Το λογοκριμένο έργο ενός άθεου μαρξιστή θεολόγου. Ποιος ήταν ο Κώστας Απέκας;

Το λογοκριμένο έργο ενός άθεου μαρξιστή θεολόγου. Ποιος ήταν ο Κώστας Απέκας;

Ο Κώστας Απέκας ήταν ο πρώτος που επιχείρησε µια µαρξιστική κριτική απέναντι στον Κλήρο και τον ρόλο του το 1821. Το βιβλίο του “Η αληθινή ιστορία της Εκκλησίας” λογοκρίθηκε το 1933, και κυκλοφορεί τώρα, για πρώτη φορά.

“Δεν ήταν τόσο ο Τούρκος αγάς που ερχόταν σε επαφή με τον αγρότη, ούτε ο σούμπασης, ήταν ο χριστιανός προύχοντας και ο δεσπότης που, με το να είναι με την τουρκικήν εξουσίαν, με χίλιους δυο τρόπους έγδυναν τον ραγιά γεωργό και δουλευτή”. Όταν ο Γιάνης Κορδάτος έγραφε τα παραπάνω το 1924 στο βιβλίο του “Η Κοινωνική Σημασία της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821”, δεν περίμενε (μάλλον) πως σχεδόν δέκα έτη μετά, η αστυνομία θα προχωρούσε σε λογοκρισία της κυκλοφορίας ενός άλλου ιστορικού βιβλίου, μετά από σχετική καταγγελία της Ιεράς Συνόδου.

Ήταν Νοέμβριος του 1933 και οι Αρχές αποφάσιζαν να αποκρύψουν την πρώτη απόπειρα να βγει δημοσίως µια κριτική επισκόπηση της Ελλαδικής Εκκλησίας, µέσα από ένα µαρξιστικό πρίσµα, ή αλλιώς, το έργο “Η αληθινή ιστορία της Εκκλησίας” του Κώστα Απέκα, ενός θεολόγου που είχε επηρεαστεί εμφανώς από το έργο του Κορδάτου.

Ο Απέκας παρουσιάζει εδώ του τον εκµεταλλευτικό χαρακτήρα της Εκκλησίας και τα συµφέροντα που αυτή εκπροσωπούσε διαχρονικά, αναλύοντας τον ρόλο της στο βυζαντινό και κυρίως στο οθωµανικό κράτος. Περιγράφει την πολιτική και ιδεολογική της αµφισβήτηση από τους φιλελεύθερους ριζοσπάστες διαφωτιστές κατά την Ελληνική Επανάσταση του 1821, και αναδεικνύει τον νέο της ρόλο, αµέσως µετά τη δηµιουργία του νέου ελληνικού κράτους, ως ένας ιδεολογικός µηχανισµός της νέας κυρίαρχης αστικής τάξης, καθώς αυτή ξεκίνησε να συντηρητικοποιείται και να συµβιβάζεται µε τα προεπαναστατικά κυρίαρχα στοιχεία.

Το “κυνηγημένο” πόνημα του Κώστα Απέκα, “Η Αληθινή Ιστορία της Εκκλησίας” (1933), που έμεινε στο περιθώριο, κυκλοφορεί πλέον σε όλα τα ενημερωμένα βιβλιοπωλεία από τη Σειρά Lux Orbis των εκδόσεων iWrite, επανασυστήνοντας μια μελέτη που έχει τη δική της βαρύνουσα σημασία καθώς διερευνά “διαδρόμους” που κάποιοι εκουσίως κρατούσαν επί δεκαετίες, στο σκοτάδι. Το Magazine είχε τη χαρά να συνομιλήσει με τον διδάκτορα νεότερης ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, Κώστα Παλούκη, ο οποίος επιμελήθηκε τον πολύ ενδιαφέροντα, πολυσέλιδο πρόλογο της νέας έκδοσης.

Ποιος ήταν λοιπόν ο “άγνωστος” Κώστας Απέκας; Τι Εκκλησία θα μπορούσε να αποδεχθεί ως θεολόγος; Τι δίδασκε στους μαθητές του; Γιατί η αστική τάξη συμβιβάστηκε με τον Κλήρο και ποιος είναι διαχρονικά ο ρόλος της Αριστεράς απέναντι στην Εκκλησία, στην Ελλάδα; Οι απαντήσεις, παρακάτω.

