Ο άνθρωπος που φόρεσε μάσκα για να τον γνωρίζουν

Ο άνθρωπος που φόρεσε μάσκα για να τον γνωρίζουν

Αναμνήσεις της εξεγερσιακής Πρωτοχρονιάς του 1994 στην Τσιάπας του Μεξικού και της ελεύθερης ζωής που ακολούθησε.

Λίγο μετά τα μεσάνυχτα, οι Ζαπατίστας άλλαξαν ρούχα, έβαλαν τη στολή της μάχης και μπήκαν στην κεντρική πλατεία του Σαν Κριστόμπαλ όπου ύψωσαν τη σημαία τους −ένα κόκκινο αστέρι σε μαύρο φόντο− ενώ ταυτόχρονα η Γιολάντα (γνωστή στους αντάρτες και ως Αννα Μαρία) κατέβαζε τη μεξικανική σημαία. Ο Μάρκος περιγράφει τη σκηνή χωρίς να μπορεί να κρύψει τον θαυμασμό του για εκείνη:

Αν και το πρόσωπό της είναι τυλιγμένο στα μαύρα, μπορείς ακόμα να διακρίνεις μερικές τούφες από τα μαλλιά της στο μέτωπο και, στα μάτια της, τη σπίθα της αναζήτησης. Κρατάει μια καραμπίνα Μ-1 σε θέση «επίθεσης». Στη μέση της έχει δεμένο ένα πιστόλι. Στην αριστερή μεριά του στήθους της, εκεί που φωλιάζουν οι ελπίδες και οι ιδέες της, φοράει το σήμα του ταγματάρχη του πεζικού ενός αντάρτικου στρατού, που εκείνη την κρύα νύχτα της 1ης Ιανουαρίου του 1994 ονομάστηκε Εθνικός Απελευθερωτικός Στρατός των Ζαπατίστας.

Υπό τις διαταγές της, μια αντάρτικη φάλαγγα καταλαμβάνει την πρώην πρωτεύουσα της νοτιοανατολικής μεξικανικής πολιτείας της Τσιάπας, το Σαν Κριστόμπαλ ντε λας Κάσας. Η κεντρική πλατεία του Σαν Κριστόμπαλ είναι έρημη. Μόνο οι άνδρες και οι γυναίκες ιθαγενείς που είναι υπό τις εντολές της θα γίνουν μάρτυρες της στιγμής που η ταγματάρχης, μια εξεγερμένη αντάρτισσα Τσοτσίλ, θα πάρει την εθνική σημαία για να την παραδώσει στους διοικητές της εξέγερσης, την Παράνομη Επαναστατική Επιτροπή των Ιθαγενών. Στις 2.00 νοτιοανατολική ώρα, την 1η Ιανουαρίου του 1994, η ταγματάρχης θα αναφέρει στον ασύρματο: «Εχουμε ανακτήσει τη σημαία. 10-23 όβερ».

Για τον υπόλοιπο κόσμο είναι απλώς μια ακόμη Πρωτοχρονιά· για εκείνη, αυτή η ώρα σηματοδοτεί μια δεκαετία αναμονής.1

Οι αντάρτες καίνε απευθείας τα δημόσια αρχεία στο δημαρχείο της πόλης όπου εκκρεμούσαν χιλιάδες κατατεθειμένες αιτήσεις που αφορούσαν σε ζητήματα του αγροτικού δικαίου· πλαστογραφημένα και αυθεντικά μητρώα περιουσιακών στοιχείων, δικαστικές υποθέσεις σε εκκρεμότητα, τίτλοι ιδιοκτησίας και άλλα παρόμοια έγγραφα (το 27% των αιτήσεων που αφορούσαν σε ζητήματα ιδιοκτησίας γης προέρχονταν από την πολιτεία της Τσιάπας, με ορισμένες να χρονολογούνται έως και διακόσια χρόνια πριν). Ενας κάτοικος της Τσιάπας και νικητής του Εθνικού Βραβείου Ποίησης το 1968, o Juan Bañuelos, αναφέρει: «Ηταν μια συμβολική πράξη: ο EZLN έβαζε φωτιά στα ψέματα, τις κλοπές, την καταπίεση και τον κυνισμό του συστήματος που εκπροσωπούσε το Δημαρχείο. Ηταν μια πράξη κάθαρσης». Αμέσως μετά, άδειασαν τα κελιά των φυλακών απελευθερώνοντας περίπου διακόσιους κρατούμενους. Ο Bañuelos συνεχίζει:

Στο ίδιο πνεύμα, οι Ζαπατίστας άνοιξαν τις φυλακές και απελευθέρωσαν τους κρατούμενους, η πλειονότητα των οποίων ήταν θύματα άδικων δικαστικών διαδικασιών που είχαν χειραγωγηθεί με δωροδοκίες, είχαν μπει στο αρχείο χωρίς να εξεταστούν ή ήταν απλώς κατηγορούμενοι που είχαν υποστεί τη βαρβαρότητα της αστυνομίας. Ολα αυτά έγιναν στο όνομα της ελευθερίας.

Εν τω μεταξύ, στα προάστια της πόλης, μερικοί από τους πιο έμπιστους αντάρτες του Μάρκος, οπλισμένοι με τον καλύτερο εξοπλισμό που διέθεταν οι Ζαπατίστας, έστηναν οδοφράγματα στην είσοδο της πόλης. Ο Μάρκος τούς είχε τοποθετήσει εκεί, όπως ακριβώς είχε κάνει και στη διαδήλωση ενάντια στον εορτασμό για την ανακάλυψη της Αμερικής από τον Κολόμβο δεκατέσσερις μήνες νωρίτερα, προκειμένου να αντεπιτεθούν σε περίπτωση που ο Ομοσπονδιακός Στρατός επιχειρούσε να ανακαταλάβει την πόλη.

Επτακόσια χιλιόμετρα βορειότερα, σε έναν τελείως διαφορετικό κόσμο, ο Μεξικανός πρόεδρος Κάρλος Σαλίνας γιόρταζε την Πρωτοχρονιά στην προεδρική του κατοικία, στο Λος Πίνος. Το τελευταίο εξάμηνο της προεδρίας του είχε πλέον ξεκινήσει και ο προστατευόμενός του, Λουίς Ντονάλδο Κολόσιο, είχε μόλις γίνει δεκτός για την προεδρική υποψηφιότητα.2

Η NAFTA 4 είχε τεθεί σε εφαρμογή τα μεσάνυχτα και το ένθετο του Newsweek στην επισκόπηση του 1993 χαρακτήριζε το Μεξικό ως «ένα κράτος υπό τη σκέπη των ΗΠΑ». Η χώρα ετοιμαζόταν να γίνει μέλος του OECD (Οργανισμός για την Οικονομική Συνεργασία και Ανάπτυξη) και το περιοδικό Time είχε προσφάτως χαρακτηρίσει τον Σαλίνας ως «τον άνθρωπο-είδηση της χρονιάς για τη Λατινική Αμερική», με τον τελευταίο να ανυπομονεί για το επόμενο βήμα στην καριέρα του, που είχε ήδη ξεκινήσει με την υποψηφιότητά του για την ηγεσία του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, με τη στήριξη των ΗΠΑ.

Ξαφνικά, ένα τηλεφώνημα διέκοψε απότομα το εορταστικό κλίμα. Στην άλλη άκρη της γραμμής ήταν ο υπουργός άμυνας, ο οποίος ενημέρωνε τον πρόεδρο ότι ένας αντάρτικος στρατός έχει καταλάβει το Σαν Κριστόμπαλ, το Αλταμιράνο, το Οκοσίνγκο και τη Λας Μαργαρίτας. Το σοκ πρέπει να ήταν μεγάλο. Οι De la Grange και Rico πολύ σωστά παρατηρούν ότι κανείς δεν περίμενε την εμφάνιση μιας νέας αντάρτικης ομάδας σε εκείνο το μέρος εκείνη τη στιγμή.

