«Γεννήτορες» του ναζισμού ήταν οι Βίσμαρκ, Λουδοβίκος Β΄, Γουλιέλμος Β΄, η «Δημοκρατία» της Βαϊμάρης και η Γερμανική Τράπεζα, που προετοίμαζαν, από το 1920, και μέσα από εθνικιστικές επαγγελματικές, φοιτητικές και άλλες οργανώσεις, έντυπα (καθοδηγητής των φασιστικών εντύπων ήταν ο Ερνστ Γιούνγκερ), βιβλία, εκπαιδευτικούς και καλλιτεχνικούς οργανισμούς, τη δημιουργία μιας Γερμανίας «δικτατορίας των τραπεζιτών, βιομηχάνων, κτηματιών», με υποζύγιά της όλους τους λαούς, όπως τη σχεδίαζε η Γερμανική Τράπεζα. Το γερμανικό κεφάλαιο ήξερε ότι για την επιτυχία των ιμπεριαλιστικών στόχων του έπρεπε να πνίξει και κάθε έκφραση προοδευτικής τέχνης, ιδιαίτερα μαζικών μορφών, και να προωθήσει φτηνά για το λαό βιομηχανικά, εθνικιστικού περιεχομένου «πολιτιστικά» προϊόντα. Και, βέβαια, ήξερε την προειδοποίηση του ΚΚ Γερμανίας (1922) ότι «εκείνοι που θα διευθύνουν τον κινηματογράφο, θα διευθύνουν την ιδεολογία των μαζών» και την επισήμανσή του για τον ορατό «κίνδυνο ενός κινηματογράφου εξαρτημένου από μια βιομηχανία που υπακούει στους νόμους της καπιταλιστικής αγοράς».
Αυτό και έγινε. Το βιομηχανικό και εκδοτικό μονοπώλιο Χούγκενμπεργκ, με απόφαση του υπουργείου Εξωτερικών και Πολέμου και χρήμα της Γερμανικής Τράπεζας (του λαού δηλαδή), στα 1925 αφομοίωσε τρεις κινηματογραφικές εταιρίες και το 1927 δημιούργησε το κινηματογραφικό μονοπώλιο «ΟΥΦΑ» – μεγάλο προπαγανδιστικό όργανο του ναζισμού. Πρώτο θύμα της «ΟΥΦΑ», το 1927, ήταν ο Μπρεχτ. Το 1928 κομμουνιστές και άλλοι προοδευτικοί καλλιτέχνες δημιούργησαν το «Λαϊκό Κινηματογραφικό Συνεταιρισμό», που τον έπνιξε η «ΟΥΦΑ», πριν την άνοδο του Χίτλερ.