Ο ποιητής Ντέρεκ Ουόλκοτ, που είχε τιμηθεί με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1992, πέθανε σήμερα στο σπίτι του στη Σάντα Λουτσία σε ηλικία 87 ετών, δήλωσε εκπρόσωπος του εκδότη του. Είχε γεννηθεί το 1930 στη Σάντα Λουτσία, ένα μικρό νησί της Καραϊβικής.
Ο Τζεφ Σίροϊ, εκπρόσωπος του εκδοτικού οίκου Farrar, Strauss and Giroux, είπε πως ο γεννημένος στη Σάντα Λουτσία, Ουόλκοτ πέθανε λίγο μετά τις 5 π.μ. (τοπική ώρα) σήμερα. Τα αίτια του θανάτου του δεν έχουν γίνει γνωστά προς το παρόν, όμως ο Σίροϊ δήλωσε πως ο Ουόλκοτ ήταν άρρωστος για κάποιο διάστημα και είχε επιστρέψει πρόσφατα στο σπίτι του έπειτα από νοσηλεία στο νοσοκομείο.
Ο Ντέρεκ Ουόλκοτ (1930-2017), ποιητής, δραματουργός, δοκιμιογράφος και ζωγράφος, τιμημένος με το βραβείο Νομπέλ το 1992, έχει χαρακτηρισθεί ο «Ουόλτ Ουίτμαν της Καραϊβικής» και ο «καλύτερος αγγλόφωνος ποιητής της εποχής μας». Ο ίδιος, στη Γαλέρα Φυγή, ένα από τα γνωστότερα ποιήματα του, λέει για τον εαυτό του: «Δεν είμαι παρά ένας κοκκινοαράπης που τη θάλασσα αγαπάει,/είχα μια στέρεη αποικιακή μόρφωση ως νέος/μέσα μου έχω Ολλανδό, Εγγλέζο και αράπη,/ή δεν είμαι κανένας, ή είμαι ένας έθνος». Και μιλάει για τη μεικτή καταγωγή του, για το καθεστώς της αποικιοκρατίας μέσα στο οποίο διαμορφώθηκε, και το οποίο πέρα από το ρατσισμό και την καταπίεση του χάρισε μια γερή κλασική παιδεία και τη γλώσσα της ποίησής του, την Αγγλική, την οποία παραφθείρει με διαλεκτικά στοιχεία – όπως εδώ, στον πρώτο στίχο το love the sea, αντί για loves (στην ελληνική έκδοση των ποιημάτων, που ευτύχησαν στην εξαίρετη μετάφραση της Κατερίνας Αγγελάκη–Ρουκ και του Στέφανου Παπαδόπουλου, κατά λάθος το ρήμα έχει γραφτεί σωστά).
«Η ποίηση που είναι της τελειότητας ο ιδρώτας αλλά που πρέπει να φαίνεται φρέσκια σαν στάλα βροχής σε μέτωπο αγάλματος, συνδυάζει το φυσικό με το κρύο μάρμαρο˙ κλίνει και τους δύο χρόνους συγχρόνως: το παρελθόν και το παρόν, αν το παρελθόν είναι το γλυπτό και το παρόν οι δροσοσταλίδες ή οι βροχοστάλες στο μέτωπο του παρελθόντος. Υπάρχει η θαμμένη γλώσσα και μαζί υπάρχει και το προσωπικό λεξιλόγιο. Η διαδικασία της ποίησης είναι διαδικασία ανασκαφής και αυτοανακάλυψης». Αυτό είναι το απόσπασμα του λόγου του Ντέρεκ Ουόλκοτ όταν του απονεμήθηκε το Βραβείο Νόμπελ, το 1992.
