Στις 30 Αυγούστου του 1932, εν μέσω της χειρότερης κρίσης του καπιταλιστικού συστήματος που είχε αντιμετωπίσει ο κόσμος μέχρι τότε και στη σκιά της αύξησης της ναζιστικής εξουσίας, η Κλάρα Τσέτκιν-Γερμανίδα μαρξίστρια και μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος της Γερμανίας (KPD)-άνοιξε την τελευταία συνεδρίαση του Ράιχσταγκ (Βουλή της Γερμανίας). Ήταν πρόεδρος και είχε το δικαίωμα να κάνει την εναρκτήρια ομιλία, ως το παλαιότερο μέλος της ολομέλειας. Σ’ αυτή της την ομιλία κάλεσε όλους τους εργαζόμενους και τον καταπιεσμένο λαό, να μην αφήσουν τις πολιτικές διαφορές που τους χωρίζουν να τους εμποδίσουν και να ενωθούν για να συνθλίψουν την φασιστική απειλή κατευθυνόμενοι προς μια σοσιαλιστική επανάσταση για την ανατροπή της αστικής τάξης. Έκανε έκκληση για την ανατροπή της αστικής κυβέρνησης, μίλησε για τη συνενοχή της στην άνοδο των Ναζί, την παραβίαση του συντάγματος της Γερμανίας, και την απόλυτη ανικανότητα της να αντιμετωπίσει τις όψεις της φρικτής παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης. Παρά το γεγονός ότι ήταν σχεδόν τυφλή, ανίκανη να περπατήσει (χρειάστηκε να την μεταφέρουν στο βήμα), και απέναντι στις ναζιστικές απειλές για τη ζωή της σε περίπτωση που μιλούσε, η συντρόφισσα Τσέτκιν έδωσε μια παθιασμένη ομιλία που σκιαγραφεί τη στρατηγική δημιουργίας ενός “Ενιαίου Μετώπου εργαζομένων, προκειμένου να ηττηθεί ο φασισμός “.













