ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

Ένα δριμύ «κατηγορώ» κατά του ρατσισμού, της ξενοφοβίας και της δεισιδαιμονίας είναι «Η Τελευταία μαύρη γάτα». Πρόκειται για το εκατοστό μυθιστόρημα του «ποιητή παραμυθιών» Ευγένιου Τριβιζά, που συνδυάζει το λυρισμό με το χιούμορ, τη συγκίνηση με το μυστήριο, την απόγνωση με την ελπίδα.

Είναι «ένας υποβλητικός μύθος που διερευνά την κάθοδο ενός έθνους στα βάθη του δολοφονικού φανατισμού», όπως έγραφε η Elaine Williams στο Times Educational Supplement. Για τον Boyd Tonkin του βρετανικού Independent, «η δυναμική του ρατσισμού και το ηθικό καθήκον της αντίστασης εναντίον του σπάνια έχουν αποδοθεί με τόσο ελκυστικό τρόπο».

«Με λένε Ναμάντου. Μη με ρωτήσετε κι εσείς από πού βγαίνει, δεν ξέρω και δεν καταλαβαίνω αν μπήκε από κάπου για να βγει. Ηρθαμε στην Ελλάδα για λίγο και ακόμα δεν έχει περάσει αυτό το “λίγο”. Θα μου πει η μαμά όταν περάσει». Ετσι ξεκινάει ο μικρός Ναμάντου τη διήγησή του στο παραμύθι της Δήμητρας Νικηφορίδου «Ο μικρός Ναμάντου διηγείται» το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Οσελότος». Ενα παραμύθι που βλέπει με τα μάτια ενός παιδιού τη ζωή των μεγάλων. Ενα βιβλίο που αγγίζει με ιδιαίτερη ευαισθησία την καθημερινότητα των ανθρώπων που αναζητούν στη χώρα μας μια καλύτερη μοίρα.

Ο Ναμάντου της πρωτοεμφανιζόμενης στη συγγραφική δραστηριότητα Δήμητρας Νικηφορίδου, μεταφέρει με πολύ συναίσθημα αλλά και με την καθαρότητα της παιδικής σκέψης, αυτά που ζει στην Ελλάδα  – και που ζουν κι άλλα παιδάκια που έχουν έρθει από μακριά.

Το παραμύθι του Ναμάντου απηχεί κοινωνικές ευαισθησίες που καλούνται να αναπτύξουν τα παιδιά, ειδικά αυτή την ιδιαίτερα φορτισμένη περίοδο στην Ελλάδα και αντανακλά τις ανησυχίες για τις ανθρώπινες αξίες που μοιάζουν σιγά σιγά χάνουν τη μάχη απέναντι στον ρατσισμό.

Τα παιδιά άλλωστε ξέρουν καλύτερα να λένε τις ιστορίες. Ακόμη και αυτές των μεγάλων…

* To παραμύθι «Ο μικρός Ναμάντου διηγείται» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Οσελότος στην τιμή των 8 ευρώ.

Πηγη:tanea.gr

Το δράμα της τραγουδίστριας που επέζησε του Ολοκαυτώματος, αλλά κατηγορήθηκε ως συνεργάτιδα της Γκεστάπο, ζωντανεύει στο «Βιέρα Γκραν»

Η Πολωνίδα Εντίθ Πιαφ, ο πιανίστας και ο πόλεμος

«Η ζωή κοστίζει ακριβά. Η επιβίωση, επίσης». Το αποδεικνύει περίτρανα το δράμα της Βιέρα Γκραν, της Πολωνής τραγουδίστριας στο γκέτο της Βαρσοβίας, η οποία επέζησε του Ολοκαυτώματος, αλλά μέχρι το τέλος της ζωής της προσπαθούσε να πείσει ότι δεν ήταν συνεργάτιδα της Γκεστάπο. Την κατηγορία της προδοσίας, που της θύμιζαν σε κάθε ευκαιρία οι εβραϊκές οργανώσεις, παρά τη δικαστική αθώωση, δεν κατάφερε ποτέ να σβήσει, μέχρι το 2007, οπότε πέθανε ημίτρελη στο Παρίσι.


