί έχει στερεότυπες απαντήσεις για κάθε μικρό ή μεγάλο ερώτημα της ανθρώπινης ζωής που βασίζεται στην ανισότητα και τις διακρίσεις. Γι’ αυτό ο ρατσιστής καταντά βλάκας. Αντίθετα απ’ ότι πιστεύουν πολλοί, οι ρατσιστές δεν γίνονται ρατσιστές επειδή είναι βλάκες. Καταντούν βλάκες και αμόρφωτοι επειδή είναι ρατσιστές, επειδή θεωρούν ότι οι προκαταλήψεις τους για τις γυναίκες, τους μαύρους, τους Εβραίους, τους γκέι και τις λεσβίες, τους Ασιάτες, τους Σλάβους, τους Τούρκους κ.λπ. εξηγούν τα πάντα. Θεωρούν πως ξέρουν τα πάντα και για αυτό αρνούνται να μάθουν. Είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα του ρατσιστή η άρνηση της μάθησης, της έμπρακτης όχι της επιδερμικής μάθησης.

Φυσικά ο ρατσιστής δεν έχει κανένα πρόβλημα να προσλάβει οικιακή βοηθό από την Αλβανία, εργάτη στα χωράφια από το Πακιστάν, μάστορα στην οικοδομή από τη Βουλγαρία ή τη Ρωσία, συνοδό των γονέων από τη Ρουμανία κοκ. Αλλά αφού είναι ξένοι, αφού είναι «κατώτεροι» δεν μπορούν να παίρνουν τις ίδιες αμοιβές με τους «δικούς» μας. Σημειωτέον ότι οι «δικοί» μας παύουν να είναι και τόσο δικοί μας όταν δεν είναι στη μέση οι ξένοι, καθώς γίνονται αυτοί οι «ξένοι».

Τελικά αυτό φαίνεται πως είναι και το κλειδί της υπόθεσης. Ο ρατσισμός είναι μια βολική δικαιολόγηση της εκμετάλλευσης εκείνου που είναι διαφορετικός στην εθνική ταυτότητα, στο χρώμα του δέρματος, στο φύλο ή στο θρήσκευμα. Ο ρατσισμός είναι μια βολική δικαιολογία γι’ αυτόν που θέλει να πλουτίσει, να γίνει κοινωνικά ανώτερος, όχι μόνο ανήθικα αλλά και παράνομα. Ο ρατσισμός είναι τελικά μια πρωτόγονη ταξική ιδεολογία του μικρομεσαίου, όταν έχει απέναντί του διαφορετικούς να εκμεταλλευτεί ή όταν λείπουν τους κατασκευάζει, που την αντιστρέφει όταν κοιτάει προς τα «πάνω».

Το μυαλό του ρατσιστή είναι διεστραμμένο γιατί εμφανίζει αυτή την ανισότητα σαν φυλετική, εθνική κ.λπ. ισότητα.

Α, και κάτι ακόμα. Είναι γνώρισμα του ρατσιστή να λέει «εγώ δεν είμαι ρατσιστής, αλλά…..» 

O Γιώργος Πλειός είναι Καθηγητής στο Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών

Το άρθρο δημοσιεύται στην εφημερίδα «Γέρα», στο τεύχος Οκτωβρίου – Δεκεμβρίου 2018

Πηγή:http://www.koutipandoras.gr

Την αφορμή έδωσε η απογευματινή Σουηδική εφημερίδα Αφτονμπλάντετ, ανεξάρτητη Σοσιαλδημοκρατική, που από τις 14 του μηνός, δημοσιεύει τρία συνεχόμενα άρθρα για την απάνθρωπη κατάσταση που αντιμετωπίζουν οι κυνηγημένοι που διαβιώνουν στο «κολαστήριο» της Μόρια, όπως οι ίδιοι διηγούνται.