Αρχικά πώς θα περιγράφατε τον Κώστα Απέκα; Ή αλλιώς, ποιος ήταν τελικά ο Κώστας Απέκας, βάσει της έρευνάς σας;

Ο Κώστας Απέκας παραμένει ένα άγνωστο πρόσωπο και πρόκειται για ψευδώνυμο. Το όνομά του εμφανίζεται στα ελληνικά γράμματα για ένα περιορισμένο διάστημα δύο ετών και μετά εξαφανίζεται. Πολύ πιθανόν, να μην κατάφερε να επιβιώσει από την ταραγμένη δεκαετία του 1940. Τι γνωρίζουμε λοιπόν για τον Κώστα Απέκα:

α) είναι πτυχιούχος θεολόγος, πιθανότατα της Θεολογικής Σχολής Αθηνών,

β) είναι μαρξιστής και σχετίζεται με τον κύκλο του Γιάνη Κορδάτου,

γ) είναι κομμουνιστής, αρχικά κοντά στο ΚΚΕ και στη συνέχεια κοντά στην ΚΟΜΛΕΑ, την αρχειομαρξιστική οργάνωση. Κείμενά του έχουν εντοπιστεί στους Νέους Πρωτοπόρους, στον Ριζοσπάστη, την Πάλη των Τάξεων και την Σοσιαλιστική Επιθεώρηση.

Αν μπορούσαμε να τον φανταστούμε, μάλλον δεν θα ήταν μόνο ένα ανήσυχο πνεύμα στη γραφή, αλλά μια φλογερή και μαχητική προσωπικότητα. Θα παρασυρόταν σε παθιασμένες συζητήσεις γύρω από τα διάφορα θέματα και ειδικότερα τα θεολογικά. Μοιάζει να μην υπολόγιζε το προσωπικό κόστος από τη δημόσια έκθεση των απόψεών του. Βέβαια, αυτό συνιστά κοινό στοιχείο της κουλτούρας των κομμουνιστών που δεν δείλιαζαν να θυσιάσουν και να θυσιαστούν προκειμένου ο κόσμος τους να αλλάξει προς το καλύτερο, δηλαδή αυτού του νέου είδους προοδευτικής λαϊκότητας που γέννησαν οι μεσοπολεμικές κομμουνιστικές οργανώσεις.

Υπολογίζω ότι το 1933 ο Απέκας παρέμενε ακόμη νέος, κοντά στα φοιτητικά του χρόνια, γεννημένος μετά το 1900. Συνεπώς, η ριζοσπαστικοποίηση των πρώτων ετών μπορούσε να διατηρείται αμείωτη, αλλά και να καρποφορεί θεωρητικά. Ο Απέκας μάλλον αποτελεί μια τυπική περίπτωση εκπροσώπου μια γενιάς φοιτητών που ριζοσπαστικοποιήθηκαν κατά τη μεγάλη φοιτητική απεργία του 1929 για να συμπορευθούν με τις μεσοπολεμικές κομμουνιστικές οργανώσεις. Κυρίως όμως αυτή η γενιά πρωτοστάτησε στην παραγωγή μιας πρωτότυπης ελληνικής μαρξιστικής θεωρητικής σκέψης.

-Πώς εξηγείται η απουσία αντικληρικαλιστικής ατζέντας στους πρώτους Έλληνες κομμουνιστές; Σχετίζονται οι λόγοι με την απουσία αναφοράς της κυκλοφορίας του βιβλίου του Απέκα στον Ριζοσπάστη;

Η αντικληρικαλιστική ατζέντα στο χώρο της αριστεράς συνδέθηκε με την κομμουνιστικοποίηση του σοσιαλιστικού κινήματος καθώς έπεται του μετασχηματισμού του ΣΕΚΕ σε ΚΚΕ το 1924. Η αλήθεια είναι όμως πως οι διάφοροι κομμουνιστές της περιόδου δεν ιεραρχούσαν ψηλά την αντιπαράθεση με την εκκλησία, τους ιερείς και γενικά την κριτική στο θρησκευτικό φαινόμενο. Η αιτία είναι πως τα σοσιαλιστικά ουτοπιστικά προτάγματα εμφανίστηκαν στην Ελλάδα σε αρμονική σχέση με το χριστιανισμό. Στο Εργατικό Κέντρο Βόλου, δίπλα από τη μορφή του Καρόλου Μαρξ είχε αναρτηθεί η μορφή του Ιησού Χρηστού. Ο Πλάτων Δρακούλης μιλούσε για τον σωσιαλισμό, το «σω» με ωμέγα από το «σωτήρας» ενσωματώνοντας στο σοσιαλιστικό λόγο κάποια προτεσταντικού τύπου θεωρητικά μοτίβα σχετικά με τον κοινοβιακό χαρακτήρα των πρώτων χριστιανών. Με αυτόν τον τρόπο οι πρώτοι σοσιαλιστές θεωρούσαν ότι μπορούσαν να προσελκύσουν καλύτερα τα λαϊκά στρώματα.