Ο καθένας αποχαιρέτησε την ζωή με τον δικό του τρόπο. Μερικοί προσευχήθηκαν, άλλοι μέθυσαν και άλλοι βυθίστηκαν για τελευταία φορά σ’ ένα ακατανόμαστο πάθος. Αλλά οι μητέρες ξενύχτησαν για να ετοιμάσουν φαγητό για το ταξίδι, για να πλύνουν τα παιδιά και να φροντίσουν τις αποσκευές και την άλλη μέρα το πρωί άπλωσαν στα συρματοπλέγματα τα ρούχα των παιδιών να στεγνώσουν, δεν ξέχασαν τις φασκιές, τα παιγνίδια, τα μαξιλάρια και τα χιλιάδες μικροπράγματα που χρειάζονται πάντα τα παιδιά. Κι εσείς δεν θα κάνατε το ίδιο; Ακόμα κι αν ξέρατε ότι αύριο θα σας σκοτώσουν μαζί με το παιδί σας, σήμερα δεν θα του δίνατε να φάει; (σελ. 16-17)

Και εδώ μας χτύπησαν για πρώτη φορά: κάτι τόσο απροσδόκητο και παράλογο που δεν νοιώσαμε πόνο, ούτε στην ψυχή ούτε στο σώμα. Μόνο βαθιά έκπληξη: πως γίνεται να χτυπάς κάποιον χωρίς να είσαι θυμωμένος; (σελ. 18)

Τότε, για πρώτη φορά, συνειδητοποιήσαμε ότι η γλώσσα μας δεν έχει λέξεις για να εκφράσει αυτή την ύβρι, την εκμηδένιση του ανθρώπου. Σαν προικισμένοι με την ενορατική ικανότητα των προφητών είδαμε την πραγματικότητα: είμασταν στον πάτο. (σελ. 30)

… γιατί σε πέντε λεπτά θα αρχίσει η διανομή του ψωμιού-pane-brot-broit-chleb-pain-lechem-kenyer, της ιερής γκρίζας μάζας που φαντάζει τόσο τεράστια στα χέρια των άλλων και τόσο μικρή, που σού ‘ρχεται να κλάψεις, όταν είναι στα δικά σου. (σελ. 45)

Και δεν θα πίστευε στα λόγια μου, και εγώ θα της έδειχνα το νούμερο στο μπράτσο μου, και τότε θα με πίστευε. (σελ. 52)

Στο Ka-Be, παρένθεση σχετικής ηρεμίας, αντιληφθήκαμε ότι η ανθρώπινη υπόσταση είναι εύθραυστη, ότι αυτή κινδυνεύει περισσότερο από την ζωή. Και οι αρχαίοι σοφοί αντί να μας νουθετήσουν «να θυμάσαι ότι θα πεθάνεις» θα ήταν καλύτερο να μας υπενθύμιζαν ότι αυτός είναι ο πιο σοβαρός κίνδυνος. Εάν μέσα απ’ τα στρατόπεδα θα μπορούσε να δραπετεύσει ένα μήνυμα και να φτάσει στους ελεύθερους ανθρώπους θα ήταναυτό: Προσπαθήστε να μην υποστείτε στο σπίτι σας αυτό που έχει επιβληθεί σε εμάς εδώ. (σελ. 65)

Ταξιδέψαμε ως εδώ μέσα σε σφραγισμένα βαγόνια, είδαμε τις γυναίκες και τα παιδιά μας να τους καταπίνει το σκοτάδι, σκλάβοι πηγαινοερχόμαστε χιλιάδες φορές στην βουβή δουλειά, νεκροί στην ψυχή πριν τον ανώνυμο θάνατο. Δεν θα ξαναγυρίσουμε. Κανείς δεν πρέπει να βγει από δω, κανείς που θα μπορούσε να φέρει στον κόσμο μαζί με το χαραγμένο στην σάρκα του νούμερο τη δυσοίωνη είδηση του τι κατάφερε να κάνει άνθρωπος στον άνθρωπο στο Άουσβιτς. (σελ. 66)

Σήμερα, για πρώτη φορά ο ήλιος ανέτειλε ζωηρός και λαμπερός πάνω από τον λασπωμένο ορίζοντα. Είναι ένας ήλιος πολωνικός, λευκός, κρύος και μακρινός, ζεσταίνει μόνο την επιδερμίδα, αλλά όταν ελευθερώθηκε από την καταχνιά ένα μουρμουρητό απλώθηκε στο άχρωμο πλήθος, και όταν κι εγώ ο ίδιος ένιωσα τη θέρμη του κάτω από τα ρούχα κατάλαβα, πόσο μπορεί κανείς να λατρέψει τον ήλιο. (σελ. 85)