Μεταξύ των άλλων μιλά και ο μοναδικός ψυχίατρος, Ιταλός, της οργάνωσης «Γιατροί χωρίς σύνορα», Alessandro Barberio. Οι τίτλοι είναι αποκαλυπτικοί: «Παιδιά μέχρι 6 χρονών κάνουν απόπειρες αυτοκτονίας» και η γιατρός Carola Buscemi ράβει τις φλέβες τους. «Παιδιά 14 και 15 χρονών χωρίς συνοδεία διακινδυνεύουν την ζωή τους για να δραπετεύσουν», «Οι συνθήκες είναι απάνθρωπες». Με υπότιτλους και υπογραμίσεις, όπως «το χειρότερο Στρατόπεδο συγκέντρωσης», «συμμορίες σε συμπλοκές», «η αστυνομία ρίχνει δακρυγόνα», «πουλήσαμε τα πάντα για νά ρθουμε εδώ και κάναμε μεγάλο λάθος». Πολλές, πολλές λεπτομέρειες που σου σηκώνουν την τρίχα για τις συνθήκες που ζουν άνθρωποι.

moria1

Τα άρθρα καταρχήν μιλούν για τον απερίγραπτο συνωστισμό ακόμη και αν 2000 άνθρωποι έχουν μεταφερθεί στην ηπειρωτική χώρα μετά τις καταγγελίες των «Γιατρών χωρίς σύνορα». Την βρωμιά, την ακαταστασία, το λιγοστό φαγητό, τα λίγα ντούζ, τον φόβο των ομάδων που έχουν δημιουργηθεί από την κακή ψυχολογική κατάσταση και μεταχείρηση, τους ελάχιστους γιατρούς που δεν φτάνουν για τις ανάγκες, τον φόβο των γυναικών να επισκεφτούν τα μπάνια. Την έλλειψη ειδικών γιατρών για το μωρό 3 χρόνων που έχει σοβαρά προβλήματα υγείας και πρέπει να εγχειριστεί, για τους έφηβους που προσπαθούν να δραπετεύσουν με κίνδυνο της ζωής τους, παράνομα να χωθούν στο πλοίο της γραμμής και τους πιάνει η FRONTEX, για τις αρρώστιες που μεταδίδονται. Για τα παιδιά που φοβισμένα ρωτάνε συνέχεια. Πότε θα φύγουμε από δω μπαμπά; Χωρίς κανείς να μπορεί να το απαντήσει.. Για την Ελληνική κυβέρνηση που δηλώνει πως όλα αυτά είναι υπερβολές..

moria2

Από όλα αυτά γνωστά στους περισσότερους Έλληνες και καταδικαστέα από πολλούς, την μεγαλύτερη εντύπωση κάνει η συνέντευξη του απεγνωσμένου ψυχίατρου Alessandro Barberio, εθελοντή στην Μόρια. “Μέχρι που ήρθατε είδα 5 ασθενείς”, λέει στον δημοσιογράφο.

“Ο πρώτος βαθιά τραυματισμένος ψυχολογικά, υπέστη σεξουαλική κακοποίηση στην πατρίδα του. Ο δεύτερος ακούει τις φωνές των βασανιστών του και των βιαστών της αδερφής του. Ο τρίτος βασανίστηκε στην ηλεκτρική καρέκλα. Έκανε απόπειρα αυτοκτονίας. Ο τέταρτος, εφηβος που βασανίστηκε και βιάστηκε απο στρατιωτικούς. Ο πέμπτος θύμα βασανιστηρίων που δεν μιλάει από μόνος του, ούτε αποκρίνεται όταν του μιλήσεις.

Κάνουμε μικρά βηματάκια προόδου και μετά τους παίρνουν και τους ξαναπάνε στο Στρατόπεδο και οι “φωνές” ξανάρχονται πίσω…!

Είναι απάνθρωπες οι συνθήκες. Έστειλα ανοιχτή επιστολή και εγώ και η οργανωσή μου. Θάταν ανήθικο αν δεν το έκανα. Πήραν γύρω στις 2000 απο εδώ μετά από αυτό. Δεν φτάνει. Χωράνε 3000 και μέσα έχει τριπλάσιους.