Η μέθοδος ανασκαφής και αυτοανακάλυψης είναι κάτι που ο κάθε ποιητής πρέπει να εφεύρει μόνος του και είναι για αποκλειστικά προσωπική χρήση. Ο Ουόλκοτ διάλεξε την «περιγραφή» της πατρίδας του της Καραϊβικής Θάλασσας για να οδηγηθεί στις ρίζες του εαυτού του, ενός εαυτού με πολύπλοκες προελεύσεις. Λέει στο ποίημά του «Η γαλέρα φυγή»: «Τραγούδησα την πλατεία πατρίδα μας, τη Θάλασσα της Καραϊβικής / που μισούσε τα παπούτσια, που οι σόλες της ήταν ραγισμένες σαν πέτρες, / που ήταν ευγενική με τα σκοινιά, που είχε μια μόνο αλλαξιά, / που κανένας δεν τολμούσε να την προσβάλει και που κανέναν δνε πρόσβαλε, / που το χαμόγελό της ήταν η λευκή κορφή στο κύμα, / αλλά που σκυθρωπή / ήταν σαν τη βροντή που δυναμώνει…».
Μας ξεναγεί λοιπόν «στους κέδρους, στη θάλασσσα που δεν μπορεί ν’ αλλάξει τον σκοπό της», «στην Καρθαγένη, Γουανταλαχάρα / που οι δρόμοι τους αν κάποιος κρυφάκουγε, / θα τους άκουγε να μιλούν τη δημοτική καστιλιανή», αλλά και στο εσωτερικό του δικού του εαυτού όπου τόσοι πόλεμοι γίνονται κι ο πιο χαμένος απ’ όλους ο πόλεμος με τον χρόνο. «Οταν ήμαστε παιδιά και γυρίζαμε απ’ την παραλία / τι πράγμα ήταν αυτό! / το σώμα κελαηδούσε. Ολο αλάτι, ο ήλιος σιγοτραγουδούσε μέσ’ απ’ το δέρμα». Τώρα «εξήντα χρόνια και δέκα κι άλλο ένα απ’ τη μερίδα που μας δόθηκε, / στον πρωινό καθρέφτη, ο ασυναρμολόγητος άντρας».
Η ζωή όλη είναι γραμμένη με τον κοντυλοφόρο του χρόνου μέσα μας. Αλλά το μελάνι είναι η γλώσσα. Το ξέρει βέβαια αυτό ο Ουόλκοτ όταν λέει: «Για ν’ αλλάξεις τη γλώσσα σου πρέπει ν’ αλλάξεις τη ζωή σου». Κι αλλού: «Εγώ που αναθεμάτισα / τον μεθυσμένο αξιωματικό της βρετανικής εξουσίας, πώς να διαλέξω / ανάμεσα σ’ αυτή την Αφρική και την αγγλική γλώσσα που αγαπώ;».
Κι εγώ προσωπικά, που όλη τη ζωή μου υπηρετώ την ποίηση και τη μετάφραση (επαγγελματικά, γιατί η ποίηση δεν είναι επάγγελμα), κατάλαβα ότι υπηρετούσα τη γλώσσα, ότι το αφεντικό της ποίησης είναι η γλώσσα. Από αυτήν εξαρτώνται όλα, η υφή του πόνου, η γεύση της χαράς. Κι ο Ουόλκοτ μέσα στη σχιζοφρένεια της ρίζας του, της καταγωγής του, έκανε πατρίδα του την αγγλική γλώσσα -μ’ όλες τις ξωτικές πινελιές βέβαια- και κατάκτησε τον κόσμο. Η μετάφραση της ποίησης είναι η μεγάλη αντίφαση αυτής της αλήθειας που ονομάζεται παντοκρατορία της γλώσσας. Λένει ότι είναι μια προσπάθεια καταδικασμένη εξ ορισμού. Αυτή την αντίφαση ζω εδώ και μισό αιώνα, αλλά κάπου ίσως πιστεύω στις μεταφυσικές δυνάμεις της ποίησης που τα βάζει ακόμη και με το αφεντικό της.