Από εκέινη την ημέρα σκέφτηκα πολλές φορές και με πολλούς τρόπους τον Ντόκτορ Πάνβιτς. Αναρωτήθηκα ποια να ήταν η ψυχοσύνθεσή του και πως γέμιζε τον χρόνο του, έξω από τον Πολυμερισμό και την ινδοευρωπαϊκή του συνείδηση, και ποιο πολύ όταν έγινα ξανά ελεύθερος άνθρωπος, επιθυμούσα να τον ξαναδώ, όχι από εκδίκηση, αλλά μόνο για να ικανοποιήσω μια ανθρώπινη περιέργειά μου.
Γιατί εκείνο το βλέμμα δεν ανταλλάχτηκε ανάμεσα σε δυο ανθρώπους, εάν μπορούσα να εξηγήσω σε βάθος τη φύση αυτού του βλέμματος, που αντάλλαξαν σαν μέσα απ’ το γυάλινο χώρισμα ενός ενυδρείου δυο υπάρξεις που κατοικούν σε διαφορετικούς κόσμους, θα μπορούσα ίσως να εξηγήσω την ουσία της παραφροσύνης του Γ’ Ράιχ. (σελ. 128)

Για τους ελεύθερους ανθρώπους κάθε μονάδα χρόνου έχει μια αξία, η οποία γίνεται σπουδαιότερη όταν ο εσωτερικός πλούτος του ανθρώπου είναι μεγάλος, αλλά για μας, οι ώρες, οι μέρες, οι μήνες κυλούσαν από το μέλλον στο παρελθόν πολύ αργά, σαν σε νάρκη, σαν μια άχρηστη, άθλια ουσία, από την οποία αμέσως έπρεπε να απαλλαγούμε. Τελείωσε ο χρόνος στη διάρκεια του οποίου οι μέρες διαδέχονταν η μια την άλλη, ζωηρές, πολύτιμες και μοναδικές, το μέλλον έστεκε μπροστά μας γκρίζο, αξεδιάλυτο, σαν ένα εμπόδιο ακατανίκητο. Για μας η ιστορία είχε σταματήσει. (σελ. 143)

Εάν τα στρατόπεδα εξακολουθούσαν να υπάρχουν για περισσότερο χρόνο, μια καινούργια άγρια γλώσσα θα είχε γεννηθεί, για τον λόγο αυτό αισθανόμαστε την ανάγκη να εξηγήσουμε τι είναι η δουλειά μιας ολόκληρης μέρας έξω στον αέρα, υπό το μηδέν, φορώντας μόνο πάνινα εσώρουχα, πουκάμισο, ζακέτα και παντελόνι πάνινα, ενώ το σώμα μας το εξουσιάζει η πείνα, η αδυναμία και η αίσθηση του θανάτου που έρχεται. (σελ. 151)

Ο Κουν είναι παράλογος. Δεν βλέπει στη διπλανή κουκέτα τον Μπέπο, τον Έλληνα που είναι εικοσιδύο χρόνων και μεθαύριο θα πάει στον θάλαμο των αερίων και το ξέρει και μένει ξαπλωμένος με το βλέμμα καρφωμένο στην λάμπα χωρίς να λέει τίποτα, χωρίς να σκέφτεται τίποτα; Δεν ξέρει ο Κουν ότι την επόμενη φορά θα είναι η σειρά του; Δεν καταλαβαίνει ότι αυτό που συνέβη σήμερα είναι μια Ύβρις που καμιά προσευχή δεν μπορεί να την εξευμενίσει, καμιά συγχώρεση, καμιά εξιλέωση των ενόχων, τίποτα απ’ όσα είναι στη δύναμη του ανθρώπου δεν μπορούν να την επανορθώσουν.
Εάν ήμουν Θεός, θα έφτυνα στη γη την προσευχή του Κουν. (σελ. 158)

… Αυτή η χρονιά πέρασε γρήγορα. Σαν τώρα, πέρυσι, ήμουν ελεύθερος: εκτός νόμου, αλλά ελεύθερος, είχα όνομα, οικογένεια, ανήσυχο και άπληστο πνεύμα, ήμουν υγιής και ζωηρός. Σκεφτόμουν πολλά πράγματα, μακρινά: τη δουλειά μου, το τέλος του πολέμου, το καλό και το κακό, την φύση των πραγμάτων και τους νόμους που κατευθύνουν την ανθρώπινη συμπεριφορά, σκεφτόμουν τα βουνά, το τραγούδι, τον έρωτα, τη μουσική, την ποίηση. (σελ. 173)

