«Τι φορούσατε εκείνο το βράδυ;»: η δικαστική στρατηγική της Uber στις υποθέσεις σεξουαλικών επιθέσεων

«Τι φορούσατε εκείνο το βράδυ;»: η δικαστική στρατηγική της Uber στις υποθέσεις σεξουαλικών επιθέσεων

Περισσότερες από 4.000 γυναίκες έχουν στραφεί δικαστικά εναντίον της Uber στις Ηνωμένες Πολιτείες, κατηγορώντας την εταιρεία ότι απέτυχε να τις προστατεύσει από σεξουαλικές επιθέσεις που, σύμφωνα με τις καταγγελίες τους, δέχθηκαν κατά τη διάρκεια διαδρομών με οδηγούς της πλατφόρμας.

Την ίδια στιγμή που η Uber προβάλλει δημόσια ένα προφίλ εταιρείας με επίκεντρο την υποστήριξη των θυμάτων και τη μάχη κατά της έμφυλης βίας, η υπερασπιστική της τακτική στις δικαστικές αίθουσες έχει προκαλέσει έντονη κριτική από οργανώσεις και νομικούς.

Έρευνα των New York Times, βασισμένη σε χιλιάδες σελίδες δικαστικών εγγράφων, καταθέσεων και πρακτικών, περιγράφει μια επαναλαμβανόμενη στρατηγική: οι συνήγοροι της εταιρείας εξετάζουν εξονυχιστικά το προσωπικό παρελθόν των γυναικών που καταγγέλλουν βιασμό ή σεξουαλική επίθεση, αναζητώντας στοιχεία που θα μπορούσαν να αμφισβητήσουν την αξιοπιστία τους ή να περιορίσουν την ευθύνη της εταιρείας.

Η υπόθεση της «Jane Doe»

Μία από τις χαρακτηριστικότερες περιπτώσεις αφορά μια 24χρονη γυναίκα από τη Φλόριντα. Ο οδηγός της Uber είχε ήδη καταδικαστεί στο ποινικό δικαστήριο και εξέτιε δεκαετή κάθειρξη αφού είχε ομολογήσει ότι τη βίασε κολπικά, πρωκτικά και στοματικά ενώ εκείνη βρισκόταν αναίσθητη κατά τη διάρκεια διαδρομής το 2021.

Η γυναίκα στράφηκε στη συνέχεια κατά της Uber, υποστηρίζοντας ότι η εταιρεία δεν είχε ελέγξει επαρκώς το ποινικό παρελθόν του οδηγού, ο οποίος είχε προηγούμενες καταδίκες αντίστοιχα αδικήματα.

Κατά τη διάρκεια της κατάθεσής της τον Απρίλιο του 2025 όμως, οι ερωτήσεις της υπεράσπισης επικεντρώθηκαν όχι μόνο στα γεγονότα της επίθεσης, αλλά και στην προσωπική της ζωή. Ρωτήθηκε πόση βότκα είχε καταναλώσει, πόσα χάπια Adderall είχε λάβει, αν μετάνιωσε που τα συνδύασε, τι ακριβώς φορούσε εκείνο το βράδυ, καθώς και για τις σχέσεις με τους γονείς της, προηγούμενες σεξουαλικές εμπειρίες, πιθανές παιδικές κακοποιήσεις και ακόμη αν είχε ποτέ κάνει σεξ έναντι χρημάτων. Η κατάθεση διακόπηκε όταν ο δικηγόρος της θεώρησε ότι οι ερωτήσεις ξεπερνούσαν τα επιτρεπτά όρια.

Ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο

Σύμφωνα με τα δικαστικά έγγραφα που εξέτασε η εφημερίδα, η συγκεκριμένη προσέγγιση δεν αποτελεί μεμονωμένο περιστατικό.