Ερωτας κι έρωτας ξανά
Θα ‘ρθει καιρός
που μ’ έξαρση
θα καλωσορίζεις τον εαυτό σου
σαν θα φτάνεις στη δική σου πόρτα, στον δικό σου
καθρέφτη,
κι ο ένας χαμογελώντας θα καλωσορίζει τον άλλο
και κάτσ’ εδώ θα λέει. Τρώγε.
Θ’ αγαπήσεις ξανά τον ξένο που ήταν ο εαυτός σου.
Δώσε κρασί. Δώσε ψωμί. Δώσε πίσω την καρδιά σου
στον εαυτό της, στον άγνωστο που σ’ αγάπησε
όλη σου τη ζωή, που εσύ αγνόησες
για κάποιον άλλο, που σ’ έχει αποστηθίσει.
Κατέβασε τα ερωτικά γράμματα απ’ το ράφι,
τις φωτογραφίες, τα απελπισμένα σημειώματα,
ξεφλούδισε από τον καθρέφτη την εικόνα σου.
Κάθισε. Απόλαυσε τη ζωή σου.
Κατάληξη
Μένω στο νερό κοντά,
μόνος. Χωρίς γυναίκα και παιδιά.
Εκύκλωσα κάθε δυνατότητα
για να καταλήξω σ’ αυτό;
ένα σπίτι χαμηλο δίπλα σε γκρίζο νερό,
με παράθυρα πάντοτε ανοιχτά
μπρος στην ξεθυμασμένη θάλασσα. Αυτά δεν τα διαλέγουμε,
αλλά είμαστε αυτό που φτιάξαμε.
Πονάμε, τα χρόνια περνάνε,
ξεφορτωνόμαστε φορτία αλλά όχι την ανάγκη
του φόρτου. Η αγάπη είναι μια πέτρα
που έκατσε στο βυθό
κάτω από γκρίζο νερό. Τώρα τίποτα δεν ζητώ
από την ποίηση, μόνο ένα αίσθημα αληθινό,
κάνεναν οίκτο, καμιά φήμη, καμιά γιατρειά. Σιωπηλή
γυναίκα μου,
μπορούμε να καθίσουμε κοιτάζοντας το γκρίζο νερό
και σε μια ζωή πλημμυρισμένη
μετριότητα και σκουπίδια,
βράχοι να σταθούμε στη ζωή.
Θα ξεμάθω το αίσθημα,
θα ξεμάθω το χάρισμά μου. Αυτό είναι σπουδαιότερο
και δυσκολότερο απ’ αυτό που εκεί περνάει για ζωή.
Από τόσο μακριά
για τον Robert Giroux
I.
Τα λευκά αμύγδαλα του αγάλματος κοιτάνε
τα κλαδιά της μυγδαλιάς που παλεύουν να ξεντυθούν τη σκιά
τους
όπως το κορίτσι το φουστάνι του – μια κίνηση που σπάνια
έκανε ποτέ
η αφηρημένη πέτρα.
Ενα ελληνικό πλοίο φορτηγό
περνάει μέσ’ απ’ των κλάδων το δίχτυ,
στην ήχο των τρακτέρ που λατομοόυν το βράχο˙
στο αμπάρι του, ένα φορτίο από μαρμάρινα κεφάλια˙
απ’ τον Ορφέα στον Ωνάση,
η θάλασσα μια σημαία πάντα κρατούσε:
άσπρες ρίγες τα κύματα στο αναλλοίωτο μπλε.
Κροταλίζει το παράθυρο τ’ ουρανού
απ’ τις ταχύτητες που τρίζουνε στην όπισθεν˙
αλλά κανένα λίθινο κεφάλι δεν κυλάει στην ώχρα σκόνη,
στο χώμα των νησιών μας θεοί δεν είναι θαμμένοι.
Μας τους στείλανε, Σεφέρη,
κι ήταν ήδη πεθαμένοι.
ΙΙ.
Η αυγή δένει το κράνος
του ακτινοβόλου Αγαμέμνονα.
