Τ. Κωστόπουλος-Η αυτολογοκριμένη μνήμη: Τα Τάγματα Ασφαλείας και η μεταπολεμική εθνικοφροσύνη

Τ. Κωστόπουλος-Η αυτολογοκριμένη μνήμη: Τα Τάγματα Ασφαλείας και η μεταπολεμική εθνικοφροσύνη

Κεφάλαιο 1

Με την ονομασία «Τάγματα Ασφαλείας» υποδηλώνονται εδώ οι ένοπλοι σχηματισμοί που συγκροτήθηκαν το 1943-44 από τις γερμανικές αρχές κατοχής για την καταπολέμηση των ανταρτών του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Σκοπός του όλου εγχειρήματος, όπως αυτός αποτυπώνεται στην επίσημη υπηρεσιακή αλληλογραφία των κατοχικών αρχών, ήταν η υπόθαλψη του ενδοελληνικού εμφυλίου έτσι ώστε να αυξηθεί η ευστοχία των κατασταλτικών μέτρων εναντίον του ΕΑΜ και, το κυριότερο, «να εξοικονομηθεί γερμανικό αίμα». Σύμφωνα με την πασίγνωστη διατύπωση του στρατιωτικού διοικητή της Ελλάδας Αλεξάντερ Λέερ (24.1.44), έπρεπε «να αξιοποιηθεί πλήρως η αντικομμουνιστική μερίδα του ελληνικού λαού, έτσι ώστε να εκδηλωθεί φανερά και να εξαναγκαστεί σε απροκάλυπτη εχθρότητα κατά της κομμουνιστικής μερίδας».
Αν και το εγχείρημα θεωρούνταν από τους καθοδηγητές του λίγο πολύ ενιαίο, στην πράξη τα εν λόγω ένοπλα σώματα παρουσίασαν μεταξύ τους αξιοσημείωτες διαφοροποιήσεις όσον αφορά τη στελέχωση, την επάνδρωση, την οργανωτική διάρθρωση, το επίσημο πολιτικοϊδεολογικό τους στίγμα, τις σχέσεις τους με τη δωσιλογική κυβέρνηση και – τέλος – τη στάση τους απέναντι στο (δυτικό) συμμαχικό παράγοντα.
Η πρώτη τέτοια διάκριση αφορά τη σχέση των εν λόγω σχηματισμών με την δωσιλογική κυβέρνηση της Αθήνας. Απ’ αυτή την άποψη, στην κατηγορία των «Ταγμάτων Ασφαλείας» εντάχθηκαν πέντε κατηγορίες ένοπλων σωμάτων:
(α) Τα «ευζωνικά» τάγματα που συγκροτήθηκαν με πρωτοβουλία και απόφαση της κυβέρνησης Ράλλη, για «να αναλάβουν την προστασίαν του κινδυνεύοντος κοινωνικού μας καθεστώτος» από «τους καταχθονίους σκοπούς του κομμουνισμού». Η δημιουργία τους υπήρξε ένας από τους βασικούς όρους που ο ίδιος ο Ράλλης είχε θέσει στους Γερμανούς προκειμένου να δεχτεί ν’ αναλάβει την πρωθυπουργία, καθώς θεωρούσε ότι ακόμη και «η Χωροφυλακή είχεν υποστεί κάπως την επίδρασιν των κομμουνιστών». Τα πρώτα τέσσερα ευζωνικά τάγματα ιδρύθηκαν δια νόμου τον Ιούνιο του 1943 και συγκροτήθηκαν στην πράξη μεταξύ Οκτωβρίου και Δεκεμβρίου της ίδιας χρονιάς· ως «μαγιά» χρησιμοποιήθηκε η – άοπλη μέχρι τότε – Φρουρά του Άγνωστου Στρατιώτη. Τον Φεβρουάριο του 1944 ένας νέος νόμος προέβλεψε τη δυνατότητα επέκτασής τους στην επαρχία – πρακτική που είχε ήδη αρχίσει να εφαρμόζεται στην πράξη, με την αποστολή των πρώτων οργανωμένων στρατιωτικών πυρήνων από την πρωτεύουσα στη Χαλκίδα (29.12.43) και την Πάτρα (20.1.44). Το ίδιο μοντέλο θα χρησιμοποιηθεί στη συνέχεια για τη δημιουργία παρόμοιων μονάδων στο Αγρίνιο (18.2.44), την Κόρινθο (4.1944), τον Πύργο (19.5.44) και τη Ναύπακτο (22.6.44). Τελικά ιδρύθηκαν 9 ευζωνικά τάγματα, συνολικής δύναμης 5.725 ανδρών.
(β) Τα καθεαυτό «Τάγματα Ασφαλείας», ένοπλοι δηλαδή σχηματισμοί που συγκροτήθηκαν «εθελοντικά», με πρωτοβουλία στελεχών του διαλυμένου ελληνικού στρατού και άλλων «εθνικοφρόνων» τοπικών παραγόντων που ζήτησαν όπλα από τους Γερμανούς για να καταπολεμήσουν το εαμικό κίνημα. Οι πρώτες μονάδες τους δημιουργήθηκαν το φθινόπωρο του 1943 στη Λακωνία και σε μικρότερο βαθμό στην Καλαμάτα, την Ηλεία και την Πάτρα, «κεχωρισμένως και τοπικιστικούς», για να ενοποιηθούν την άνοιξη του 1944, ύστερα από ζυμώσεις «πατριωτικών κύκλων» της Αθήνας με την κυβέρνηση Ράλλη, σε μια ενιαία οργανωτική δομή η οποία «τυπικώς μόνον» υπαγόταν στο Υπουργείο Ασφαλείας της δωσιλογικής κυβέρνησης. Η ονομασία της ήταν «Β’ Αρχηγείον Χωροφυλακής Πελοποννήσου», έδρα της ορίστηκε η Τρίπολη κι επικεφαλής της ανέλαβε (23.3.1944) ο βασιλόφρων συνταγματάρχης Διονύσιος Παπαδόγκωνας. Ο τελευταίος, ήδη από το καλοκαίρι του 1943 είχε πραγματοποιήσει επανειλημμένα διαβήματα προς τις ιταλικές και γερμανικές κατοχικές αρχές, εισηγούμενος τον εξοπλισμό μιας δύναμης 1.000 «έμπιστων εθνικοφρόνων» υπό τις διαταγές του για την καταπολέμηση του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ (και, σε μεταγενέστερο χρόνο, του ηπειρωτικού ΕΔΕΣ) – προτάσεις που απορρίφθηκαν σε πρώτη φάση, εξαιτίας του φόβου ότι αυτή η δύναμη γρήγορα θα αφοπλιζόταν από το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Συνολικά οργανώθηκαν πέντε τέτοια Τάγματα Ασφαλείας, με έδρες την Τρίπολη, τη Σπάρτη, το Γύθειο, το Μελιγαλά και τους Γαργαλιάνους, συνολικής δύναμης 4.000 ανδρών, με επιμέρους μονάδες ή φρουρές εγκαταστημένες σε μια σειρά πόλεις, κωμοπόλεις και χωριά.