Σε άλλες υποθέσεις, η Uber ζήτησε πρόσβαση σε ψυχοθεραπευτικές σημειώσεις, ιατρικούς φακέλους και στοιχεία που αφορούσαν κακοποιήσεις παιδιών, ενδοοικογενειακή βία ή προηγούμενες σεξουαλικές επιθέσεις εις βάρος των εναγουσών.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι γυναίκες υποχρεώθηκαν να υποβληθούν ακόμη και σε ψυχιατρικές εξετάσεις, ενώ σε καταθέσεις δέχθηκαν ερωτήσεις όπως:«θυμάστε αν φορούσατε εσώρουχο;»,«Φορούσατε κοντή ή μακριά φούστα;»,«Μετά το περιστατικό γίνατε περισσότερο σεξουαλικά ενεργή;»

Πρόκειται για ερωτήματα που, σύμφωνα με οργανώσεις υπεράσπισης των θυμάτων σεξουαλικής βίας, αναπαράγουν στερεότυπα περί «ευθύνης του θύματος», μια πρακτική που επί δεκαετίες επιχειρείται να εξαλειφθεί από τη δικαστική διαδικασία.

Η αντίφαση με τη δημόσια εικόνα

Η αντίθεση ανάμεσα στη δημόσια εικόνα της Uber και στη δικαστική της στρατηγική είναι ιδιαίτερα έντονη.

Η εταιρεία έχει επενδύσει περισσότερα από 15 εκατομμύρια δολάρια σε οργανώσεις κατά της έμφυλης βίας, ενώ έχει αναπτύξει εκπαιδευτικά προγράμματα για οδηγούς και εργαζόμενους που υπογραμμίζουν ότι «η σεξουαλική βία δεν είναι ποτέ ευθύνη του θύματος».

Σε εσωτερικό εκπαιδευτικό υλικό προς υπαλλήλους που διαχειρίζονται καταγγελίες αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι οι εργαζόμενοι πρέπει να αναγνωρίζουν και να αποφεύγουν κάθε μορφή victim blaming, επισημαίνοντας ότι ο τρόπος ένδυσης ή η κατανάλωση αλκοόλ δεν προκαλούν μια σεξουαλική επίθεση.

Ωστόσο, στις αίθουσες των δικαστηρίων οι ίδιες ακριβώς παράμετροι εμφανίζονται συχνά στο επίκεντρο της υπερασπιστικής γραμμής.

Η απάντηση της Uber

Η Uber απορρίπτει τις κατηγορίες ότι επιρρίπτει ευθύνες στα θύματα.

Ο επικεφαλής νομικός σύμβουλος της εταιρείας, Τόνι Γουέστ, δήλωσε ότι το αμερικανικό δικαστικό σύστημα είναι από τη φύση του αντιπαραθετικό, αλλά η εταιρεία απαιτεί από τους δικηγόρους της να αντιμετωπίζουν κάθε επιζώσα «με σεβασμό, αξιοπρέπεια και συμπόνια».

Η εταιρεία υποστηρίζει επίσης ότι έχει τόσο δικαίωμα όσο και υποχρέωση να υπερασπίζεται τον εαυτό της απέναντι σε χιλιάδες αγωγές, ορισμένες από τις οποίες –όπως αναφέρει– αποδείχθηκαν αβάσιμες ή απορρίφθηκαν λόγω απάτης.

Οι δικηγόροι της υποστηρίζουν ότι οι ερωτήσεις για το παρελθόν, την ψυχική υγεία ή την κατάσταση των καταγγελλουσών δεν αποσκοπούν στην ενοχοποίηση των θυμάτων, αλλά στη διερεύνηση των πραγματικών περιστατικών και πιθανών εναλλακτικών αιτιών των βλαβών που επικαλούνται.

Η υπόθεση της Uber αναδεικνύει ξανά  το πώς αντιμετωπίζονται οι επιζώσες σεξουαλικής βίας όταν διεκδικούν δικαιοσύνη μέσω των δικαστηρίων.

Από τη μία πλευρά, κάθε εναγόμενος έχει δικαίωμα σε πλήρη υπεράσπιση. Από την άλλη, οργανώσεις για τα δικαιώματα των γυναικών επισημαίνουν ότι όταν η υπερασπιστική στρατηγική μετατοπίζει το ενδιαφέρον από τις πράξεις του φερόμενου ως δράστη στη συμπεριφορά, το παρελθόν ή την ενδυμασία του θύματος, ενισχύεται η κουλτούρα της αμφισβήτησης των επιζωσών.

Το αποτέλεσμα, προειδοποιούν, είναι ότι πολλές γυναίκες αποφεύγουν να προσφύγουν στη Δικαιοσύνη, φοβούμενες ότι θα βρεθούν οι ίδιες στο εδώλιο και στα δικαστήρια και στην κοινωνία.

Πηγή: tvxs.gr

3