ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Έχουμε να μάθουμε κάτι από την επικράτηση του φασισμού στην Ιταλία το 1922; Αυτό το άρθρο υποστηρίζει την άποψη ότι υπάρχουν κάποιες αναλογίες της σημερινής περιόδου με εκείνη την εποχή, που πρέπει να μας κάνουν να ανησυχούμε…
Η Ιταλία μετά τον πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο
Η Ιταλία βγήκε από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό των νικητριών δυνάμεων, αλλά κατεστραμμένη και με το κοινωνικό και πολιτικό καθεστώς να τρίζει επικίνδυνα. Δεν θα μπορούσε να είναι και διαφορετικά με 600χιλ.νεκρούς, πολλές εκατοντάδες χιλιάδες τραυματίες και ανάπηρους και τους στρατιώτες να γυρίζουν από το μέτωπο, ζητώντας να γίνουν πράξη ότι τους υποσχέθηκαν.
Οι προδομένες προσδοκίες και η αθλιότητα της ζωής, αυτή ήταν η Ιταλία αμέσως μετά τον πόλεμο. Αυτό ήταν και το φόντο της θύελλας των εργατικών αγώνων που ξέσπασαν. Το Σοσιαλιστικό κόμμα όμως, που ήταν περισσότερο ένας χαλαρός εκλογικός οργανισμός   και η ηγεσία των συνδικάτων, δεν μπόρεσαν να ανταποκριθούν στην έκρηξη των μαζών. Ιδιαίτερα στην κρίσιμη μάχη του κύματος των καταλήψεων του 1920, ο ρόλος των σοσιαλιστών και συνδικαλιστών ηγετών, δεν ήταν απλά ανεπαρκής αλλά και προδοτικός. Ο συμβιβασμός στη μεγαλύτερη ταξική μάχη της περιόδου, οδήγησε το εργατικό κίνημα στην απογοήτευση και την απάθεια. Το κύμα των απεργιών εξαντλήθηκε, τα οργανωμένα μέλη στα συνδικάτα έπεσαν κατακόρυφα και η κρίση με την ανεργία που έφερε, παρέλυσαν εντελώς το εργατικό κίνημα.

Η σημαντικότερη θεωρητική και πολιτική συνεισφορά του Πουλιόπουλου αφορά την ανάλυση της ελληνικής κοινωνίας του Μεσοπολέμου και την εκτίμηση για το χαρακτήρα της δικτατορίας του Μεταξά. Ακόμα και σήμερα, η μελέτη του με τίτλο «Δημοκρατική ή σοσιαλιστική επανάσταση στην Ελλάδα;» που δημοσιεύτηκε το 1934, έχει μια αναπάντεχη επικαιρότητα. Στο βιβλίο αυτό ο Πουλιόπουλος απορρίπτει την επίσημη άποψη που εκφράστηκε στις αποφάσεις της 6ης Ολομέλειας του ΚΚΕ, σύμφωνα με τις οποίες η Ελλάδα ήταν μια υπανάπτυκτη χώρα, καθυστερημένη, εξαρτημένη και μισοαποικιακή, με κυρίαρχες τις φεουδαρχικές μορφές οικονομίας. Παραθέτοντας στοιχεία οικονομικά, αλλά και ιστορικά, ο Πουλιόπουλος αποδεικνύει ότι ο ελληνικός καπιταλισμός είναι ενσωματωμένος στο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα και ότι το ελληνικό κεφάλαιο δεν «αντιμάχεται», αλλά συνεργάζεται στενά («είναι συνυφασμένο») με το ξένο. Συγκρίνοντας τα οικονομικά δεδομένα, ο Πουλιόπουλος εξηγεί ότι η ελληνική οικονομία είναι πιο αναπτυγμένη από όλες τις άλλες χώρες της περιοχής και ότι η αγροτική μεταρρύθμιση είναι ήδη συντελεσμένη.

Αιματηρό περιστατικό με πολιτικό υπόβαθρο, που συνέβη στις 3 Νοεμβρίου 1979 στην πόλη Γκρίνσμπορο της Βόρειας Καρολίνας, περιοχή των ΗΠΑ που ανήκει στο «Νότο». Την εποχή εκείνη τη χώρα κυβερνούσε ο Δημοκρατικός Τζίμι Κάρτερ, αλλά προ των πυλών βρισκόταν η συντηρητική επανάσταση που ευαγγελιζόταν ο Ρόναλντ Ρίγκαν.