Επιμέρους εκδοχή αυτής της κατηγορίας θα πρέπει να θεωρηθεί το «Τάγμα Χωροφυλακής Χανίων» που συγκροτήθηκε στις 17 Φεβρουαρίου 1944 με απόφαση των τοπικών δωσιλογικών αρχών, διοικητή τον ταγματάρχη Δημήτριο Παπαγιαννάκη και αποστολή, τυπικά μεν την καταστολή της ζωοκλοπής, ουσιαστικά όμως την καταδίωξη των ανταρτών. Το «ελληνικό τμήμα διώξεως ανταρτών Παπαγιαννάκη», όπως αναφέρεται στα γερμανικά έγγραφα της εποχής, αποτελούνταν από 180-200 εθελοντές «χωροφύλακες άνευ θητείας» και ήταν η μοναδική περίπτωση (σχετικής, έστω) επιτυχίας των προσπαθειών που κατέβαλαν οι κατακτητές για τη δημιουργία μιας ένοπλης, αντιαντάρτικης Αντικομμουνιστικής Οργανώσεως Κρήτης (ΑΟΚ) σε όλο το νησί.
(γ) «Εθελοντικές» αντιεαμικές ένοπλες ομάδες που συγκροτήθηκαν αυτόνομα, κυρίως στην Αττική, σε στενή συνεργασία με τους «ευζώνους» και την Ειδική Ασφάλεια αλλά χωρίς υπαγωγή τους σε κάποιον ενιαίο διοικητικό μηχανισμό. Τέτοιες περιπτώσεις ήταν η 40μελής «ομάδα ασφαλείας» κάποιου Κώνστα, που έδρασε στην περιοχή Ασπρόπυργου-Χασιάς από τον Ιούλιο του 1944 και μετά, η ομάδα των αδερφών Παπαγεωργίου στο Παγκράτι και η «Οργάνωσις Εθνικών Δυνάμεων Ελλάδος» (ΟΕΔΕ) των Μανιάτη και Νικολάου στα Ιλίσσια.
Ανάλογες ομάδες θα δημιουργηθούν και σε διάφορα επαρχιακά κέντρα. Ένα τυπικό παράδειγμα αποτελεί η «Πατριωτική Οργάνωσις Κεφαλληνίας» (ΠΟΚ), η οποία ιδρύθηκε στην Κεφαλονιά την άνοιξη του 1944 από «τους πιο γνωστούς κοινωνικούς παράγοντες του νησιού» κι άλλους «υπεύθυνους πολίτες», με κεντρικό πυρήνα «μια ομάδα επιστημόνων κι επαγγελματιών του Αργοστολιού», και διέθετε «μαχητικά τμήματα» από «ομάδες χωρικών» (σύμφωνα με μια απολογητική διατύπωση) ή «έξαλλα στοιχεία» (σύμφωνα με μιαν άλλη), που «έλαβαν όπλα από τους Γερμανούς σε αγώνα ζωής ή θανάτου με τους Ελασίτες με σκληρά αντίποινα». Μια άλλη παρόμοια περίπτωση ένοπλης συνεργασίας ήταν αυτή των «Ενόπλων Δυνάμεων Νοτίου Νήσου» (ΕΟΝΝ) στη Λευκάδα.
(δ) Μονάδες «εθνικιστών» της Β. Ελλάδας, οι οποίες συγκροτήθηκαν απευθείας από τους Γερμανούς, έξω από τον έλεγχο της κυβέρνησης Ράλλη. Αν και η σύσταση «κανονικών» ευζωνικών ταγμάτων με έδρα τη Θεσσαλονίκη είχε ήδη προβλεφθεί νομοθετικά από τον Ιούνιο του 1943, τελικά οι γερμανικές αρχές αρνήθηκαν να επιτρέψουν τη δημιουργία τους – κατά πάσα πιθανότητα, για να μην θέσουν σε παραπέρα δοκιμασία την εξισορροπιστική πολιτική που ακολουθούσαν μεταξύ των (αλληλοϋποβλεπόμενων και συχνά αντιμαχόμενων) γλωσσοπολιτισμικών ομάδων της περιοχής. Το ίδιο κενή περιεχομένου αποδείχθηκε και η εντολή του Ράλλη, τις παραμονές της αποχώρησης της Βέρμαχτ, για εσπευσμένο σχηματισμό τέτοιων μονάδων από τον Γενικό Διοικητή Μακεδονίας, Αθανάσιο Χρυσοχόου, με σκοπό να προωθηθούν στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη. Αντί γι’ αυτό, η γερμανική διοίκηση προτίμησε να καταφύγει, ήδη από την άνοιξη του 1943, στη συγκρότηση αυτοτελών σχηματισμών υπαγόμενων αποκλειστικά και μόνο στην ίδια. Ο τελικός απολογισμός του εγχειρήματος από τον διοικητή των SS Βάλτερ Σιμάνα κατέγραψε 10 τέτοια «εθελοντικά τάγματα» στην ελληνική Μακεδονία κι άλλα 4 στην Κεντρική και Νοτιοανατολική Ελλάδα. Οι σχηματισμοί αυτοί παρουσιάζουν μεταξύ τους μιαν έντονη ανομοιογένεια όσον αφορά το πολιτικοϊδεολογικό τους στίγμα ή την ύπαρξη κάποιας «μαζικής βάσης», έστω και σε τοπικό επίπεδο.
Ο «Εθελοντικός Ελληνικός Στρατός» (ΕΕΣ) του συνταγματάρχη Πούλου, λ.χ., διακρίνεται τόσο για τον αμιγώς εθνικοσοσιαλιστικό πολιτικό του λόγο (και την αποστασιοποίησή του από την επίσημη δωσιλογική «Ελληνική Πολιτεία» της Αθήνας, τα στελέχη της οποίας καταγγέλλει δημόσια σαν «όργανα των εβραιοκομμουνιστών και μασώνων επιδιώκοντα την συκοφάντησιν των Γερμανικών Αρχών Κατοχής»), όσο και για την απουσία σοβαρών διασυνδέσεων με τον κύριο όγκο της αντιεαμικής εθνικοφροσύνης -απουσία που, μεταξύ άλλων, αντανακλάται στον εντελώς ανεξέλεγκτο και ουσιαστικά «τυφλό» χαρακτήρα των βιαιοτήτων του. Ανάλογη απομόνωση από τον κοινωνικό περίγυρο τους χαρακτήριζε επίσης τον Εθνικό Αγροτικό Σύνδεσμο Αντικομμουνιστικής Δράσεως (ΕΑΣΑΔ) στη Θεσσαλία, καθώς και τα «ελάσσονα» τάγματα ασφαλείας της Θεσσαλονίκης: το «Εθνικό Απόσπασμα Καταδίωξης Κομμουνιστών» του Φριτς Σούμπερτ (που είχε ξεκινήσει τη δράση του στην Κρήτη, για να μεταφερθεί αργότερα στη Μακεδονία), την «Εθνική Ελληνική Ασφάλεια Πόλεως Θεσσαλονίκης» του Αντωνίου Δάγκουλα, το αντίστοιχο σώμα του Αντωνίου Βήχου, κλπ.
