Ο Χάουαρντ Ζιν, ο κορυφαίος αμερικανός διανοούμενος, ο οποίος από πολύ νέος ανέπτυξε έντονο πολιτικό ακτιβισμό, αποτελεί μοναδικό παράδειγμα για το πώς οι ιδέες γίνονται πράξη, πώς το ατομικό γίνεται συλλογικό.
Πρωτοστάτης του αντιπολεμικού κινήματος, υπερασπιστής των δικαιωμάτων των μαύρων, πιστός σε έναν δημοκρατικό σοσιαλισμό, πήρε μέρος σε διαδηλώσεις εναντίον του πολέμου του Βιετνάμ, έδωσε πύρινες ομιλίες, βρέθηκε πολλές φορές αντιμέτωπος με το νόμο και την εξουσία, μέχρι και που φυλακίστηκε για τη δράση του.
Ενα χρόνο μετά το θάνατο του αριστερού ιστορικού και συγγραφέα (28/1/2010), κυκλοφορεί αύριο πρώτη φορά στα ελληνικά από τις εκδόσεις «Αιώρα» η αυτοβιογραφία του (μετάφραση: Νίκος Σταμπάκης) που καλύπτει την περίοδο 1956-1992 και ρίχνει φως στις ιδέες και την μακρόχρονη πορεία του.
Γιος εβραίων μεταναστών, από μικρός δούλεψε στα ναυπηγεία όπου ανέπτυξε συνδικαλιστική δράση, πήρε μέρος σε αεροπορικές επιδρομές κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο θέτοντας στη συνέχεια στον εαυτό του βασανιστικά ερωτήματα, ξεκίνησε την ακαδημαϊκή του καριέρα από ένα «μαύρο κολέγιο» της Τζόρτζια, τάραξε την αμερικανική κοινή γνώμη γράφοντας την ανατρεπτική «Ιστορία του λαού των ΗΠΑ».
Μέχρι τέλους διατηρούσε την πεποίθηση: «Οι μικρές πράξεις αντίστασης στην εξουσία, αν δεν το βάζεις κάτω, μπορεί να οδηγήσουν σε μεγάλα κοινωνικά κινήματα. Συνηθισμένοι άνθρωποι είναι ικανοί για ασυνήθιστες πράξεις θάρρους». Ετσι αιτιολογείται και ο υπότιτλος της αυτοβιογραφίας, αποσπάσματα της οποίας προδημοσιεύουμε σήμερα: «Δεν μπορείς να μένεις ουδέτερος σε ένα τρένο που κινείται».
Η ΓΕΛΟΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΡΑΤΣΙΣΜΟΥ
«Ηταν σάμπως να υπήρχε μια άγραφη, ανείπωτη συμφωνία ανάμεσα στη λευκή δομή εξουσίας της Ατλάντα και τις διευθύνουσες αρχές των κολεγίων της μαύρης κοινότητας: Εμείς οι λευκοί θ’ αφήσουμε εσάς του έγχρωμους να έχετε το κολεγιάκι σας. Μπορείτε να εκπαιδεύετε τα έγχρωμα κορίτσια σας για να υπηρετούν την κοινότητα των νέγρων, να γίνονται δασκάλες και κοινωνικές λειτουργοί, ίσως ακόμη και γιατροί και δικηγόροι. Δεν θα σας πειράξουμε. Μπορείτε ακόμη και να έχετε κάποιους λευκούς στο προσωπικό σας. Τα Χριστούγεννα, κάποιοι από μας τους λευκούς μπορεί να έρθουμε στο Σπέλμαν και ν’ ακούσουμε την περίφημη χορωδία του. Ως αντάλλαγμα, εσείς δεν θ’ ανακατεύεστε με τον δικό μας τρόπο ζωής.
Επικυρώνοντας και συμβολικά αυτή τη συμφωνία, ο χώρος του κολεγίου περιβαλλόταν από έναν πέτρινο τοίχο ύψους τριάμισι μέτρων, που σε κάποια σημεία έδινε τη θέση του σε αγκαθωτό συρματόπλεγμα.