Ο άντρας που σήμερα θα πεθάνει μπροστά μας βοήθησε με κάποιο τρόπο στην εξέγερση. Λέγεται ότι είχε σχέσεις με του εξεγερμένους του Μπίρκεναου, ότι έφερε όπλα στο στρατόπεδο μας και ότι υποκινούσε μια ταυτόχρονη ανταρσία ανάμεσά μας. Σήμερα θα πεθάνει μπροστά στα μάτια μας, ίσως οι Γερμανοί δεν θα καταλάβουν ότι ο μοναχικός θάνατος, ο ανθρώπινος θάνατος που του δόθηκε, θα του χαρίσει δόξα και όχι ντροπή. (σελ. 180)

Να εκμηδενίσεις τον άνθρωπο είναι δύσκολο, όσο και να τον δημιουργήσεις: δεν ήταν απλό, πήρε χρόνο, αλλά τα καταφέρατε, Γερμανοί. Είμαστε υπάκουοι κάτω από το βλέμμα σας, δεν έχετε να φοβηθείτε τίποτα από μας: καμιά πράξη αντίστασης, καμιά λέξη πρόκλησης, κανένα κριτικό βλέμμα. (σελ. 181)

26 Ιανουαρίου 1945: Ο κόσμος μας ήταν ένας κόσμος νεκρών και φαντασμάτων. Το τελευταίο ίχνος πολιτισμού έσβησε μέσα μας και γύρω μας. Το έργο της αποκτήνωσης που άρχισαν οι θριαμβευτές Γερμανοί, το ολοκλήρωσαν οι ηττημένοι Γερμανοί. (σελ. 206)

Πηγη:http://selideslogotexnias.blogspot.gr/2009/11/blog-post_16.html

«Tα παιδιά είναι περίεργα. Kάνουν πολλές ερωτήσεις και περιμένουν συγκεκριμένες και πειστικές απαντήσεις. Δεν μπορεί κανείς να ξεφύγει από τις ερωτήσεις ενός παιδιού. H κόρη μου μου έκανε ερωτήσεις για το ρατσισμό, όταν με συνόδεψε σε μια διαδήλωση εναντίον ενός νομοσχεδίου για τη μετανάστευση. Tα παιδιά έχουν περισσότερο απ’ οποιονδήποτε άλλο τη δυνατότητα να καταλάβουν ότι δε γεννιέται κάποιος ρατσιστής, αλλά γίνεται. Mερικές φορές. Tούτο το βιβλίο, που προσπαθεί ν’ απαντήσει στις ερωτήσεις της κόρης μου, απευθύνεται στα παιδιά, που δεν έχουν ακόμα προκαταλήψεις και θέλουν να καταλάβουν. Όσο για τους μεγάλους που θα το διαβάσουν, ελπίζω ότι θα τους βοηθήσει να απαντήσουν στις ερωτήσεις των δικών τους παιδιών, οι οποίες μπορεί να είναι περισσότερο ενοχλητικές απ’ ό,τι πιστεύει κανείς» γράφει ο Ταχάρ Μπεν Ζελούν στο βιβλίο «O ρατσισμός όπως τον εξήγησα στην κόρη μου»