Αρκετά διαφορετική φαίνεται πως υπήρξε, από την άλλη, η περίπτωση των – ως επί το πλείστον τουρκόφωνων – ποντιακών χωριών της Μακεδονίας που πήραν τα όπλα στο πλευρό της Βέρμαχτ, αρχικά ως τμήματα της ΠΑΟ κι εν συνεχεία ως «Εθνικός Ελληνικός Στρατός» (ΕΕΣ). Η διαφορά δεν βρίσκεται τόσο στην επίσημη πολιτικοϊδεολογική επένδυση της κίνησης, ηγετικά στελέχη της οποίας (οι Μιχάλαγας και Κιτσά Μπατζάκ) ταξίδεψαν το καλοκαίρι του 1944 στη Βιέννη ταυτιζόμενοι δημόσια με τη συνολική πολεμική προσπάθεια του Γ’ Ράιχ, όσο στην υπαρκτή διασύνδεσή της μ’ έναν ευρύτερο κοινωνικό και πολιτικό περίγυρο. Μια πτυχή αυτής της διασύνδεσης ήταν η διατήρηση των σχέσεων εκπροσώπησης (και διαμεσολάβησης στην εκάστοτε κεντρική κρατική εξουσία) των βαθιά συντηρητικών και κοινωνικοπολιτικά περιχαρακωμένων τουρκόφωνων προσφυγικών κοινοτήτων από την παραδοσιακή τους ηγεσία, που σε μεγάλο βαθμό ταυτίστηκε με την καθοδήγηση του ΕΕΣ. Μια άλλη πτυχή της υπήρξε η διατήρηση των δεσμών της ηγεσίας του ΕΕΣ με το βασικό πλέγμα της αντιεαμικής βορειοελλαδικής εθνικοφροσύνης (υπηρεσίες της Γενικής Διοικήσεως Μακεδονίας, Εκκλησία, τοπικά δίκτυα του ΕΔΕΣ και υπολείμματα της ΠΑΟ) και – μέσω αυτών – με τους Βρετανούς. Οι τελευταίοι δεν θα έχουν έτσι κανένα πρόβλημα να ενσωματώσουν, την τελευταία κυριολεκτικά στιγμή, το Τάγμα Ασφαλείας Νιγρίτας του (αποκηρυγμένου από την «επίσημη» ΠΑΟ) ταγματάρχη Σπυρίδη στις δυνάμεις του Συμμαχικού Αρχηγείου Μ. Ανατολής – προνομιακή μεταχείριση που δεν επιφύλαξαν σε κανέναν άλλο ένοπλο δωσιλογικό μηχανισμό.
(ε) Αντιεαμικές πολιτικοστρατιωτικές οργανώσεις μειονοτικών πληθυσμών, συγκροτημένες σε εθνική βάση και με αλυτρωτικό – αποσχιστικό πρόγραμμα. Η κατηγορία αυτή περιλαμβάνει τους κομιτατζήδες της «Οχράνα» και τους Τσάμηδες παραστρατιωτικούς της «Ξίλια». Οι πρώτοι σχημάτισαν το καλοκαίρι του 1944 τρία «Εθελοντικά Τάγματα Ασφαλείας» από 2.500-3.500 ένοπλους Σλαβομακεδόνες των νομών Πέλλας, Φλώρινας και Καστοριάς, με αρχικούς πυρήνες συγκροτημένους εκτός Ελλάδας από το ΒΜΡΟ και πολιτικό πρόγραμμα (καθαρά ουτοπικό, στη δεδομένη συγκυρία) τη δημιουργία μιας ενιαίας ανεξάρτητης Μακεδονίας στα πλαίσια του Γ’ Ράιχ. Ο απολογισμός του Σιμάνα θεωρεί αυτά τα «τάγματα Βέρνερ» (από το όνομα του γερμανού καθοδηγητή τους, Βέρνερ Χάϊντε) σαν κανονικά τάγματα ασφαλείας, ενώ παραλείπει να κάνει το ίδιο για τις ένοπλες μονάδες της άτυπης «Εθνικής Αλβανικής Διοίκησης της Τσαμουριάς» ή «Ξίλια» που είχε συσταθεί το 1942-44 στη Θεσπρωτία. Η τελευταία διέθετε οργανωμένη πολιτοφυλακή, η οποία συμμετείχε στις επιχειρήσεις της Βέρμαχτ κατά των ανταρτών και η δύναμή της υπολογιζόταν από τα τοπικά στελέχη του ΕΔΕΣ και του ΕΑΜ μεταξύ 2.500 και 3.200 ενόπλων.
Μολονότι δημιουργημένα από την ιταλική (κι όχι τη γερμανική) στρατιωτική διοίκηση, τα ένοπλα σώματα του «Αξονικού Μακεδονοβουλγαρικού Επαναστατικού Κομιτάτου» της Καστοριάς (κάπου 1.600 άντρες, απ’ τους οποίους το ένα τρίτο ήταν ενταγμένο σε «κινητά αποσπάσματα» καταδίωξης των ανταρτών ενώ οι υπόλοιποι σε στατικές πολιτοφυλακές) και της βλάχικης «Λεγεώνας», θα μπορούσαν επίσης να υπαχθούν στην ίδια κατηγορία.
Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις, κεντρική ιδέα ήταν η αξιοποίηση της δυσαρέσκειας των μειονοτικών πληθυσμών, λόγω της προηγούμενης καταπίεσής τους από το ελληνικό κράτος, για την καταπολέμηση ενός αντιστασιακού κινήματος υπό κομμουνιστική μεν καθοδήγηση, στον πολιτικό όμως λόγο του οποίου αφθονούσαν οι αναφορές στην κοινή παρακαταθήκη του νεοελληνικού εθνικισμού. Πρόκειται για μια στρατηγική που χρησιμοποιήθηκε εκτεταμένα σε όλη την Ευρώπη από τους φορείς της χιτλερικής «Νέας Τάξης» και της οποίας η εφαρμογή στο βαλκανικό νότο σχεδιάστηκε, σύμφωνα με όσα γνωρίζουμε, από τους τοπικούς επικεφαλής της γερμανικής και ιταλικής αντικατασκοπίας στα Τίρανα τον Φεβρουάριο του 1943.
Μια δεύτερη διάκριση αφορά την προέλευση και τα χαρακτηριστικά των ομάδων του πληθυσμού που τροφοδότησαν τα Τάγματα με στελέχη και οπλίτες. Αν και τελικά η δυναμική της ένοπλης αναμέτρησης επέβαλε σ’ όλο αυτό το ανθρώπινο δυναμικό μια κάποια ομογενοποίηση, τουλάχιστον όσον αφορά τους «κεντρικούς» σχηματισμούς, στην πραγματικότητα οι αφετηρίες των ταγματασφαλιτών παρουσιάζουν αξιοσημείωτη ποικιλία.
Όσον αφορά λ.χ. τα στελέχη, είναι γνωστό ότι τα Τάγματα Ασφαλείας πλαισιώθηκαν από δυο διαφορετικές, και σε μεγάλο βαθμό ανταγωνιστικές μεταξύ τους, ομάδες αξιωματικών. Από τη μια ήταν οι βενιζελικοί απότακτοι του ‘35, συσπειρωμένοι γύρω από τους Πάγκαλο και Γονατά, που αποτέλεσαν και τους αρχικούς σπόνσορες των Ταγμάτων – με αποτέλεσμα, βασιλόφρονες συνοδοιπόροι να τους κατηγορούν ότι σχεδίαζαν τη μεσοπρόθεσμη «εκτροπή» τους «εις αντικαθεστωτικούς αγώνας» (παρεμπόδιση, δηλαδή, της επανόδου του βασιλιά). Από την άλλη οι «νομιμόφρονες», μεταξικοί και μοναρχικοί, που αργούν μεν να προσχωρήσουν στο νέο σώμα, στην πορεία όμως θα το θέσουν ολοκληρωτικά κάτω από τον έλεγχο τους. Ανάμεσα στις δυο ομάδες διεξάγεται μια αδυσώπητη πάλη για την ηγεμονία, πάλη η οποία συχνά αντανακλά περισσότερο συντεχνιακές συσσωματώσεις του παρελθόντος παρά διαφορετικές στρατηγικές όσον αφορά την τρέχουσα σύρραξη. Άλλες αντιθέσεις που διαπερνούν τις τάξεις των βαθμοφόρων είναι αυτές μεταξύ αξιωματικών και μόνιμων υπαξιωματικών των ευζωνικών ταγμάτων, μεταξύ αξιωματικών και «πολιτικών αρχηγών» στη Λακωνία ή ανάμεσα σε επαγγελματίες στρατιωτικούς κι αυτοδημιούργητους «καπετάνιους» των ένοπλων σχηματισμών της Β. Ελλάδας. Έντονο «τοπικιστικόν πνεύμα» επικρατεί, τέλος, στο Τάγμα Γυθείου, όπου μόνο η απειλή συλλήψεων θα κάνει τους ντόπιους αξιωματικούς να δεχθούν έναν μη μανιάτη ως επικεφαλής τους.
