«Οι Αλβανοί ήταν και θα είναι οι λευκοί νέγροι της Ελλάδας»

«Οι Αλβανοί ήταν και θα είναι οι λευκοί νέγροι της Ελλάδας»

Το νέο του βιβλίο του Γκαζμέντ Καπλάνι «Λάθος χώρα», ήταν μια ευκαιρία να μιλήσουμε με τον γνωστό συγγραφέα, που έπειτα από 25 χρόνια εγκατέλειψε τη χώρα μας, για να μην τον ταπεινώσουν και τον εξοντώσουν ηθικά και σωματικά, όπως λέει

Το να βρίσκεις τον Γκαζμέντ Καπλάνι στην Αμερική δεν είναι κάτι που το συνειδητοποιειείς εύκολα. Κι ας ξέρεις καλά ότι ο πιο γνωστός Αλβανός της Ελλάδας, αρθρογράφος στα «ΝΕΑ» και συγγραφέας τριών βιβλίων –στη γλώσσα μας, μάλιστα–, αποφάσισε ύστερα από 25 χρόνια να μας εγκαταλείψει. Να ξαναπάρει τον δρόμο της μετανάστευσης για τις ΗΠΑ.

Το τέταρτο βιβλίο του, το μυθιστόρημα «Λάθος χώρα» (εκδόσεις Επίκεντρο), ήταν μια καλή αφορμή να ξανασυνδεθούμε μαζί του. Να ξαναδιαβάσουμε κείμενά του. Να μας εξηγήσει γιατί η «δεύτερη πατρίδα» του, όπως έλεγε κάποτε την Ελλάδα, σήμερα δεν είναι πια παρά «δυστυχώς, μια ενδιάμεση στάση» για τη ζωή και το έργο του.

Στο νέο του, άλλωστε, μυθιστόρημα ο κεντρικός ήρωας, ο Καρλ, του μοιάζει πολύ. Είναι κι αυτός Αλβανός που ύστερα από πολλές περιπέτειες καταλήγει από την Ελλάδα στην Αμερική. Και, ξαφνικά, ο θάνατος του πατέρα του, στυλοβάτη του κομμουνιστικού καθεστώτος, τον αναγκάζει να επιστρέψει στη γενέτειρά του, το Καρς, μια φανταστική αλβανική κωμόπολη.

Η συνάντησή του με τον αδελφό του Φρεντερίκ, πιστός αυτός στην πατρίδα και τις παραδόσεις που ο ανήσυχος και αντικαθεστωτικός Καρλ έχει αρνηθεί, είναι μια καλή αφορμή για να θίξει ξανά ο Καπλάνι τα σημαντικά θέματά του: ταυτότητα, πατρίδα, ελευθερία, μετανάστευση.

Ειδικά το τελευταίο κυριαρχεί στο έργο του. Μήπως η προσωπική εμπειρία του από τη μετανάστευση τείνει, τελικά, να εγκλωβίσει το ταλέντο του σε ένα κυρίως θέμα; Το αρνείται. «Δύσκολα εγκλωβίζεσαι σε ένα τόσο τεράστιο θέμα», λέει. «Αλλωστε ο ευρωπαϊκός εικοστός αιώνας ήταν αιώνας προσφυγιάς: πόλεμοι, μεταναστεύσεις, εθνοκαθάρσεις, ανταλλαγές πληθυσμών, γενοκτονίες, αποδράσεις από το Τείχος του Βερολίνου. Απλώς στην Ευρώπη έχουμε πρόβλημα με τη δική μας μετανάστευση, είναι ταμπού, δεν τη διδασκόμαστε στα σχολεία, δεν έχουμε καν μουσεία».

Πιστεύει, πάντως, ότι η μετανάστευση στο έργο του «λειτουργεί όλο και πιο πολύ ως φόντο, όπου προβάλλονται οι λογοτεχνικές εμμονές του: οι οικογενειακές σχέσεις, η ζωή στα ολοκληρωτικά καθεστώτα, οι εθνικές και προσωπικές ταυτότητες σε έναν κόσμο ρευστότητας, που τρέχει με ιλιγγιώδη ταχύτητα». Ενώ τον ιντριγκάρει ιδιαίτερα «η μετάβαση από τον 20ό “παγωμένο” αιώνα του Ψυχρού Πολέμου, στον 21ο, όπου όλοι είμαστε σε πραγματική ή εικονική κίνηση».