(…) Ημουν ήδη ένα εξάμηνο στο Σπέλμαν, όταν, τον Ιανουάριο του 1947, οι φοιτήτριές μου κι εγώ είχαμε μια μικρή αντιπαράθεση με το νομοθετικό σώμα της Τζόρτζια. Είχαμε αποφασίσει να παρακολουθήσουμε μια συνεδρία του. Ο σκοπός μας ήταν απλώς να δούμε τους νομοθέτες να κάνουν τη δουλειά τους. Οταν όμως φτάσαμε, είδαμε κάτι που έπρεπε να περιμένουμε: ότι υπήρχε ένας μικρός χώρος στο πλάι της αίθουσας με την ένδειξη: «έγχρωμοι». Οι φοιτήτριες το συζήτησαν για λίγο κι αποφάσισαν ν’ αγνοήσουν τα σήματα και να καθίσουν στον κεντρικό χώρο, που ήταν λίγο-πολύ άδειος. Μόλις η ομάδα μας, περίπου 30 άτομα, κάθισε στις θέσεις, ξέσπασε πανικός. Το νομοσχέδιο περί αλιείας λησμονήθηκε. Ο πρόεδρος του Σώματος έμοιαζε να είχε πάθει κρίση αποπληξίας. Ορμησε στο μικρόφωνο και φώναξε, «Αραπίνες, πηγαίνετε στο χώρο σας! Στην Πολιτεία της Τζόρτζια έχουμε διαχωρισμό».
Τα μέλη του νομοθετικού σώματος είχαν τώρα σηκωθεί όρθια και μας φώναζαν, αντηχώντας αλλόκοτα στη μεγάλη, θολωτή αίθουσα. Η αστυνομία δεν άργησε να φανεί και να προχωρήσει απειλητικά προς το μέρος μας. Και πάλι το συζητήσαμε, ενώ η ένταση στην αίθουσα αυξανόταν. Αποφασίσαμε να βγούμε στον προθάλαμο κι έπειτα να ξαναμπούμε και να καθίσουμε στο χώρο για τους «έγχρωμους», εμού συμπεριλαμβανομένου.
Αυτό που ακολούθησε ήταν μια από εκείνες τις παράξενες σκηνές που δημιουργούνταν συχνά από τα παράδοξα του ρατσιστικού όσο και αβρού Νότου. Ηρθε προς το μέρος μου ένας φρουρός και με ατένισε πολύ προσεκτικά, προφανώς επειδή αδυνατούσε να αποφανθεί αν ήμουν «λευκός» ή «έγχρωμος», και κατόπιν ρώτησε από πού προερχόταν αυτή η ομάδα επισκεπτών. Του απάντησα. Αμέσως μετά, ο πρόεδρος του Σώματος πήγε στο μικρόφωνο, διακόπτοντας και πάλι κάποιον νομοθέτη και δήλωσε με επίσημο τόνο, «Τα μέλη του νομοθετικού σώματος της Πολιτείας της Τζόρτζια θα ήθελαν να απευθύνουν ένα θερμό καλωσόρισμα προς την επισκεπτόμενη αντιπροσωπεία του Κολεγίου Σπέλμαν»».
ΑΡΧΙΣΤΕ ΜΕ ΜΙΚΡΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ
«Το φυλετικό μίσος και οι διακρίσεις βάσει του φύλου παραμένουν, ο πόλεμος και η βία εξακολουθούν να δηλητηριάζουν τον πολιτισμό μας, έχουμε μια μεγάλη κατώτερη κοινωνικά τάξη από φτωχούς κι απελπισμένους ανθρώπους, κι υπάρχει ένας βαθύς πυρήνας του πληθυσμού που είναι ικανοποιημένος με το πώς έχουν τα πράγματα και φοβάται την αλλαγή.
Αν όμως βλέπουμε μόνο αυτό, έχουμε χάσει την ιστορική προοπτική και τότε είναι σαν να γεννηθήκαμε χθες και να ξέρουμε μόνο τις καταθλιπτικές ειδήσεις στις σημερινές εφημερίδες, στα τηλεοπτικά ρεπορτάζ των βραδινών δελτίων.
Ας σκεφτούμε την εκπληκτική μεταμόρφωση, μέσα σε ελάχιστες δεκαετίες, στην ιδέα που έχει ο κόσμος για το ρατσισμό, στη θαρραλέα παρουσία των γυναικών που διεκδικούν τα δικαιώματά τους, στην αναπτυσσόμενη δημόσια αναγνώριση του γεγονότος ότι οι ομοφυλόφιλοι δεν αποτελούν αξιοπερίεργα αλλά ανθρώπους που συναντάμε γύρω μας, στον μακροπρόθεσμα αναπτυσσόμενο σκεπτικισμό σχετικά με τη στρατιωτική παρέμβαση, παρά το σύντομο κύμα φιλοπόλεμης μανίας κατά τον πόλεμο του Κόλπου.