Ενα δίχτυ τινάζεται πάνω απ’ τα ρηχά˙
ο ωκεανός διαιρεί: θύρα ορειχάλκινη.
Ξεβράζονται οι θώρακες των πολεμιστών,
κυλάν κι υποχωρούν.
Οι μεγάλοι στίχοι, Σεφέρη, τους έφεραν ως εδώ.
Το δειλινό, ο άνθρωπος-θεός αιμορραγεί
με το πρόσωπο χωμένο στις φλέβες της θάλασσας.
Η γαλάζια νύχτα με τις μέλισσες βουίζει.
Κάθε ώρα ανοίγει μια τρύπα στη φωλιά
του λαβύρινθου, στο τέλος του
η άσεμνη επιμειξία χαμηλώνει τα κέρατα σαν καμπύλες
λύρας,
για πέτρες νεκρές ή για το θεό των αγκαθιών,
στην αρένα τρικλίζουμε με μάτια που τρέχουν.
Οι αμυγδαλιές συσσωρεύουν τις σκιές τους
όπως εμείς τους ίσκιους των φίλων.
Οταν ένα χάλκινο φύλλο αστράφτει, ακούω ξανά
το σχισμένο λαρύγγι στη σχισμένη σκιά,
και τα μάτια μου απολιθώνονται σ’ ένα πέτρινο κεφάλι.
Τους βλέπω ανάμεσα στις κολόνες,
τσιμεντένιες, της αποβάθρας,
όπου κάθεται ένας γλάρος.
Τους ακούω μαζί να βογγάν με τα τρακτέρ.
Τρώω παγωτό σε μια ζεστή σπιανάδα,
φοράω γιλέκο μπλε-άσπρο ριγωτό,
στην εύθραυστη σκιά του θαλασσόδεντρου,
στα ρηχά που βρομάνε ιώδιο,
κοιτάζω το άδειο γαλάζιο λιμάνι
που αφρίζει όλο ιστιοφόρα,
όταν ένας τοίχος ολοσκέπαστος με φύλλα
παίζει με τη σκιά ταύρου οργισμένου.
Περνάει το φέρι μποτ
κι ο γλάρος ουρλιάζει το μήνυμά του,
ανοίγοντας τα φτερά του σαν ένα γράμμα,
και το ουρλιαχτό γίνεται ανεμοστρόβιλος
από κοράκια κουρέλια τυλιγμένα πάνω απ’ τις πέτρες
του αγρού.
ΙΙΙ.
Κείνη την ώρα, Σεφέρη,
την ώρα που ένα κορίτσι παλεύει ν’ απαλλαγεί απ’ το
φουστάνι της,
διπλώνει με το κύμα σαν δελφίνι,
κι ο αφρός κρύβει το λυγμό των γυναικών,
που μαζί με το γδούπο των τρακτέρ,
ακούω τα ξυλοπάπουτσα
πίσω απ’ των λόφων την αρένα
και το ξερό ρέψιμο των κυνηγόσκυλων.
Πάνω από κάτι σαν ψοφίμι, ο βασιλιάς ήλιος θαμμένος στο
κύμα,
όρνια μαυροντυμένα κύκλους κάνουν˙
βλέπω τον αρπιστή με μάτια σαν σύννεφα,
θυμάμαι εσένα να κρατάς ένα βαρύ μαρμάρινο κεφάλι˙
βλέπω τον άλλον που κάλεσε τους βαρβάρους
στους ασβεστωμένους δρόμους.
Εμεινα με τα δικά μου. Στέρησα από ονόματα το χέρι μου,
φαιός φαύνος κανένας δεν πήδηξε πάνω απ’ τον καρπό μου,
Δεν θα δω ποτέ τον Πειραιά να ξαναλέει το λευκό του όνομα
στο νερό,
αλλά ή τα μάται μου θα ‘ναι άσπροι σπόροι στη μαρμάρινη
προτομή
ή, πιο πιθανό, φρούτο αλμυρό για τα σκουλήκια,
θήκες είναι που το μέσα κενό τους καυχιέται
για τις λάμψεις της εσωτερικής ζωής,
μέσ’ απ’ τις θύελλες της κεραυνοχτυπημένης κεφαλής.