Ακόμη μεγαλύτερη ποικιλία συναντάμε όσον αφορά την προέλευση και τα κίνητρα των απλών ταγματασφαλιτών. Σύμφωνα με τις διαθέσιμες μαρτυρίες, η αρχική «μαγιά» προήλθε από τις αντικομμουνιστικές ομάδες που είχαν ήδη συγκροτηθεί σε τοπικό επίπεδο για την καταπολέμηση του ΕΑΜ – όπως οι «εθελοντές χωροφύλακες» της Αχαΐας ή οι «Εθνικές Ομάδες Αντιστάσεως» στη γειτονική Ηλεία. Η στρατολόγηση των υπόλοιπων αρχικά γινόταν σε εθελοντική βάση, γρήγορα όμως οι αρχές άρχισαν να καλούν στα όπλα «εθνικιστές» με ατομικές προσκλήσεις βάσει του Ν. 739/1937· στις τελευταίες αναγραφόταν η απειλή ότι, όσοι απέφευγαν να παρουσιαστούν, θα αντιμετώπιζαν «τας αυστηράς ποινάς του Νόμου και επί πλέον την δίωξιν των οικογενειών των και καταστροφήν των οικιών των». Στην Καλαμάτα, αξιωματικοί που αρνήθηκαν να καταταγούν στο εκεί Τάγμα Ασφαλείας φυλακίστηκαν «επί αρκετόν χρόνον» από τον Παπαδόγκωνα, μέχρι να ενδώσουν. Διαφορετική υπήρξε, τέλος, η διαδικασία εξοπλισμού των περισσότερων από τα χωριά που εντάχθηκαν στο όλο σύστημα. Εκεί, τις περισσότερες φορές την πρωτοβουλία παίρνουν τοπικοί παράγοντες, συχνά σε επαφή (και κάτω από την επιρροή) συγχωριανών τους ή άλλων στελεχών της εθνικοφροσύνης που είναι εγκατεστημένα στα αστικά κέντρα-βάσεις των Ταγμάτων. Σ’ αυτή την περίπτωση, η σύσταση του αρχικού ένοπλου πυρήνα δημιουργεί ένα προηγούμενο (με την εκκαθάριση ή φυγή των τοπικών στελεχών του ΕΑΜ και την πρόκληση ενός κλίματος πιέσεων και γενικευμένης ανασφάλειας) που οδηγεί αργά ή γρήγορα σε νέες στρατολογίες, διεύρυνση του κύκλου των οπλισμένων κι επέκτασή του σε διπλανούς οικισμούς. Με τελικό αποτέλεσμα, το δίκτυο του ένοπλου αντιαντάρτικου μηχανισμού να απλώνεται στην ύπαιθρο, όπως ακριβώς οι κηλίδες του μελανιού πάνω στο στυπόχαρτο.
Τι είδους άνθρωποι στρατολογούνταν στα Τάγματα Ασφαλείας; Μια συμμαχική έκθεση το καλοκαίρι του 1944 κατέτασσε τους ταγματασφαλίτες σε πέντε βασικές κατηγορίες – κατάταξη που επιβεβαιώνεται, σε μεγάλο βαθμό, και από τις υπόλοιπες πηγές:
(α) άνθρωποι «πολύ φτωχοί, που κατατάχθηκαν προκειμένου να επιβιώσουν», αναζητώντας μια μόνιμη πηγή εισοδήματος κι ένα πιάτο φαΐ, αδιαφορώντας για τις συνέπειες αυτής τους της επιλογής. Πρόκειται για την κατεξοχήν «μισθοφορική» εκδοχή ταγματασφαλιτών, συνηθέστερη στα ευζωνικά τάγματα. Η στρατολογία τέτοιων «λούμπεν» στοιχείων φαίνεται πως υπήρξε μαζική ιδίως στα μεγάλα αστικά κέντρα, τα κατοικούμενα από εξαθλιωμένες μάζες χωρίς άλλα μέσα βιοπορισμού. Αναφορές στην πείνα, ως βασικό κίνητρο της κατάταξης στα Τάγματα, έχω ακούσει ωστόσο (ως στοιχείο μιας λίγο πολύ απολογητικής αφήγησης) και σε ορεινά χωριά της Πελοποννήσου, ενώ αποκαλυπτική μπορεί να θεωρηθεί και η διαφήμιση των αποδοχών των ταγματασφαλιτών από τον τοπικό Τύπο. Εντυπωσιακή είναι, τέλος, η δημόσια παραδοχή του μισθοφορικού χαρακτήρα των ένοπλων ομάδων της ΠΟΚ από το ίδιο το επίσημο έντυπο της οργάνωσης: «Οι άνθρωποι οι οποίοι επεστρατεύθησαν και αγωνίζονται εις τα διάφορα σημεία της μείζονος αντιστάσεως των Εαμιτών και εργάζονται δια να παγιώσουν την απειλουμένην σοβαρός τάξιν δεν είναι απλώς ιδεολόγοι κινδυνεύοντες δι’ ένα σκοπόν, […] αλλ’ υπάρχουν και εκείνοι οι οποίοι κακουχούμενοι από τας περιστάσεις ευρίσκουν εις την στράτευσιν και εις τον αγώνα ένα έργον. Διατί να κρύπτωμεν την αλήθειαν;»
(β) «Εγκληματικοί τύποι», που βρήκαν στον ένοπλο αντικομμουνισμό μια χρυσή ευκαιρία είτε για ξεκαθάρισμα προσωπικών διαφορών είτε – συχνότερα – για ατομικό πλουτισμό. Εκτός από το αναμενόμενο πλιάτσικο στη διάρκεια των εκκαθαριστικών επιχειρήσεων, η συμμετοχή στο εγχείρημα προσέφερε κι άλλες – «νόμιμες» – πηγές εισοδημάτων, τουλάχιστον για τα στελέχη: επιτάξεις κάθε λογής (ακόμη και δημόσιας περιουσίας), επιβολή φορολογίας «δια τας ανάγκας του Τάγματος», δικαίωμα συγκέντρωσης κι εκποίησης της «δεκάτης» ή πολύτιμων αγροτικών προϊόντων (όπως τα γαλακτοκομικά και η ξυλεία, στην περίπτωση της βλάχικης Λεγεώνας), ενώ παράλληλα λειτουργούσε προστατευτικά σε σχέση με την ανάμιξή τους στη μαύρη αγορά. Ιδιαίτερη υποπερίπτωση αυτής της κατηγορίας συνιστούσε η δυνατότητα χρηματισμού των ταγματασφαλιτών, για την αποφυγή σύλληψης ή για τη διαμεσολάβησή τους ώστε να απολυθεί κάποιος ήδη κρατούμενος.
(γ) «Εθελοντές εμπνεόμενοι από μίσος για το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, συμπεριλαμβανόμενων εκείνων των οποίων συγγενείς σκοτώθηκαν απ’ αυτούς». Η περίπτωση του γεωπόνου Λεωνίδα Βρεττάκου, ο αδερφός του οποίου (κι επικεφαλής της αντικομμουνιστικής ανταρτοομάδας «Ελληνικός Στρατός») Τηλέμαχος Βρεττάκος είχε σκοτωθεί από τον ΕΛΑΣ, αποτελεί το γνωστότερο – αλλά όχι και το μοναδικό – τέτοιο παράδειγμα.