H ELEANOR BURKE LEACOCK ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΕΝΓΚΕΛΣ «ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΤΗΣ ΑΤΟΜΙΚΗΣ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ».
Το ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ δημοσιεύει σήμερα ένα εκπληκτικό άρθρο για το βιβλίο του ΦΡ. ΕΝΓΚΕΛΣ που έγραψε η ELEANOR BURKE LEACOCK «Καταγωγή της Οικογένειας της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους». Η Ε.Β. L . ήταν καθηγήτρια της Κοινωνικής Ανθρωπολογίας στο Πολυτεχνικό Ινστιτούτο του Μπρούκλιν, και έπειτα στο Σίτυ Κόλετζ στη Νέα Υόρκη (» The City College , The University of New York «). ¨ηταν γνωστή όχι μόνο σαν επιστήμων, ειδικά για τις εθνογραφικές έρευνές της στους Ινδιάνους της Βόρειας Αμερικής, αλλά και σαν δραστήρια συνδικαλίστρια για την υπόθεση των Μαύρων της Αμερικής και των γυναικών. Ηταν από τους ανθρωπολόγους εκείνους που άρχισαν να συνδυάζουν την επιτόπια έρευνα με τη μελέτη των ιστορικών δεδομένων, θεωρώντας έτσι πώς η πραγματικότητα μιας κοινωνίας δεν είναι άμοιρη της ιστορικής εξέλιξης, θέση τελείως αντίθετη με την αντίληψη της κλασικής (τότε) ανθρωπολογικής σχολής, που σήμερα αναγνωρίζεται από την πλειονότητα των μελετητών και επιστημόνων.
Στην «Καταγωγή της Οικογένειας της Ατομικής Ιδιοκτησίας και του Κράτους» ο Ενγκελς περιγράφει τις διαδοχικές κοινωνικές και οικονομικές μορφές που αποτέλεσαν το θεμέλιο της ανθρωπότητας στα πρώτα χρόνια της ιστορίας της, καθώς ο άνθρωπος γινόταν σιγά – σιγά κύριος των μέσων συντήρησής του. Το βιβλίο γράφτηκε μετά το θάνατο του Μάρξ, και περιέχει στοιχεία από σημειώσεις του Μάρξ και του Ενγκελς. Βασίζεται στο βιβλίο «Η Αρχαία Κοινωνία» (Αnciet Society ) του ανθρωπολόγου Lewis Henry Morgan που δημοσιεύτηκε στα 1877. (σσ. Η «Αρχαία Κοινωνία» δυστιχώς δεν έχει μεταφραστεί στα Ελληνικά. Αντίθετα, κυκλοφορεί στις εκδόσεις Αναγνωστίδη η «Πρωτόγονη Κοινωνία» του Jacques De Morgan , που ο τίτλος της στα γαλλικά είναι «L ΄ Humanite Prehistorique «, δηλαδή «Η Προϊστορική Ανθρωπότητα», που εκδόθηκε στη δεκαετία 1920 στη σειρά «L ΄ evolution de l ΄ Humanite «. Η «Αρχαία Κοινωνία» υπάρχει σήμερα στα αγγλικά με μια εκτενέστατη εισαγωγή του ανθρωπολόγου Leslie A . White (Harvard University Pres , Cambridge , Massachussets , 1964). Στα γαλλικά κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Anthropos (1971) με παρουσίαση και εισαγωγή των Raoul και Laura Makarius ). Οπως γράφει ο Ενγκελς το 1884 «…με τον δικό του τρόπο… ανακάλυψε ξανά στην Αμερική την υλιστική έννοια της ιστορίας, που είχε ανακαλυφτεί από τον Μάρξ σαράντα χρόνια πρίν». Ο Μάρξ και ο Ενγκελς συνέβαλαν ώστε να επισημανθούν οι θεωρητικές συνέπειες του έργου του Μόργκαν, και μάλιστα εκείνες που απορρέουν από την εμφάνιση των τάξεων και του κράτους. Παρ΄ όλο που το βιβλίο του Ενγκελς γράφτηκε πολύ πριν συγκεντρωθεί το πιό μεγάλο μέρος του υλικού που διαθέτουμε σήμερα γύρω από τις πρωτόγονες και τις πρώτες αστικές κοινωνίες, τα βασικά του στοιχεία για μια σκιαγράφηση της ιστορίας, ισχύουν μέχρι σήμερα. Πολλά από τα προβλήματα που θίγονται στο έργο του Μόργκαν και του Ενγκελς αποτελούν ακόμα θέματα ζωηρής συζήτησης μεταξύ των ανθρωπολόγων, ενώ οι θεωρητικές συνέπειες των ζητημάτων αυτών εξακολουθούν ν΄ απασχολούν τους σύγχρονους Μαρξιστές.

Δημοσιεύθηκε: Α΄ μέρος, στο περιοδικό Πολίτες, αρ. 35, 36, 37 (2012).
Β΄ μέρος, στο περιοδικό The BooksJournal, αρ. 20, Ιούνιος 2012]
Για το βιβλίο της Ε. Γλύκατζη-Αρβελέρ
Γιατί το Βυζάντιο
Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, 2009.