Η εποχή της φαντασματικής ειρήνης
Και τότε όλα τα έθνη των πουλιών σήκωσαν μαζί
το τεράστιο δίχτυ με τις σκιές τούτης της γης
σε άπειρες διαλέκτους, γλώσσες που τιτιβίζουν,
που το κεντάν και το διασχίζουν. Σήκωσαν
τις σκιές των μακρουλών πεύκων από τις απάτητες πλαγιές,
τις σκιές των γυάλινων πύργων στους δρόμους του δειλινού,
τη σκιά εύθραυστου φυτού σ’ ένα πρεβάζι της πόλης˙
το δίχτυ υψώνεται άφωνο σαν νύχτα, οι κραυγές των πουλιών
άφωνες, ώσπου
πια δεν υπήρχε δειλινό, εποχή, πτώση ή καιρός,
μόνο αυτό το πέρασμα του φαντασματικού φωτός
που ούτε η πιο στενή σκιά δεν τόλμησε να κόψει.
Και οι άνθρωποι δεν μπορούσανε να δουν, σαν σήκωσαν τα
μάτια, τι ζωγράφιζαν οι αγριόχηνες,
τι οι αλιαετοί έσερναν πίσω τους σ’ ασημωτά σκοινιά
που αστραποβολούσαν στο παγωμένο φως του ήλιου˙
δεν άκουγαν
στρατιές από στούρνους να κηρύσσουν ειρήνη με φωνές,
υψώνοντας το δίχτυ όλο ψηλότερα, σκεπάζοντας
τον κόσμο αυτό
όπως τα κλήματα τ’ αμπέλι, ή μια μάνα που σκεπάζει
με αραχνοϋφαντο ύφασμα τα τρεμάμενα μάτια
του παιδιού που τρεμοπαίζουν με τον ύπνο˙
ήταν το φως
που θα δεις το σούρουπο στην πλαγιά του λόφου
τον κίτρινο Οκτώβρη, και κανείς απ’ αυτούς που άκουγαν
δεν ήξερε
τι αλλαγή είχε φέρει στο κρώξιμο του κορακιού,
το κράξιμο του όρνεου,της καλιακούδας το φτερούγισμα
πάνω απ’ τη θράκα
μια τόσο τεράστια, άφωνη και υψηλή έγνοια
για τα χωράφια και τις πόλεις όπου ανήκουν τα πουλιά,
μόνο που ήταν το εποχιακό΄τους πέρασμα, ο Ερωτας,
χωρίς εποχές, ή από το υψηλό προνόμιο της γέννησής τους,
κάτι πιο λαμπερό από τον οίκτο γι’ αυτούς που χωρίς φτερά
μοιράζονταν, από κάτω τους, σκοτεινές τρύπες σε παράθυρα
και σπίτια,
και ύψωσαν κι άλλο το δίχτυ με τις άφωνες φωνές
πάνω από κάθε αλλαγή, προδοσίες ήλιων σε πτώση,
κι η εποχή αυτή κράτησε μια στιγμή, σαν μια παύση
ανάμεσα στο σούρουπο και το σκοτάδι, ανάμεσα στην οργή
και την ειρήνη,
που όμως, έτσι όπως είναι η γη μας τώρα, κράτησε πολύ.
[Οι ελληνικές μεταφράσεις των ποιημάτων προέρχονται από την έκδοση της συλλογής Ντέρεκ Ουόλκοτ, Ποιήματα, μτφρ.: Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ και Στέφανος Παπαδόπουλος, εκδόσεις Καστανιώτης, 2006]
Πηγή: http://www.artinews.gr