(δ) «Αξιωματικοί που θεωρούν την καταπολέμηση του ‘κομμουνισμού’ πατριωτικό καθήκον, ή τοποθετήθηκαν στα Τάγματα από τις οργανώσεις τους (ΕΔΕΣ Αθηνών, κλπ)», και
(ε) «Μέλη άλλων οργανώσεων που δέχτηκαν επίθεση από το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ» όπως τα υπολείμματα του 5/42 της Δωρίδας μετά το φόνο του Ψαρρού ή του πελοποννησιακού ΕΣ μετά την εξόντωση των Βρεττάκου και Καραχάλιου.
Περισσότερο ομοιογενείς εμφανίζονται, αντίθετα, οι τοπικές πολιτοφυλακές των Ταγμάτων στα «οπλισμένα» χωριά. Εκεί, ο ηγετικός πυρήνας τους συγκροτείται συνήθως από την παραδοσιακή ηγεσία και μικροαστική τάξη της κοινότητας (κοινοτάρχης, παπάς κι ενδεχομένως δάσκαλος, συμβολαιογράφος, γιατρός, κλπ), ή τουλάχιστον από ένα μέρος της, η δε στρατολογία των κοινών «οπλιτών» βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε συγγενικά δίκτυα. Δεν είναι καθόλου τυχαίο που η ανάπτυξη αυτού του φαινομένου σημειώθηκε σε κοινότητες που χαρακτηρίζονται από βαθύ κοινωνικό συντηρητισμό, όπως διαπιστώνουν όχι μόνο οι εαμικές πηγές ή ξένοι παρατηρητές αλλά και τα ίδια τα στελέχη των Ταγμάτων.
Σημαντικό ρόλο έπαιξαν και οι εθνοτικές ή άλλες τοπικές αντιθέσεις, όπως και η νωπή ακόμη αντιπαράθεση γηγενών και προσφύγων. Η τροφοδότηση των ένοπλων δωσιλογικών σχηματισμών από κάθε λογής εθνικιστικά στοιχεία της μιας ή της άλλης «ράτσας» αποτέλεσε τον κανόνα στη Μακεδονία, κι έχει μελετηθεί αρκετά την τελευταία δεκαετία. Λιγότερο έχουν μελετηθεί οι ποικίλες διαφοροποιήσεις στο εσωτερικό κάθε εθνοτικής ομάδας και η επίδρασή τους στον προσανατολισμό των επιμέρους υποομάδων· στην Έδεσσα λ.χ., πόλη με πληθυσμό σλαβόφωνο κατά 65-70%, κύρια πηγή στρατολογίας της Οχράνα – σύμφωνα με εαμικές εκθέσεις της εποχής – υπήρξε η (περιορισμένη αριθμητικά κι υποδεέστερη κοινωνικά) κατηγορία των «γυφτομακεδόνων». Παρόμοια κριτήρια φαίνεται ωστόσο ότι καθόρισαν τις επιλογές κάποιων ανθρώπων και στη Νότια Ελλάδα. Ο πολιτικός λ.χ. καθοδηγητής των ταγματασφαλιτών της Βόρειας Εύβοιας, δικηγόρος Νίκος Αναγνωστόπουλος, φροντίζει να κάνει τη διάκριση ανάμεσα στο «προσφυγικόν στοιχείον» του νησιού (το οποίο «σχεδόν εν τη ολότητί του ειργάσθη ανθελληνικός, ενταχθέν εις τας πολλάς και ποικιλλωνύμους Αριστεράς οργανώσεις»), από τη μια, και τους συντηρητικούς «πραγματικούς Έλληνες Ευβοείς» (ελληνόφωνους «γηγενείς» και Αρβανίτες), που στήριξαν τα Τάγματα Ασφαλείας, από την άλλη.
Καθόλου αμελητέα, αν και συχνά δυσδιάκριτη, υπήρξε επίσης η επιλογή του εξοπλισμού ως μέσου προάσπισης συγκεκριμένων ταξικών συμφερόντων: ανάμεσα στους πρωτεργάτες της ταγματασφαλίτικης βάσης στο Βαλτέτσι, π.χ., συναντάμε ευκατάστατους κτηνοτρόφους δυσαρεστημένους από την εργατική πολιτική του ΕΑΜ στα χειμαδιά τους στην Αργολίδα αλλά κι από την απαγόρευση επικοινωνίας με την Τρίπολη, που συνιστούσε τη βασική αγορά για τα προϊόντα τους.
Ο φόβος των χωρικών για αντίποινα των κατοχικών στρατευμάτων ήταν ένας ακόμη παράγοντας που διευκόλυνε στο έπακρο την ανάπτυξη των Ταγμάτων. Η διαπίστωση του Λίπερ, πως «από τη στιγμή που συνειδητοποίησαν ότι κτηνώδη αντίποινα θα ακολουθούσαν οποιαδήποτε υποστήριξη τους προς τους αντάρτες, ήταν εύκολη δουλειά για τους Γερμανούς να τους πείσουν πως μια φιλογερμανική πολιτική ανταποκρινόταν στα συμφέροντα της Ελλάδας», διατυπώθηκε μεν για τους τουρκόφωνους Πόντιους της Μακεδονίας, θα μπορούσε όμως να βρει εφαρμογή και σε πολλά άλλα σημεία της χώρας. Συχνά, άλλωστε, οι πρώτες επαφές ανάμεσα στην ηγεσία μιας κοινότητας και τον δωσιλογικό μηχανισμό των αστικών κέντρων, που καταλήγει στον «εξοπλισμό» του χωριού, ξεκινούν από την προσπάθεια σωτηρίας κάποιων χωρικών που έχουν συλληφθεί, είτε ως όμηροι είτε σαν κομμουνιστές.
Λιγότερο γνωστή, αλλά εξίσου πραγματική, υπήρξε η στρατολόγηση στα Τάγματα πρώην μελών (ή και τοπικών στελεχών) του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Κάποιοι απ’ αυτούς φέρονται να έχουν αλλάξει στρατόπεδο ως αποτέλεσμα προσωπικών διαφορών ή για απροσδιόριστους λόγους, ενώ κάποιων άλλων η μεταπήδηση έγινε για λόγους επιβίωσης, μετά από σύλληψή τους· σ’ αυτή την τελευταία περίπτωση, η προηγούμενη συμμετοχή τους στο ΕΑΜ μπορεί να μην ήταν καν πραγματική, αλλά να είχαν πέσει απλά θύματα συκοφαντίας. Γεγονός αποτελεί, πάντως, η ύπαρξη εαμικών συνδέσμων και πυρήνων στο εσωτερικό των Ταγμάτων Ασφαλείας, κάτι που δεν διέφυγε άλλωστε από την προσοχή των δωσιλογικών αρχών: ο μεν Ιωάννης Ράλλης διαπίστωσε ότι στα ευζωνικά τάγματά του «επέτυχον να διεισδύσουν και τίνες κομμουνισταί (κατ’ εντολήν των αρχηγών των)», ενώ ο – πάντα υπερβολικός – Χρυσοχόου βλέπει «πολλούς κομμουνιστές» ακόμη και στο τάγμα του Βήχου! Μια λύση που προκρίθηκε για την αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος, στην Εύβοια τουλάχιστον, ήταν ο προληπτικός έλεγχος των κοινωνικών φρονημάτων όσων προσέρχονταν για κατάταξη στο εκεί Τάγμα Ασφαλείας.