Το σαββατιάτικο πρωινό της 3ης Νοεμβρίου μία ομάδα ακτιβιστών που ανήκε στο Κομμουνιστικό Εργατικό Κόμμα των ΗΠΑ διαδήλωνε ειρηνικά εναντίον της Κου Κλουξ Κλαν, που είχε ενεργή παρουσία στην ευρύτερη περιοχή. Ξαφνικά, ένα καραβάνι αυτοκινήτων πέρασε μπροστά από τον χώρο της διαδήλωσης. Από μέσα πετάχτηκαν οπλισμένοι άνδρες της ρατσιστικής οργάνωσης Κου Κλουξ Κλαν και του Αμερικανικού Ναζιστικού Κόμματος. Άρχισαν να πυροβολούν αδιακρίτως, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν πέντε διαδηλωτές και να τραυματισθούν 11.

Του Νάσου Θεοδωρίδη*

69 χρόνια μετά την τραγωδία του θανάτου και της αναπηρίας δεκάδων χιλιάδων φαντάρων, έχει έρθει η ώρα για μια ψύχραιμη ιστορική αποτίμηση που να απαντάει στο ερώτημα αν τελικά βγήκε κερδισμένη η ελληνική κοινωνία από μια εξ αντικειμένου σύμπλευση με το φασιστικό καθεστώς Μεταξά στην οποία οδηγήθηκε από τον εθνικιστικό παροξυσμό της εποχής, προκειμένου να αποτραπεί η απλή διέλευση ενός άλλου φασιστικού στρατού, με μόνο επιχείρημα ότι ο δεύτερος στρατός ήταν «ξένος» (αλλά εξίσου φασιστικός). Υποστηρίζω ότι η εμπλοκή της Ελλάδας σε αυτό το σφαγείο θα έπρεπε να είχε αποφευχθεί. Η 28η Οκτωβρίου δεν σήμαινε ούτε την «ενότητα» ούτε «το μεγαλείο του έθνους», αλλά την είσοδο της Ελλάδας σε ένα παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό πόλεμο.

Η άγρια σύγκρουση που ξετυλίχτηκε πάνω στα βουνά της Ηπείρου και της Αλβανίας έδειξε ανάγλυφα την ταξική της φύση. Στις πρώτες γραμμές φτωχοί άνθρωποι, πέθαιναν από τη γάγγραινα, έλιωναν από την ψείρα, περίμεναν απελπισμένα τροφή. Πιο πίσω οι αξιωματικοί με τις ορντινάντσες τους έδιναν τις διαταγές. Και ακόμα πιο πίσω, στα πολυτελή ξενοδοχεία της Αθήνας, ο αρχιστράτηγος Παπάγος και το επιτελείο της «Αυτού Μεγαλειότητας»…

Υπάρχουν πολλοί μύθοι για τον ελληνοϊταλικό πόλεμο. Ο πρώτος είναι ότι οι φαντάροι μας με εφ’ όπλου λόγχη στείλανε τους δειλούς εχθρούς στα βάθη της Αλβανίας. Η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική. Ο ελληνικός στρατός ήταν προετοιμασμένος γι’ αυτή τη σύγκρουση. Ήδη από την άνοιξη1939 το Γενικό Επιτελείο Στρατού είχε καταστρώσει ανάλογα σχέδια. Και από τον Ιούνη 1940 ο ελληνικός στρατός βρισκόταν ουσιαστικά σε κατάσταση «μυστικής επιστράτευσης». Στα σχολικά βιβλία και στα πατριωτικά αφιερώματα η «θέληση» και το «φρόνημα» ήταν ο αποφασιστικός παράγοντας για το «έπος της Αλβανίας». Η αλήθεια είναι ότι ήταν η μορφολογία του εδάφους, το βεβιασμένο της ιταλικής επίθεσης -με όλες τις δυσκολίες ανεφοδιασμού από τα ακατάλληλα λιμάνια της Αλβανίας- και μια πολύ ισχυρή ελληνική στρατιωτική μηχανή.