Οσο για τις ομοιότητες μεταξύ του ιδίου και του «περιπλανώμενου, φυγά, λιποτάκτη, χωρίς ρίζες» Καρλ, όπως τον κατηγορεί ο αδελφός του, ο Γκαζμέντ Καπλάνι δεν μας επιτρέπει να τις πάρουμε τοις μετρητοίς. «Σαφώς και χρησιμοποιώ τις διαδρομές της ζωής μου ως πρώτο υλικό με το οποίο χτίζω τον χώρο όπου κινούνται οι χαρακτήρες μου», λέει. «Αλλά, αν οι χαρακτήρες μου ήταν απλά προεκτάσεις ή μεταμφιέσεις του εαυτού μου, δεν θα χρειαζόταν να γράψω καν λογοτεχνία. Θα πήγαινα σε έναν ψυχίατρο και θα είχα ξεκαθαρίσει. Αν δεν ήμουν ικανός να πλάθω χαρακτήρες που με βγάζουν από τα στενά όρια του εαυτού μου, δεν θα έγραφα λογοτεχνία· μπορεί να έγραφα κάτι άλλο».

Η Ελλάδα, πάντως, και η Αλβανία εξακολουθούν, όπως και ο ίδιος παραδέχεται, «να αποτελούν κύριους σταθμούς» σε όλα τα βιβλία του. «Από αυτή την άποψη νομίζω ότι έχω εγκαινιάσει, άθελά μου, κάτι που δεν υπήρχε πιο πριν: μια υβριδική, διαβαλκανική, λογοτεχνία», λέει. Κανείς δεν μπορεί, βέβαια, να προβλέψει την επίδραση που θα έχει η Αμερική στο έργο του.

Αλλά είναι γεγονός ότι από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία του μυθιστορήματος «Λάθος χώρα», για κάθε ξένο αναγνώστη, όχι μόνο Ελληνα, είναι οι καθαρά «αλβανικές» σελίδες του, οι γεμάτες Ιστορία, πρόσφατη και παλαιότερη, γραμμένες με εμφανή αγάπη και σεβασμό. «Τα τελευταία χρόνια ήρθα πιο κοντά στην Αλβανία», ομολογεί. «Με έχει αγγίξει ο τρόπος που αποδέχτηκαν τα δύο από τα τέσσερα βιβλία μου. Είχαν μεγάλη επιτυχία. Ετσι, αν με ρωτήσει κανείς σήμερα ποια είναι η πατρίδα μου, θα έλεγα ότι νιώθω ως πατρίδες την Αλβανία και την Αμερική».

Και να που φτάσαμε στο πιο ευαίσθητο και δυσάρεστο (για Ελληνα δημοσιογράφο) θέμα. Γιατί έφυγε από την Ελλάδα; Τι βρήκε στην Αμερική; Πιστεύει ότι έφτασε στο τέρμα του δρόμου του, που ξεκίνησε τον Ιανουάριο του 1991, όταν πέρασε τα σύνορά μας περπατώντας;

«Δεν ξέρω αν είναι το τέρμα του δρόμου. Νιώθω πάντως ότι και για λόγους βιολογικούς –πέρασα τα 50– δεν χωρούν πολλά άλλα σχέδια μετακίνησης», απαντά. «Στην Αμερική δεν ήρθα για να κάνω καριέρα ή χρήματα. Ηρθα επειδή έφυγα από την Ελλάδα για να μη με ταπεινώσουν, για να μη με εξοντώσουν, ηθικά και σωματικά. Ποιος εχέφρων άνθρωπος αφήνει με ελαφριά καρδιά ό,τι έχει χτίσει 25 χρόνια; Η Αμερική με αποδέχτηκε γι’ αυτό που ήμουν. Την ευγνωμονώ που έγινε το καταφύγιό μου, όταν ήμουν στενοχωρημένος, αναστατωμένος και μόνος».

Είναι πασίγνωστο ότι δεν πήρε ποτέ την ελληνική υπηκοότητα, ενώ πληρούσε όλες τις απαραίτητες προϋποθέσεις. Το θέμα ακόμα τον ταράζει, αλλά δεν το βλέπει προσωπικά.

«Η υπηκοότητά μου δεν είναι απλά θέμα κάποιου γραφειοκρατικού μπάχαλου ή προσωπικής εκδίκησης», ξεκαθαρίζει. «Είναι μια αρρωστημένη ιστορία δέκα χρόνων, που ξεκίνησε με την αυθαίρετη σύλληψή μου το 2003 και συνέχισε με εκβιασμούς και εκφοβισμούς από την ΚΥΠ μέχρι τη μέρα που έφυγα. Κράτος και παρακράτος στην Ελλάδα δεν θα ανεχθούν ποτέ την ύπαρξη μιας άξιας, σκεπτόμενης, κοσμοπολίτικης ελληνοαλβανικής ελίτ.

»Θα την εξουδετερώσουν με όλα τα μέσα, θεμιτά και αθέμιτα. Οι Αλβανοί ήταν, είναι και θα παραμείνουν οι λευκοί νέγροι της Ελλάδας. Το νιώθει ενστικτωδώς το πιο μορφωμένο κομμάτι των παιδιών των Αλβανών μεταναστών. Πολλά από αυτά, αν και παίρνουν ελληνικό διαβατήριο, φεύγουν με την πρώτη ευκαιρία από την Ελλάδα».

Πηγή: http://www.efsyn.gr

 

 

1.401

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Γράψτε μια απάντηση