Έτσι κι αλλιώς, το ίδιο παιχνίδι παιζόταν και προς την αντίστροφη πλευρά: μέλη του ΕΑΜ, ακόμη κι «αετόπουλα», σταλμένα στις οργανώσεις τους από την Ασφάλεια ή τους εθνικόφρονες συνεργάτες των Ταγμάτων, για να κατασκοπεύουν τις κινήσεις της Αντίστασης αλλά και «επί σιωπώ δημιουργίας διαμάχης και συγχύσεως» στις γραμμές της.
Στο χανιώτικο τάγμα του Παπαγιαννάκη, πάλι, κάποιοι άντρες είχαν «τοποθετηθεί» εκεί από τη Βρετανική Αποστολή. Στη Θεσσαλονίκη, τέλος, οι υπηρεσίες ασφαλείας της δωσιλογικής κυβέρνησης κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για τις «σατανικές προσπάθειες» του «Βουλγαρικού Κομιτάτου» (δηλ. του ΒΜΡΟ) «όπως επιτύχει την κατάταξινμελών του εις τα ενταύθα Εθνικιστικά Τάγματα Ασφαλείας» – τα ελληνικά, εννοείται.
Παρά τις επιμέρους διαφοροποιήσεις, οι παραπάνω κατηγορίες ένοπλων δωσιλογικών σχηματισμών παρουσιάζουν μια σειρά από κοινά χαρακτηριστικά. Κατ’ αρχήν, όλες αυτές οι μονάδες αποτέλεσαν οργανικό τμήμα των κατοχικών στρατευμάτων. Γενικοί διοικητές τους, αρμόδιοι για την έκδοση όχι μόνο των σχετικών αδειών οπλοφορίας αλλά και των «διαταγών κινήσεως» των επιμέρους μονάδων τους, ήταν οι Ανώτεροι Αρχηγοί των SS και της (γερμανικής) Αστυνομίας στην Ελλάδα, Γιούργκεν Στρουπ και Βάλτερ Σιμάνα. Όταν τρίτοι παράγοντες, όπως οι σουηδοί αντιπρόσωποι του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, είχαν κάποιο πρόβλημα με το τοπικό Τάγμα Ασφαλείας, για την αυτόματη επίλυσή του αρκούσε έτσι συνήθως η προσφυγή στις προϊστάμενές του γερμανικές αρχές. Την ίδια ακριβώς διαδικασία ακολουθούσαν ακόμη και ορισμένοι από τους στρατιωτικούς διοικητές των Ταγμάτων, για να αντιμετωπίσουν προστριβές με συναδέλφους τους ή με την «πολιτική ηγεσία» τους.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η καταμέτρηση, στους υπηρεσιακούς στατιστικούς πίνακες της Βέρμαχτ, των απωλειών των ταγματασφαλιτών μαζί με αυτές των καθεαυτό γερμανικών μονάδων. Τα αισθήματα ήταν άλλωστε αμοιβαία, όπως διαπιστώνουμε από τη γνωστή αναφορά του υποδιοικητή του Τάγματος Ασφαλείας Χαλκίδας, συνταγματάρχη Χρήστου Γερακίνη, σχετικά με τις απώλειες μιας εκκαθαριστικής επιχείρησης στην Κεντρική Εύβοια τον Ιούνιο του 1944: «Εκ των ημετέρων, εις Γερμανός βαρέως τραυματίας»… .
Εξίσου κοινές σε όλες τις περιπτώσεις υπήρξαν και οι δημόσιες διακηρύξεις συστράτευσης στην πολεμική προσπάθεια και πίστης στην πολιτική ηγεσία του Ράιχ. Εκτός από τα πασίγνωστα δημόσια συγχαρητήρια του Παπαδόγκωνα προς τον Χίτλερ για τη διάσωσή του από τη δολοφονική απόπειρα της 20ης Ιουλίου 1944 (τα οποία τέλειωναν με την «προσευχή» των υποτιθέμενων απογόνων του Λεωνίδα: «Κύριε, διαφύλασσε τον Φύρερ!»), σε ανάλογα διαβήματα με την ίδια ακριβώς ευκαιρία προέβησαν επίσης οι «φιλοβρετανοί» πόντιοι καπεταναίοι του ΕΕΣ – διατρανώνοντας κι αυτοί την αποφασιστικότητά τους να συνδράμουν στον αγώνα «υπέρ της Ευρώπης, εναντίον των άτιμων Εβραιοπλουτοκρατών και των απαίσιων πρακτόρων της Μόσχας». Άλλες πτυχές αυτής της ταύτισης περιλαμβάνουν προκηρύξεις στο ίδιο μήκος κύματος και δημόσιες ομιλίες, από κοινού με τοπικούς παράγοντες κι αξιωματικούς των 88.
Η συμμετοχή όλων ανεξαίρετα των Ταγμάτων Ασφαλείας σε εκκαθαριστικές επιχειρήσεις της Βέρμαχτ, εναντίον του ΕΛΑΣ και – κυρίως – της εαμικής μαζικής του βάσης, συνιστά το τρίτο (και, κατά τη γνώμη μου, το καθοριστικό) κοινό χαρακτηριστικό αυτών των σχηματισμών. Στην Αθήνα, τα ευζωνικά τάγματα διαδραματίζουν αποφασιστικό ρόλο στα κυλιόμενα γερμανικά «μπλόκα» του 1944, που αποσκοπούν όχι μόνο στην κατατρομοκράτηση του πληθυσμού και την καταστροφή της πολιτικής υποδομής του ΕΑΜ, αλλά και στη συγκέντρωση εργατών για αναγκαστική εργασία στα εργοστάσια της Γερμανίας. Παρόμοιες επιχειρήσεις πραγματοποιούνται και στη συμπρωτεύουσα, με το μπλόκο π.χ. της Καλαμαριάς (13.8.44) και τη εκτέλεση 15 κατοίκων «βάσει καταλόγου δοθέντος υπό της ελληνικής χωροφυλακής». Αλλά και στην υπόλοιπη Ελλάδα, η εγκατάσταση των Ταγμάτων Ασφαλείας σε κάποια πόλη συνο-δεύεται συνήθως από ανάλογα μέτρα. Τυπική περίπτωση, η εί¬σοδος του τάγματος του Βρεττάκου στην Καλαμάτα, τον Ιανουάριο του 1944, για την «απελευθέρωση» της πόλης από την «αφόρητον τρομοκρατίαν του ΕΛΑΣ». Η επιχείρηση, που πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια της εκκαθαριστικής επιχείρησης «Κότσυφας» της 117ης μεραρχίας καταδρομών της Βέρμαχτ, κατέληξε σε μαζικές συλλήψεις (142 σύμφωνα με τα γερμανικά αρχεία, 200 κατά το Βρεττάκο), οι περισσότεροι δε από τους ομήρους αυτούς τουφεκίστηκαν ένα μήνα αργότερα, σε αντίποινα για μια επιτυχημένη επίθεση του ΕΛΑΣ σε γερμανική εφοδιοπομπή. Μαζικές συλλήψεις πραγματοποιούνται επίσης τον ίδιο μήνα στη Σπάρτη, το Γύθειο και τα περίχωρά τους, συχνά με βάση τους προπολεμικούς φακέλους των υπηρεσιών ασφαλείας· στο επόμενο διάστημα, κάπου 200 «συνειδητοποιημένοι κομμουνισταί βαρυνόμενοι με σοβαράν εγκληματικήν δράσιν» κλείνονται στις φυλακές κι άλλοι 80 καταδικάζονται σε θάνατο από τα έκτακτα στρατοδικεία. Στην Εύβοια, πάλι, μέσα σε μια μονάχα βδομαδιάτικη εξόρμησή του, τον Απρίλιο του 1944, ο στρατηγός Παπαθανασόπουλος εκτελεί 64 κατοίκους, στέλνει 370 ομήρους σε Αθήνα-Χαϊδάρι και κλείνει στις φυλακές της Χαλκίδας άλλους 565.