Επίσης αποκρύπτεται ότι υπήρχαν πολλοί που αρνούνταν να υποταχτούν σε αυτήν τη χαρούμενη εικόνα της “εθνικής πανστρατιάς”. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Θ. Χατζής, μετέπειτα γραμματέας του ΕΑΜ αναφέρει στις αναμνήσεις του ότι στις αρχές Νοέμβρη εκτελέστηκαν επί λιποταξία τέσσερις φαντάροι του συντάγματός του, επειδή είχαν λείψει μόνο μια μέρα και ξαναγύρισαν: «Απογοήτευση και πένθος έπεσε στο Σύνταγμα. Στην πορεία μάθαμε πως και σε άλλα Συντάγματα έγιναν παρόμοιες δίκες για μικρές πειθαρχικές παραβάσεις και επακολούθησαν διαδοχικές εκτελέσεις, κατά περίεργη ‘συγκυρία’ μόνο Μακεδόνων που μιλούσαν τη σλαβική γλώσσα και όλοι τους σχεδόν ήταν χαρακτηρισμένοι ‘βουλγαροκομμουνιστές’”.

Ήταν και κάτι άλλο που ερέθιζε τους φαντάρους. Οι καλαμαράδες της Αθήνας παρουσίαζαν τον πόλεμο σαν τρικούβερτο γλέντι με χαρές και τραγούδια για τους Έλληνες φαντάρους. Κρύβανε την πραγματικότητα. Συνήθως στα αφιερώματα για την 28η Οκτωβρίου, βλέπουμε επίκαιρα της εποχής με τα πλήθη ενθουσιασμένα να χαιρετάνε εκείνους που φεύγουν για το μέτωπο. Πράγματι, κάθε φορά που αρχίζει ένας τέτοιος πόλεμος, η πλειοψηφία παρασύρεται από ένα κύμα εθνικισμού και πολεμόχαρων αισθημάτων. Όμως, καθώς περνούν οι μέρες, φανερώνεται όχι μόνο η φρίκη του πολέμου αλλά και ποιος την πληρώνει, οπότε οι διαθέσεις αλλάζουν.

Ο Δ. Λουκάτος καταγράφει αυτή την αλλαγή στο ημερολόγιο που κρατούσε και έχει δημοσιευτεί με τίτλο «Οπλίτης στο Αλβανικό Μέτωπο Ημερολογιακές Σημειώσεις 1940-’41»: «Ένα περίεργοπράγμα. Κανείς απ΄ όλους τους ‘Εμπέδους’ δεν θέλει να φύγει για το Μέτωπο. Όλοι θα ‘τανε ευτυχείς αν τους κρατούσανε εδώ. Πού είναι λοιπόν τα φανταχτερά λόγια ‘οι φαντάροι μας αδημονούν να μεταβούν εις την πρώτην γραμμήν;’».

* Ο Νάσος Θεοδωρίδης είναι μέλος του ΣΥΝ και της Αντιεθνικιστικής Κίνησης

Οι ναζί, τον Ιούλη του 1944 σκότωσαν τους λιγοστούς γέροντες που είχαν απομείνει κι έκαψαν το χωριό μου και μαζί παντελώς αναίτια κατέκαψαν και το σπίτι του πατέρα μου και τη σοδειά, που προοριζόταν για την επιβίωση της οικογένειας. Παρ’ ολίγον να εκτελέσουν και τον ίδιο γιατί, λίγες μέρες αργότερα, τόλμησε να φορέσει τα γερμανικά άρβυλα που βρήκε πεταμένα, προκειμένου να φωλιάσει τα παγωμένα, από τις κακουχίες που οι ναζί προκάλεσαν, εφηβικά πόδια του… Για την καταστροφή που υπέστην η οικογένεια μου δεν αποζημιώθηκε ποτέ…

Του Πέτρου-Ιωσήφ Στανγκανέλλη

Σύμφωνα με τους διαπρύσιους κήρυκες της ισχύουσας κατάστασης πραγμάτων, πρέπει, πάση θυσία, να αποτρέψουμε τον κίνδυνο μιας «νέας Βαϊμάρης». Πέρα από την πραγματικά απωθούμενη, κοινή, δομική αναφορά μεταξύ του τότε και του σήμερα, δηλαδή τον αυταρχικό χαρακτήρα του καπιταλισμού, την αγριότητα μιας άνευ όρων καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, την απροκάλυπτη και ανεξέλεγκτη ενίσχυση των κατασταλτικών μορφών άσκησης εξουσίας, τα ίδια τα γεγονότα δεν «ταιριάζουν». Εκεί που τα «μαντρόσκυλα» της ισχύουσας ιδεολογίας μιλούν για μια σύγκρουση μεταξύ δύο άκρων, στην περίπτωση της βραχύβιας Δημοκρατίας της Βαϊμάρης βρίσκουμε κάτι άλλο. Ας παραθέσουμε, λοιπόν κάποιες «λεπτομέρειες», εν είδη υπενθύμισης…