Η πτώση του Τείχους του Βερολίνου και η επακόλουθη κατάρρευση της Σοβιετικής Ενωσης, η παύση των εχθροπραξιών στη Νικαράγουα των Σαντινίστας και στο Ελ Σαλβαδόρ του FMLN, καθώς και η ήττα των αριστερών δυνάμεων στη Γουατεμάλα και τη Γρενάδα είχαν μειώσει κατά πολύ τις πιθανότητες μιας μαρξιστικής αντάρτικης εξέγερσης στην Κεντρική Αμερική. Το Μεξικό, μάλιστα, σε σύγκριση με τις υπόλοιπες χώρες της Λατινικής Αμερικής, έμοιαζε να έχει τις λιγότερες πιθανότητες να αντιμετωπίσει τέτοιου είδους προβλήματα. Κατά τη δεκαετία του 1970, ο πρόεδρος Λουίς Ετσεβερία είχε διαλύσει συστηματικά τις αντάρτικες ομάδες στη χώρα μέσω της ενσωμάτωσης, της διείσδυσης και της βίαιης καταστολής τους, ενώ κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης του Σαλίνας είχε συντελεστεί ένα οικονομικό θαύμα (στα χαρτιά τουλάχιστον).

Κοντολογίς, οι μαρξιστές αντάρτες θεωρούνταν ένα φαινόμενο που αφορούσε στις χώρες του Τρίτου Κόσμου, και το Μεξικό, τουλάχιστον στα μάτια του προέδρου του και των βόρειων γειτόνων του, ήταν σαφέστατα μια χώρα του Πρώτου Κόσμου.

Λίγο πριν τις οκτώ το πρωί και φορώντας τη χαρακτηριστική πια μαύρη μάσκα, ο Μάρκος έφτασε στην κεντρική πλατεία του Σαν Κριστόμπαλ μέσα σε ένα μπλε Volkswagen. Κρατούσε ένα πυροβόλο Ingram και έναν ασύρματο. Συνοδευόμενος από δύο αντάρτισσες, διέσχισε με το αυτοκίνητο το κέντρο της πόλης και μοίρασε όπλα σε όσους αντάρτες ήταν άοπλοι. Τα όπλα ήταν από το αστυνομικό τμήμα της πόλης που μόλις είχε καταληφθεί από μια ομάδα ανταρτών. Οπως ανέφερε ο Μάρκος σε έναν δημοσιογράφο κάποιους μήνες αργότερα: «Δουλειά μου ήταν να ηγηθώ της επίθεσης στα κεντρικά της αστυνομίας».

Λέγεται ότι όσο ο Μάρκος βρισκόταν στο αστυνομικό τμήμα απαλλοτριώνοντας τα πολυπόθητα όπλα χτύπησε το τηλέφωνο. Ενας ανήσυχος πολίτης ενημέρωνε την αστυνομία ότι είχε δει πολλούς ένοπλους άντρες να μπαίνουν στην πόλη. Η απάντηση ήταν άμεση: «Εντάξει, το γνωρίζουμε, μην ανησυχείτε, είναι όλα υπό έλεγχο». Χωρίς να το ξέρει, ο άντρας στο τηλέφωνο δεν μιλούσε με τον αστυνομικό υπηρεσίας, αλλά με τον άνθρωπο που ηγούνταν των ανταρτών, τον ίδιο τον Μάρκος.3


Σημειώσεις:

1. Από το ανακοινωθέν με τίτλο «Twelve Women in the Twelfth Year», 11 Μαρτίου 1996.
2. Η διαδικασία στο Μεξικό τα τελευταία εξήντα χρόνια (και κατά τις έντεκα τελευταίες προεδρικές υποψηφιότητες) ήταν η εξής: από τη στιγμή που ένας απερχόμενος πρόεδρος του PRI πρότεινε έναν υποψήφιο για την προεδρία -οι Μεξικανοί τον αποκαλούσαν «El dedazo» (το μεγάλο δάχτυλο)- και γινόταν δεκτός στο κόμμα, αυτός ήταν και ο de facto διάδοχός του.
3. Βλ. «La Jornada», 6 Φεβρουαρίου 1994.

 

Πηγή:efsyn.gr

20

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Γράψτε μια απάντηση