Παρόμοιες «μικτές» ελληνογερμανικές εκκαθαριστικές επιχειρήσεις διεξάγονται τον ίδιο μήνα στο μεγαλύτερο μέρος της Πελοποννήσου: Αχαΐα, Λακωνία (επιχείρηση «Κόνδωρ»), Ηλεία («Σκαντζόχοιρος»), Αρκαδία και Μεσσηνία («Ερωδιός»). Ακολουθούν, τον Ιούνιο, ακόμη μεγαλύτερες κοινές εξορμήσεις στον Πάρνωνα και τον Ταΰγετο. Εγχείρημα άκαρπο, διευκρινίζει στα απομνημονεύματά του ο επικεφαλής των ταγματασφαλιτών της Καλαμάτας, «καθ’ όσον ο ΕΛΑΣ είχεν οργανώσει σχεδόν ολόκληρον την ύπαιθρον (Μεσσηνίας και Λακωνίας) από του εργάτου μέχρι του ανωτάτου τιτλούχου, ώστε επληροφορήθη εγκαίρως φαίνεται την όλην προπαρασκευών της επιχειρήσεως ταύτης»· ο ίδιος φροντίζει πάντως να σημειώσει, σε μια φαντασιακή αντιστροφή της υφιστάμενης ιεραρχίας, ότι στη διάρκεια της επιχείρησης «η στάσις των Αρχών κατοχής υπήρξε ειλικρινής και φιλική» απέναντι στη μονάδα του.
Αυτό που οι υπηρεσιακές περιγραφές αποκρύπτουν συνήθως, είναι το ανθρώπινο και υλικό κόστος αυτής της συνεργασίας. Μολονότι απουσιάζει μια συνολική καταγραφή του σε πανελλαδική κλίμακα, οι πηγές δεν αφήνουν επ’ αυτού την παραμικρή αμφιβολία. Γερμανοί και ταγματασφαλίτες καίνε από κοινού σπίτια κι εκτελούν χωρικούς στο Λεβίδι (30.4.44), τον Άγιο Πέτρο και τα Βούρβουρα (23.6.44) της Αρκαδίας, στις Λίμνες (26.5.44), το Γκέρμπεσι (27.5.44), το Χέλι (29.5.44) και τη Φρουσούνα (17-18.7.44) της Αργολίδας, στους Καλλιανούς (8.7.44) της Κορινθίας, στον Αγ. Δημήτριο (6.6.44) και τη Ζούπενα της Λακωνίας (11.6.44), στο Αγρίνιο (14.4.04), τα Καλύβια (30.7.44) και τα Θέρμα (30.7.44) της Αιτωλο¬ακαρνανίας, στους Κουρκουλούς (20.3.44) και το Θεολόγο (4.6 & 17.7.44) της Εύβοιας, για να αναφέρουμε μερικές μόνο περιπτώσεις. Στην περιοχή της Ολυμπίας, πάλι, γερμανοί στρατιώτες με πολιτικά και οπλίτες του πρόσφατα συγκροτημένου εκεί «ευζωνικού τάγματος» οργώνουν επί βδομάδες την ύπαιθρο, σκοτώνοντας κάθε άντρα που συναντούσαν στο διάβα τους. Αλλά και στην Κεφαλονιά, όπου τον Ιούλιο του 1944 τα ένοπλα τμήματα της ΠΟΚ διεξάγουν κοινές εκκαθαριστικές επιχειρήσεις με το γερμανικό στρατό, υπολογίζεται από τρίτες πηγές πως εξοντώθηκαν «220 Εαμίτες, ως επί το πλείστον άοπλοι».
Ανάλογες – αν όχι αγριότερες – σφαγές διαπράττονται και στη Βόρεια Ελλάδα με τη σύμπραξη του Πούλου, του ΕΕΣ, των «παοτζήδων» του Σπυρίδη, των Λεγεωνάριων, των κομιτατζήδων και των υπόλοιπων κατά τόπους Ταγμάτων Ασφαλείας. «Εθνικιστικές ομάδες» του Πούλου και των οπλισμένων ποντιακών χωριών της Κοζάνης συνοδεύουν λ.χ. τον Απρίλιο του 1944 τη βέρμαχτ στις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του Βερμίου, εξολοθρεύοντας εκατοντάδες αμάχους στο Μεσόβουνο, τους Πύργους, το Γραμματικό και τον Άγιο Παύλο. Τον Ιούλιο, το ίδιο ακριβώς σενάριο θα επαναληφθεί στα χωριά της Βόρειας Πίνδου. Το τάγμα του Σούμπερτ, πάλι, θα συμμετάσχει στην σφαγή 146 κατοίκων του Χορτιάτη, οι περισσότεροι απ’ τους οποίους κάηκαν ζωντανοί στο φούρνο του χωριού (2.9.44). Αξίζει τέλος να μνημονευθεί η μαρτυρία του Θρασύβουλου Παπαστρατή για την ειδική μεταχείριση που οι ταγματασφαλίτες της Εύβοιας επιφύλαξαν στην εβραία δασκάλα του χωριού Στρόπωνες: την «παλούκωσαν όπως οι Τούρκοι το Διάκο, αφού την ατίμασαν και τη βασάνιζαν όλη μέρα».
Ειδική αναφορά αξίζει να γίνει στην σύμπραξη των βορειοελλαδιτών «εθνικιστών» με το βουλγαρικό στρατό, που από τον Ιούλιο του 1943 και μετά έχει αναλάβει τη στρατιωτική (αλλά όχι και την πολιτική) διοίκηση της περιοχής μεταξύ Στρυμόνα κι Αξιού, για να δώσει ένα χέρι στην καταστολή του αντάρτικου. Ήδη από το φθινόπωρο του 1943, οι βουλγαρικές υπηρεσίες επισημαίνουν ότι οι ένοπλες ομάδες της ΠΑΟ δεν φαίνονται ιδιαίτερα διατεθειμένες να στραφούν κατά του βουλγαρικού στρατού, καθώς προτιμούν να κρατήσουν τις δυνάμεις τους για την αναμέτρηση με τον ΕΑΑΣ. Μερικούς μήνες αργότερα, το γερμανικό επιτελείο Θεσσαλονίκης θα επισημάνει με χαρά πως όχι μόνο η «η δυστασήα των Βουλγάρων έναντι των αντικομμουνιστών» – δηλ. των ταγματασφαλιτών – «εχαλαρώθη», αλλά και ότι η μεταξύ τους «συνεργασία κατά την καταπολέμησιν των κομμουνιστικών συμμοριών δύναται να χαρακτηρισθή ως ικανοποιητική». Σύμφωνα με άλλες πηγές, η συνεργασία αυτή περιλάμβανε την συγκατοίκηση βουλγαρικών κι «εθνικιστικών» μονάδων σε κωμοπόλεις και χωριά, την ανταλλαγή πληροφοριών για τις κινήσεις του ΕΛΑΣ, ακόμη και κοινές εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στη Βισαλτία, το Κιλκίς, τη Χαλκιδική και το Λαγκαδά. Η αντίφαση αυτής της πρακτικής με το φόβητρο του «βουλγαρικού κίνδυνου», που όλο αυτό το διάστημα εξακολουθεί ν’ αποτελεί τη βασική πολιτικοϊδεολογική αναφορά του βορειοελλαδικού δωσιλογισμού (κι όχι μόνο αυτού), είναι από κάθε άποψη εντυπωσιακή.