Η Δημοκρατία της Βαϊμάρης γεννήθηκε αδύναμη. Σημαδεμένη εξαρχής από τον ανταγωνισμό μεταξύ του σοσιαλδημοκρατικού και του κομμουνιστικού κόμματος, δηλαδή, με άλλα λόγια, από τη διάκριση μεταξύ μεταρρύθμισης και επανάστασης. Σημαδεμένη από την ιδιότυπη διεθνή συγκυρία, από τους επαχθείς όρους της Συνθήκης των Βερσαλλιών, δηλαδή από τις επανορθώσεις που έπρεπε να πληρώσει η Γερμανία για την ήττα της στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Εύθραυστη στο πεδίο των θεσμών, αφού δημιουργήθηκε από την συγκυριακή συμφωνία μεταξύ των πολιτικών και των κοινωνικών δυνάμεων που συνάφθηκε αμέσως μετά την ήττα. Αποτέλεσμα, η ίδια, της ήττας της εξέγερσης των σπαρτακιστών, την οποία ακολούθησε η ραγδαία άνοδος της ακροδεξιάς.

Ο Όργουελ στον Ισπανικό Εμφύλιο

Ήταν τέλη Δεκέμβρη του 1936, λιγότερο από 7 μήνες από τότε που άρχισα γράφω, και είναι ακόμα για μένα, μια περίοδος, που μου αντιστάθηκε, πριν αρχίσει να ξεμακραίνει. Τα γεγονότα που ακολούθησαν, αυτή την αίσθηση, κατάφεραν να την κάνουν να σβήσει πολύ πιο δυνατά, απ’ ότι, ας πούμε, τα γεγονότα του 1935, ή (με αλλιώτικο βέβαια τρόπο), ακόμα και αυτά του 1905!

Έφτασα στην Ισπανία με μια κάποια θέληση να γράψω άρθρα για εφημερίδες, αλλά σχεδόν αμέσως, κατατάχτηκα στην Πολιτοφυλακή! Γιατί εκείνες τις μέρες, και σε μια τέτοια ατμόσφαιρα, φάνταζε σαν, το απολύτως αυτονόητο, το πιο λογικό πράγμα που θα μπορούσε να κάνει κανείς!

Οι Αναρχικοί, εξακολουθούσαν να διατηρούν έναν μάλλον φανταστικό έλεγχο στην Καταλονία, και η Επανάσταση εξακολουθούσε να προχωράει μέσα από μια ιδιότυπη γενική έξαψη. Σε κάποιον πάντως που θα ήταν παρών από την αρχή των γεγονότων, φαινόταν, από τον Δεκέμβρη κιόλας ή τον Γενάρη, πως η Επαναστατική περίοδος, είχε ήδη τελειώσει. Αλλά για κάποιον που ερχόταν κατ’ ευθείαν  από την Αγγλία, το θέαμα της Βαρκελώνης, ήταν σίγουρα κάτι το τρομακτικό και κατακλυσμιαίο!

Για μένα άλλωστε, ήταν και η πρώτη φορά που βρισκόμουν σε μια πόλη, όπου τα χαλινάρια τα κρατούσε η εργατική τάξη. Πρακτικά μιλώντας, όλα τα κτίρια, οποιουδήποτε μεγέθους, είχαν καταληφθεί από τους εργάτες, που είχαν βέβαια «φορέσει» τις κόκκινες σημαίες, ή και τις μαυρο-κόκκινες, των Αναρχικών. Σε όλους, μα όλους τους τοίχους της πόλης, υπήρχαν ζωγραφισμένα σφυροδρέπανα και εμβλήματα των επαναστατικών κομμάτων. Σχεδόν κάθε εκκλησία είχε συληθεί, και οι εικόνες καίγονταν. Άλλες εκκλησίες, εδώ κι’ εκεί, είχαν κατεδαφιστεί συστηματικά από ομάδες εργατών.