Όλα τα παιδιά, οι γυναίκες, οι ανήμποροι, οι άρρωστοι πρέπει να φύγουν. Οι άνθρωποι τρελαίνονται εδώ. Παθαίνουν ψυχώσεις.

Παθαίνουν το σύνδρομο της Λέσβου, όπως το ονομάζω”.

moria3

«Αυτό που ζούμε δεν είναι φυσιολογικό, λέει η άλλη γιατρός Carola Buscemi. Τα παιδιά θα χρειαστούν μεγάλη περίοδο προσαρμοστικής θεραπείας».

Τι δεν γράφουν τα άρθρα; Το ποιός φταίει δεν μας λένε, μιας και Σουηδικά όπλα, σφαίρες, νάρκες και βόμβες έχουν κυνηγήσει αυτούς τους ανθρώπους από τις πατρίδες τους.

Η ελπίδα για απεγκλωβισμό και για μιά καλύτερη ευκαιρία δεν έρχεται. Η Ευρώπη έκλεισε τα σύνορά της, η επαίσχυντη συμφωνία με την Τουρκία έχει φυλακίσει και τρελαίνει τους συνανθρώπους μας, τα ρατσιστικά ξεσπάσματα τρομοκρατούν τους κυνηγημένους -κι εμάς τους ίδιους- για το μέχρι πού μπορεί να φτάσει η αλλοτρίωση του ανθρώπου. Η κυβέρνηση παίζοντας το παιχνίδι της ΕΕ είναι τουλάχιστον συνένοχη αφήνοντας ανεξέλεγκτο το έργο των ΜΚΟ. Στο βάθος ξεχωρίζει ο ανταγωνισμός του Ιμπεριαλισμού που κατέστρεψε τις ζωές και τα μυαλά των συνανθρώπων μας και δυστυχώς και πολλά από τα δικά μας.

Αυτόν τον κόσμο πρέπει να τον αλλάξουμε, το έχει ανάγκη…

________________________________________________________________________________________________

Πάνος Αλεπλιώτης Δημοτικός σύμβουλος Πυλαίας Θεσσαλονίκης 87/90 και 99/2002. Αντιδήμαρχος Πυλαίας από το 1987 έως και το 1990 και από το 1999 έως και το 2000. Εργάστηκε σαν γεωλόγος, περιβαλλοντολόγος και χωροτάκτης στην Ελλάδα και στην Σουηδία

 

 

Πηγή:https://atexnos.gr

Σχεδόν ένα παιδί στα επτά στα κράτη – μέλη του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης ζει στη φτώχεια και η παιδική φτώχεια αυξήθηκε τα τελευταία δέκα χρόνια στα δύο τρίτα των χωρών αυτών, επισήμανε ο ΟΟΣΑ χθες.

Κατά μέσο όρο, το ποσοστό των φτωχών παιδιών ανερχόταν την περίοδο 2015 – 2016 στο 13,4% στα κράτη-μέλη του ΟΟΣΑ, δηλαδή η ανέχεια έπληττε ένα παιδί στα επτά, έναντι ποσοστού ένδειας 11,8% στον γενικό πληθυσμό, υπογράμμισε ο οργανισμός σε σημείωμα που έδωσε στη δημοσιότητα την Τετάρτη, με αφορμή την παγκόσμια Ημέρα κατά της Φτώχειας.

Στοιχεία της Eurostat

Σε συνθήκες φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού ζουν πάνω από ένας στους τρεις κατοίκους στην Ελλάδα και κατά μέσο όρο ένας στους πέντε στην ΕΕ, σύμφωνα με τα στοιχεία του 2017 που έδωσε σήμερα στη δημοσιότητα η Eurostat.