Ιδιαίτερα αποκαλυπτική για την ταύτιση των ταγματασφαλιτών με την εν γένει βία του στρατού κατοχής υπήρξε η συμμετοχή των τελευταίων στη «διαλογή» των ομήρων που επρόκειτο να εκτελεστούν, καθώς και οι υποδείξεις τους για το ποια ακριβώς χωριά θα ήταν καλό να καούν κατά τα «μέτρα εξιλασμού». Ανάλογη δραστηριότητα επέδειξε ακόμη κι ο διοικητής του Τάγματος Χανίων, που λόγω τοπικών συνθηκών απέφευγε συνήθως να συνοδεύσει τη Βέρμαχτ σε κοινές εκκαθαριστικές επιχειρήσεις. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι επικεφαλής των ταγμάτων διεκδικούν εκ των υστέρων δάφνες για παρεμβάσεις κι άλλες «κατάλληλες ενέργειες», οι οποίες μείωσαν τον αρχικό αριθμό των ομήρων που προορίζονταν για εκτέλεση· κάποιες άλλες φορές, ωστόσο, είναι η ίδια η ηγεσία τους αυτή που αναλαμβάνει να αυξήσει τον φόρο του αίματος, προβαίνοντας με δική της πρωτοβουλία σε πρόσθετες εκτελέσεις.
Ένα τέταρτο κοινό χαρακτηριστικό όλων των Ταγμάτων Ασφαλείας υπήρξε η παραδειγματική αγριότητα που επέδειξαν στην πράξη, αγριότητα που ξεπερνούσε συχνά κατά πολύ την αντίστοιχη των γερμανών συναγωνιστών τους. Στο μεγάλο μπλόκο της Κοκκινιάς (17.8.44), λ.χ., άνδρες των ευζωνικών ταγμάτων επιχείρησαν να ξανασυλλάβουν κατοίκους που οι Γερμανοί μόλις είχαν αφήσει ελεύθερους, απειλώντας ακόμη και τους αστυνομικούς που τους συνόδευαν μακριά από την πλατεία Οσίας Ξένης. Αποκαλυπτική είναι επίσης η συχνά επαναλαμβανόμενη «κατηγορία» που διατυπώνεται στις αναμνήσεις στελεχών των Ταγμάτων (ή του πολιτικού μηχανισμού τους), σύμφωνα με την οποία οι Γερμανοί δεν επιθυμούσαν στην πραγματικότητα την καταπολέμηση του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ.
Σε αρκετά απ’ αυτά τα κείμενα ξεκαθαρίζεται άλλωστε, χωρίς πολλές περιστροφές, ότι για «την επιβολήν του Νόμου και την εμπέδωσιν της τάξεως» χρειάστηκε η προσφυγή στην «ωμή βία» και η λήψη «σκληρών μετρούν» κατά της μαζικής βάσης του ΕΑΜ. Ακόμη σαφέστερα είναι τα διασωθέντα έγγραφα του αρχείου των ταγματασφαλιτών της Εύβοιας: «προς εξακρίβωσιν των ανηκόντων εις τον εφεδρικόν ΕΛΑΣ, πρέπει να μεταχειρισθώμεν παν μέσον», γράφει χαρακτηριστικά ο διοικητής του Τάγματος Παπαθανασόπουλος, διατάσσοντας τη σύλληψη κάθε νέου 18-35 ετών σε τρία κεφαλοχώρια της περιοχής· «επιβάλλατε το Κράτος του Νόμου, αδιαφορούντες αν τούτο επιβάλλει την λήψιν των σκληροτέρων μέτρων», συμπληρώνει απ’ την πλευρά του ο υποδιοικητής Γερακίνης. Η εθνικόφρων βιβλιογραφία αισθάνεται έτσι συχνά υποχρεωμένη να παραδεχτεί τη διάπραξη ποικίλων «ασχημιών» ή και «κακουργημάτων» από τους ταγματασφαλίτες (αν και κατά κανόνα «δικαιολογημένων», είτε σαν αποτέλεσμα της κοινωνικής προέλευσης κάποιων απ’ αυτούς, είτε σαν αντεκδίκηση προς την «κόκκινη τρομοκρατία»). Ακόμη και μια καθαρά απολογητική αφήγηση, όπως αυτή του βαλτετσιώτη Σαραντόπουλου, δεν μπορεί να παρακάμψει εύκολα δραστηριότητες όπως η διενέργεια αυθαίρετων συλλήψεων και βίαιων ανακρίσεων, οι τρομοκρατικές επιδρομές σε γειτονικά χωριά (με πυροβολισμούς στον αέρα από μεθυσμένους ταγματασφαλίτες) ή μια κάπως περίεργη απόπειρα αξιωματικού των Ταγμάτων «να φλερτάρει», άγνωστο πώς ακριβώς, «με μιαν από τις κρατούμενές» του – απόπειρα η οποία, όπως γράφει, προκάλεσε την αντίδραση των «τρομερά συντηρητικών» ντόπιων συμπολεμιστών του. Αποτέλεσμα όλων αυτών, όπως σημειώνει στο ημερολόγιο του ένας ελληνοαμερικανός πράκτορας του 0.8.δ., ήταν όχι μόνο «ο λαός [να] μισεί τα Τάγματα Ασφαλείας περισσότερο από τους. Γερμανούς», αλλά και η απήχηση του ΕΑΜ να είναι σαφώς ισχυρότερη, ακριβώς στα μέρη εκείνα απ’ όπου είχαν περάσει ταγματασφαλίτες.
Από μια άποψη, βέβαια, αυτή ακριβώς η «πλεονάζουσα» αγριότητα ήταν άρρηκτα δεμένη με όσα συνιστούσαν (για τους κατακτητές) το βασικό προσόν των Ταγμάτων Ασφαλείας: την εντοπιότητα και την, ως εκ τούτου, μεγαλύτερη γνώση ανθρώπων και πραγμάτων. Γι’ αυτό, άλλωστε, η τρομοκρατία που επιβάλλουν οι ταγματασφαλίτες, σε στιγμές «κανονικές», είναι απείρως πιο καθολική από αυτή των Γερμανοϊταλών. Εκτός από συλλήψεις και φονικά, η παρουσία τους συνεπάγεται την πλήρη αποδιάρθρωση όλων εκείνων των δημιουργικών κοινωνικών πρακτικών που συνόδευσαν την ανάπτυξη του ΕΑΜ και αποτέλεσαν, όπως θα δούμε και παρακάτω, ένα νεωτερισμό, ανεπίτρεπτο για το σκοταδιστικό περιβάλλον μέσα στο οποίο αναπτύχθηκε ο ένοπλος δωσιλογισμός. Αμέσως μετά την είσοδο των «ευζώνων» στον Πύργο, σημειώνει λ.χ. στις αναμνήσεις του ένα μέλος του τοπικού θεατρικού ομίλου, οι αρχές «διέλυσαν τους συλλόγους» της πόλης και «σταμάτησε κάθε πολιτιστική κίνηση. […] Η ζωή γενικά έγινε πλέον πολύ δύσκολη, τα πάντα νεκρώθηκαν. Αρχίζει μια νέα Κατοχή, χειρότερη από τη Γερμανική». Ιδιαζόντως διαφωτιστικό, γι’ αυτά τα χαρακτηριστικά του σώματος, είναι και το επανειλημμένο κάψιμο ιδιωτικών βιβλιοθηκών από τους ταγματασφαλίτες της Εύβοιας.
Πηγη:http://leninreloaded.blogspot.gr/2012/08/1.html
236

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Γράψτε μια απάντηση