Αυτή τη μακροπρόθεσμη αλλαγή πιστεύω πως πρέπει να λάβουμε υπόψη αν δεν είμαστε διατεθειμένοι να χάσουμε κάθε ελπίδα (…)
Υπάρχει μια τάση να θεωρούμε πως αυτό που βλέπουμε στην παρούσα στιγμή είναι κι αυτό που θα συνεχίσουμε να βλέπουμε. Ξεχνάμε πόσο συχνά σ’ αυτόν τον αιώνα αιφνιδιαστήκαμε από τις αναπάντεχες καταρρεύσεις θεσμών, από εκπληκτικές αλλαγές στη σκέψη των ανθρώπων, από απρόσμενες εξεγέρσεις ενάντια σε τυραννίες, από την ταχεία καθίζηση συστημάτων εξουσίας που έμοιαζαν ανίκητα.
Τα δεινά που συμβαίνουν είναι επαναλήψεις δεινών που συνέβαιναν πάντα -πόλεμος, ρατσισμός, κακομεταχείριση γυναικών, θρησκευτικός και εθνικιστικός φανατισμός, πείνα. Τα καλά που συμβαίνουν είναι απρόσμενα.
Απρόσμενα κι όμως ερμηνεύσιμα βάσει κάποιων αληθειών που αντιλαμβανόμαστε πότε πότε, αλλά που τείνουμε να ξεχνάμε: Η πολιτική δύναμη, οσοδήποτε τρομερή, είναι πιο εύθραυστη απ’ όσο νομίζουμε (παρατηρήστε τη νευρικότητα εκείνων που την κατέχουν).
Τους απλούς ανθρώπους μπορεί κανείς να τους εκφοβίσει για ένα διάστημα, μπορεί επίσης να τους περιπαίξει για ένα διάστημα, όμως έχουν έναν βαθιά εμπεδωμένο κοινό νου και αργά ή γρήγορα θα βρουν τρόπο να αμφισβητήσουν την εξουσία που τους καταπιέζει. Οι άνθρωποι δεν είναι εκ φύσεως βίαιοι, σκληροί ή άπληστοι, μολονότι μπορούν να γίνουν τέτοιοι. Οι άνθρωποι, παντού, θέλουν τα ίδια πράγματα: συγκινούνται από τη θέα εγκαταλελειμμένων παιδιών, άστεγων οικογενειών, θυμάτων πολέμου. Θέλουν ειρήνη, φιλία και στοργή, πέραν των φυλετικών κι εθνικών διαχωρισμών.
Η επαναστατική αλλαγή δεν έρχεται σε μία κατακλυσμική στιγμή (τέτοιες στιγμές πρέπει να τις φοβόμαστε!) αλλά σε μία ατέρμονη σειρά εκπλήξεων, διαγράφοντας μια τεθλασμένη γραμμή προς μια καλύτερη κοινωνία.
Δεν χρειάζεται να εμπλακούμε σε μεγαλεπήβολες, ηρωικές πράξεις για να συμμετάσχουμε στη διαδικασία της αλλαγής. Οι μικρές πράξεις, όταν πολλαπλασιάζονται επί εκατομμύρια ανθρώπων, μπορούν ν’ αλλάξουν τον κόσμο.
Το να ελπίζει κανείς σε κακές εποχές δεν είναι ανόητα ρομαντικό. Βασίζεται στο γεγονός ότι η ανθρώπινη Ιστορία δεν είναι μόνο μια ιστορία σκληρότητας, αλλά και συμπόνιας, θυσίας, θάρρους, ευγένειας. Ο,τι επιλέξουμε να υπογραμμίσουμε σε τούτη την περίπλοκη ιστορία, αυτό θα καθορίσει τη ζωή μας. Αν δούμε μόνο το χειρότερο, θα καταστρέψει την ικανότητά μας να κάνουμε οτιδήποτε. Αν θυμηθούμε τους τόπους και χρόνους -κι είναι τόσο πολλοί- που οι άνθρωποι φέρθηκαν εκπληκτικά, αυτό θα μας δώσει την ενέργεια για να δράσουμε και τη δυνατότητα να στείλουμε τη σβούρα -τον κόσμο μας- σε μια διαφορετική κατεύθυνση. Κι αν δράσουμε, σε οσοδήποτε μικρή κλίμακα, δεν χρειάζεται να περιμένουμε για κάποιο μεγάλο, ουτοπικό μέλλον. Το μέλλον είναι μια άπειρη διαδοχή από παρόντα, και το να ζούμε σήμερα όπως πιστεύουμε ότι πρέπει να ζουν οι άνθρωποι, αψηφώντας όλα τα κακά γύρω μας, αποτελεί από μόνο του μια θαυμαστή νίκη».