Το βιβλίο της βυζαντινολόγου κυρίας Ελένης Αρβελέρ Γιατί το Βυζάντιο είναι, όπως γράφει η ίδια, «ένα κείμενο χωρίς επιστημονικές απαιτήσεις» και «απευθύνεται σε όσους από τους Νεοέλληνες ταλανίζονται με το πρόβλημα της ελληνικής ιστορικής συνέχειας» και σκοπό έχει να αναδείξει την ελληνικότητα, τα «επιτεύγματα» και το «πολιτιστικό μεγαλείο» του «ένδοξου βυζαντινισμού» (σ. 9-11), τα οποία, κατά τη γνώμη της, έχουν παραγνωρισθεί από Έλληνες και ξένους (σ. 97, 255). Δηλαδή από την αρχή η συγγραφέας είναι σαφής και ειλικρινής, διευκρινίζει ότι οι στόχοι του βιβλίου είναι κυρίως ιδεολογικοί, οπότε και το επιλεγμένο υλικό και η διαχείρισή του εξυπηρετούν τους στόχους αυτούς. Στο παρόν θα εξετάσουμε κριτικά μόνο αυτές τις ομολογημένες ιδεολογικές θέσεις του βιβλίου, όπως τις εκθέτει ρητώς η συγγραφέας.

Δύσκολο να μιλήσεις σε παιδιά προσχολικής ή πρωτοσχολικής ηλικίας για τα γεγονότα του Πολυτεχνείου. Ίσως γι’ αυτό, μέσα στα τριάντα πέντε χρόνια που έχουν κυλήσει από τότε, τα βιβλία που έχουν γραφτεί με αυτό το θέμα δεν ξεπερνάνε τα τρία. Κι αυτό αποτελεί οπωσδήποτε ένα κενό στην παιδική μας λογοτεχνία. Η Κατερίνα Μουρίκη στο βιβλίο της «Λίγα γαρίφαλα για το Πολυτεχνείο» δίνει στα παιδιά την ευκαιρία να μάθουν απλά και κατανοητά την αξία της εξέγερσης του Πολυτεχνείου. Μέσα από τις μεστές ατάκες παππού και τις παιδιάστικες ερμηνείες του δεύτερου περνούν έννοιες όπως «Ελευθερία», «Δημοκρατία», «χούντα», «Λαϊκός ξεσηκωμός».

Η σοφία και οι μνήμες του παππού Περικλή ανταμώνουν με την παιδική αφέλεια του Αλέξανδρου που κάνει συνειρμούς και συσχετίζει όσα βλέπει και ακούει με την προσωπική του καθημερινότητα. Παιδικές σκέψεις που παρότι προκαλούν γέλιο κρύβουν μικρές και μεγάλες αλήθειες της ζωής μας.
Η δυναμική εικονογράφηση του Νίκου Χριστοφοράκη συμπληρώνει εικαστικά το κείμενο δημιουργώντας κατάλληλη ατμόσφαιρα στους μικρούς αναγνώστες.

Ένα καλογραμμένο βιβλίο άξιο να διαβαστεί από κάθε παιδί.