Στις 18 Ιουνίου 1940, μετά την κατοχή της Γαλλίας από τον γερμανικό στρατό, τη συνθηκολόγησή της και την ανάληψη της διακυβέρνησης της χώρας από την κυβέρνηση Βισύ του στρατάρχη Πεταίν, ο στρατηγός Ντε Γκωλ, από τον ραδιοφωνικό σταθμό του BBC του Λονδίνου όπου είχε καταφύγει, απηύθυνε στους Γάλλους ένα σύντομο αλλά και πολυσήμαντο διάγγελμα:

οι ελεύθεροι Γάλλοι, εκείνοι των αποικιών κι όσοι κατέφυγαν στην Αγγλία, δεν αναγνώριζαν τη συνθηκολόγηση και συνέχιζαν τον πόλεμο κατά των Γερμανών στο όνομα της Γαλλίας. Εν κατακλείδι ο στρατηγός Ντε Γκωλ καλούσε τους Γάλλους σε αντίσταση (resistance) στον κατακτητή και το εγχώριο όργανό του, την πεταινική κυβέρνηση Βισύ.
Ο όρος «αντίσταση» συμπύκνωνε την πρακτική βούληση να συνεχισθεί ο αγώνας κατά του ναζισμού μέσα στις συνθήκες πλέον της Κατοχής. Αυτή η διακηρυγμένη βούληση αντάμωνε ιδεολογικά με τις νωπές, σχετικά, παραδόσεις του αντιφασισμού του Μεσοπολέμου, αλλά και με το παλαιότερο, από τον καιρό της Γαλλικής Επανάστασης, επαναστατικό εθνικολαϊκό πνεύμα: «Οι πολίτες έχουν υποχρέωση να εξεγείρονται εναντίον της τυραννίας», θέσπιζε ένα άρθρο της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη του 1789. Ποια άλλη τυραννία θα μπορούσε να είναι πιο απόλυτη κι απάνθρωπη από τη ναζιστική;

Τα χαΐρια μας εδώ. Ονείρατα της άκαυτης και της καμένης Σμύρνης (εκδ. Επτάλοφος-Ταμείον Θράκης, 2003) είναι μια καταγραφή της προφορικής μαρτυρίας της Αγγέλας Παπάζογλου, από τον γιο της Γεώργιο Παπάζογλου: για τη Σμύρνη, τον ξεριζωμό, την προσφυγιά και τη μετέπειτα ζωή της στην Κοκκινιά. Δημοσιεύουμε σήμερα ορισμένα αποσπάσματα, στα οποία η Παπάζογλου μιλάει για τους ταγματασφαλίτες (μας τα υπέδειξε η φίλη Ελένη Καρασαββίδου), καθώς ο γνήσιος λαϊκός της λόγος είναι, αρκετές φορές, πιο εύγλωττος από πολλές σελίδες αρθογραφίας.

Οι απόγονοι του φασισμού – ναζισμού, της 4ηςΑυγούστου και της δικτατορίας του 1967, η «Χρυσή Αυγή» (ΧΑ), ο ΛΑ.Ο.Σ. κ.ά. πολλές φορές, με ιστορικές αναδρομές σε περιόδους των προγόνων τους, επιδιώκουν να δώσουν στις πολιτικές τους προτάσεις για την «εθνική ανάπτυξη» της χώρας ιστορικό προηγούμενο εφαρμογής και αποτελεσματικότητας.

Μια τέτοια αναφορά αναρτήθηκε πρόσφατα στο σάιτ της ΧΑ, με τίτλο: «Η καθιέρωση του κοινωνικού κράτους τότε και η ολοκληρωτική αποδόμησή του σήμερα». Εκτός από το θαυμασμό των φασιστοειδών στον Βίσμαρκ («θεμελιωτής του μοντέρνου κοινωνικού κράτους θεωρείται ο Γερμανός καγκελάριος Οττο φον Βίσμαρκ (1815-1898)»), μεταξύ άλλων αναφέρουν: «Στην πατρίδα μας, πρωτεργάτης του κοινωνικού κράτους υπήρξε ο Ιωάννης Μεταξάς».

Το «κοινωνικό κράτος» και η «κοινωνική μεταρρύθμιση» για τα οποία υπερηφανευόταν ο δικτάτορας, με τα ίδια επιχειρήματα και μέτρα που αράδιασαν στο σάιτ τους οι απόγονοί του είναι: το 8ωρο, οι συλλογικές συμβάσεις, η λειτουργία του ΙΚΑ, η καταπολέμηση της ανεργίας, η ρύθμιση των αγροτικών χρεών κ.ά.