Σύμφωνα με τη Eurostat, ένας άνθρωπος βρίσκεται σε κατάσταση φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού όταν αντιμετωπίζει μία ή περισσότερες από τις παρακάτω προβληματικές καταστάσεις: Είτε θεωρείται φτωχός (δηλαδή έχει εισοδήματα μικρότερα του 60% του μέσου εθνικού εισοδήματος), είτε ζει σε κατάσταση ένδειας (δηλαδή στερείται βασικά καταναλωτικά αγαθά, ή αδυνατεί να ανταπεξέλθει σε στοιχειώδεις οικονομικές υποχρεώσεις), είτε ζει σε οικογένεια αντιμέτωπη με τον κίνδυνο της ανεργίας (δηλαδή σε οικογένεια που κανένα μέλος της δεν έχει «κανονική δουλειά»).

Συγκεκριμένα, στην Ελλάδα το 2017 βρίσκονταν αντιμέτωποι με τον κίνδυνο της φτώχειας ή του κοινωνικού αποκλεισμού το 34,8% του πληθυσμού (3,7 εκατ. άνθρωποι), έναντι 28,1% το 2008. Στην ΕΕ το αντίστοιχο ποσοστό έπεσε το 2017 στο 20,3% (113 εκατ. άνθρωποι), κάτω από τα επίπεδα του 2008 (23,7%).

Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, επίσης, σε συνθήκες φτώχειας βρίσκεται το 20,2% του πληθυσμού, σε συνθήκες ένδειας το 21,1%, ενώ ζει σε οικογένεια αντιμέτωπη με τον κίνδυνο της ανεργίας το 15,6% του πληθυσμού. Τα αντίστοιχα μέσα ποσοστά στην ΕΕ είναι 16,9%, 6,9% και 9,3%.

Γενικότερα, σε χειρότερη κατάσταση από την Ελλάδα, αναφορικά με το ποσοστό του πληθυσμού που θεωρείται ότι βρίσκεται σε κατάσταση φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, είναι η Βουλγαρία (38,9%) και η Ρουμανία (35,7%). Στον αντίποδα (με ποσοστά μικρότερα του 20%) βρίσκονται η Τσεχία (12,2%), η Φιλανδία (15,7%), η Σλοβακία (16,3%), η Ολλανδία (17%), η Σλοβενία και η Γαλλία (17,1%) και η Δανία (17,2%), η Σουηδία (17,7%) η Αυστρία (18,1%)και η Γερμανία (19%).

Η μείωση του αριθμού των ατόμων που κινδυνεύουν από τη φτώχεια ή τον κοινωνικό αποκλεισμό στην ΕΕ αποτελεί έναν από τους βασικούς στόχους της στρατηγικής «Ευρώπη 2020».

Πηγή:http://www.alfavita.gr

Είναι η θέση της γυναίκας στο σπίτι; Τι απαντήσαμε οι Έλληνες (και οι Ελληνίδες)

Ο άντρας κουβαλητής – η γυναίκα στο σπίτι. Ποιοι στηρίζουν αυτό το στερεότυπο ακόμη στην Ευρώπη και οι απαντήσεις (όχι και τόσο) – έκπληξη των Ελλήνων.

Όταν η συζήτηση έρχεται σε θέματα ισότητας των δύο φύλων στην Ελλάδα το «μένουμε Ευρώπη» τρίζει συθέμελα καθώς οι απαντήσεις που έδωσαν οι συμπολίτες μας σε πρόσφατη έρευνα του Ευρωβαρόμετρου βρίσκονται σε εντελώς διαφορετική κατεύθυνση από αυτές των κατοίκων της υπόλοιπης Δυτικής Ευρώπης.

Συγκεκριμένα οι Έλληνες όταν κλήθηκαν να απαντήσουν αν συμφωνούν ή διαφωνούν με την θέση ότι ο πιο σημαντικός ρόλος για μία γυναίκα είναι να φροντίζει το σπίτι της και την οικογένεια, σε ποσοστό 69% συμφώνησαν. Είναι μακράν το μεγαλύτερο ποσοστό ανάμεσα σε χώρες της πάλαι ποτέ δυτικής Ευρώπης καθώς σχεδόν όλες τους βρίσκονται κάτω από τον μέσο όρο ο οποίος είναι στο 44%.