Υπάρχουν κομβικά σημεία στην ιστορία της ανθρωπότητας, καμπές που αλλάζουν άρδην τον ρου της ιστορίας, όρια πέρα από τα οποία δεν υπάρχει επιστροφή. Το Άουσβιτς, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης εν γένει, η Τελική Λύση, όπως βαφτίστηκε ο αποτρόπαιος εφιάλτης στη φρικαλέα σύναξη στη Βανζέε, είναι ένας τέτοιος κόμβος. Μετά το Άουσβιτς, τίποτα δεν είναι όπως πριν. Μετά το Άουσβιτς δεν μπορούμε καν να γράφουμε ποίηση, διατεινόταν ο Τέοντορ Αντόρνο. Μετά το Άουσβιτς, ο ήδη ηττημένος παραδοσιακός ουμανισμός κονιορτοποιήθηκε διά παντός. Μετά το Άουσβιτς, θαρρείς για να αντιστραφεί η οραματική προοπτική του Λέοντα Τρότσκι, η απειλή είναι διαρκής, ο εφιάλτης είναι διαρκής, καθετί ολέθριο είναι διαρκές.
Ο Στέφανος Ροζάνης στον παρόντα, εξαιρετικά κομψό τόμο, εξετάζει τις πολιτισμικές, κυρίως, επιπτώσεις του Άουσβιτς, οι οποίες, βεβαίως, είναι ύψιστα πολιτικές. Όταν δεν μπορεί πλέον να υπάρξει καν Ποίηση, όταν όλες οι αξίες μέσω των οποίων συγκροτείται η κοινότητα και η συνύπαρξη καταρρέουν και θρυμματίζονται, όταν ο ίδιος ο θάνατος γίνεται αδιανόητος, τότε ο άνθρωπος μένει ανερμάτιστος, γίνεται (τείνει να γίνει, τέλος πάντων) κάτι κατώτερο και από το ζώο, γίνεται ένα απλό πράγμα, ένα ευτελές άθυρμα στα χέρια των «ειδικών χωρίς πνεύμα και των ηδονοθήρων χωρίς καρδιά», καθώς έλεγε ο Μαξ Βέμπερ. Και τότε, το ζήτημα είναι κατεξοχήν πολιτικό. Μονάχα που, σε ένα τέτοιο πλαίσιο, ακόμη και η έννοια του πολιτικού έχει καταστεί προβληματική.
Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης ήταν ένα τρομερά και τρομακτικά οργανωμένο σχέδιο εξόντωσης του ανθρώπου που γεννήθηκε, με πολλές ωδίνες και οδύνες, με πολλά ξεσπάσματα και πολλούς ξεσηκωμούς, με πολλούς μόχθους και πολλούς κινδύνους, στην Ελλάδα της πόλεως και της Αγοράς, στις ιταλικές δημοκρατίες, και στη Δυτική Ευρώπη του Ρομαντισμού, του Χέγκελ, του Φόιερμπαχ, του Μαρξ, των εξπρεσιονιστών, των υπερρεαλιστών, και όσων θέλησαν και μπόρεσαν να είναι οι επίγονοί τους. Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης σκοπούσαν, και εν πολλοίς κατόρθωσαν, να συντρίψουν τα (πάντα ατελή, μα υπέροχα!) προγράμματα και προτάγματα της διαρκούς, αλλά πάντα υπεύθυνης, ελευθερίας, της αυτονομίας, της πραγμάτωσης του ενός μέσα από την πραγμάτωση του άλλου, της αναγνώρισης μιας αυτοσυνείδησης από μιαν άλλη αυτοσυνείδηση, της διαλεκτικής που οδηγεί από το ονειροφόρο εγώ στο εξίσου ονειροφόρο εμείς, της διαδικασίας που, σύμφωνα με τον Βάλτερ Μπένγιαμιν, κάνει την Πράξη να είναι Αδελφή του Ονείρου.

Τον κοίταζα καθώς πλησίαζε να καθίσει στο τραπέζι μου, στην καφετέρια του διαστημικού σταθμού. Τα μαλλιά του ήταν φλογάτα, αλλά το πρόσωπό του ήταν ακόμη πιο κόκκινο. Ποτέ μου δεν είχα ξαναδεί τόση θλίψη αποτυπωμένη σε ανθρώπινα μάτια. Και δεν ήταν κάποιος καινούριος πόνος, αλλά κάτι παλιό και δυνατό, βαθιά θαμμένο μέσα του.

«Καλησπέρα», τον χαιρέτησα με χαμόγελο.

Ανασήκωσε το βλέμμα του, έβγαλε το κράνος του και έτριψε το ιδρωμένο πρόσωπό του κάνοντάς το να πάρει ένα ακόμη πιο κόκκινο χρώμα.

«Καλησπέρα» επανέλαβα, δίχως χαμόγελο τούτη τη φορά.

«Μπύρα!» γρύλισε στο μικροσκοπικό αφροδισιανό σερβιτόρο που τον πλησίασε. «Γήινη μπύρα. Αμερικάνικη μπίρα – κατάλαβες;» Ο σερβιτόρος κούνησε θυμωμένα τις κεραίες του κι έκανε χειρονομίες που σήμαιναν «χρησιμοποίησε τα Κοινά Σινιάλα Συνεννόησης εξυπνάκια».

Ο μελαγχολικός κοκκινομάλλης και κοκκινομούρης συμμορφώθηκε, ανασηκώνοντας καρτερικά τους ώμους του. Καθόταν εκεί σιωπηλός σαν τάφος, μέχρι που έφτασε η μπύρα του και ο σερβιτόρος απομακρύνθηκε. Ύστερα ρούφηξε θορυβώδικα μια γερή γουλιά και ρεύτηκε με ακόμη πιο ηχηρό τρόπο. «Μπάτσος;» ρώτησε λακωνικά, κοιτάζοντας με.

«Όχι».