Η ίδρυση του ΣΕΚΕ και ο μετέπειτα προσανατολισμός του προς τον μπολσεβίκικο κομμουνισμό υπήρξε μια τομή σε αυτά τα θέματα. Το ΣΕΚΕ είναι το πρώτο ελληνικό κόμμα που προγραμματικά θέτει το διαχωρισμό του κράτους από την εκκλησία και πρώτο παρουσιάζει μια σειρά από αντικληρικαλιστικά αιτήματα στην ιστορία των ελληνικών πολιτικών κομμάτων. Ωστόσο, παρά την αρχική αυτή διατύπωση, κυριαρχεί μια σιωπή και η κλιμάκωση του αντικληρικαλιστικού λόγου των κομμουνιστών θα χαρακτηρίσει κυρίως την υπερεπαναστατική εποχή του ΚΚΕ, δηλαδή την περίοδο 1926-1934. Από το 1927 κι έπειτα αρχικά στον Ριζοσπάστη και έπειτα στην αρχειομαρξιστική Πάλη των Τάξεωνεμφανίζεται μια αρθρογραφία η οποία εισάγει μια αντικληρικαλιστική και τελικά, αντιθρησκευτική ατζέντα. Στην αρχή δημοσιεύονται κείμενα του Λένιν τα οποία παρουσιάζουν την κατεύθυνση του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος και στη συνέχεια κείμενα Ελλήνων θεωρητικών οι οποίοι μεταφέρουν αυτές τις ιδέες στην ελλαδική πραγματικότητα. Αυτό το ρόλο του οργανικού διανοούμενου για θέματα θρησκείας, εκκλησίας και θεολογίας αναλαμβάνει να επιτελέσει ο Κώστας Απέκας με το δικό του πρωτότυπο έργο.

Η απουσία αναφοράς της κυκλοφορίας του βιβλίου του Απέκα στον Ριζοσπάστηδεν σχετίζεται με την έλλειψη αντικληρικαλιστικής ατζέντας την εποχή αυτή. Αντίθετα, ο Ριζοσπάστης βρίθει ανταποκρίσεων και άρθρων σε καθημερινή βάση στοχοποιώντας τους ιερείς και την εκκλησία για ηθικά και οικονομικά παραπτώματα. Μάλιστα, το 1932 ο Απέκας υπογράφει στον Ριζοσπάστη φλογερά αντικληρικαλιστικά κείμενα. Επίσης, το 1933 ο Ριζοσπάστηςδημοσιεύει καταγγελία για την κατάσχεση ενός άλλου αντικληρικαλιστικού βιβλίου το οποίο κυκλοφόρησε ακριβώς τις ίδιες ημέρες με αυτό του Απέκα και απαγορεύτηκε με την ίδια εντολή από την Ιερά Σύνοδο. Πρόκειται για το βιβλίο του Θέμου Κορνάρου με τίτλο Άγιοι χωρίς μάσκες. Η σιωπή της εφημερίδας του ΚΚΕ γύρω από το βιβλίο του Απέκα σχετίζεται με πολιτικές και θεωρητικές διαφωνίες σε άλλα θέματα. Τι έχει μεσολαβήσει και το ΚΚΕ δεν συμπαθεί πια τον Απέκα;

Το 1933 ο Απέκας πλέον αρθρογραφεί στην αρχειομαρξιστική Πάλη των Τάξεωνκαι θεωρείται φίλος της ΚΟΜΛΕΑ, δηλαδή της τροτσκιστικής κομμουνιστικής οργάνωσης που απειλεί την πρωτοκαθεδρία του ΚΚΕ. Επίσης, μεσολαβεί η ρήξη του Γιάνη Κορδάτου με το ΚΚΕ η οποία κλιμακώνεται ακριβώς κατά το διάστημα του Οκτωβρίου και Νοεμβρίου 1933. Ο Απέκας ανήκει στον κύκλο Κορδάτου, ενώ το βιβλίο του βασίζεται στο «κορδατικό» σχήμα για την επανάσταση του 1821 για το οποίο τότε ο σημαντικός αυτός Έλληνας μαρξιστής δέχεται τα πυρά του Γιάνη Ζέβγου, στελέχους του ΚΚΕ. Το ΚΚΕ λοιπόν σε εκείνη τη συγκυρία δεν ήταν δυνατόν να στηρίξει ένα βιβλίο που κινείται στη θεωρητική κατεύθυνση του Κορδάτου και έναν συγγραφέα στρατευμένο στην αρχειομαρξιστική οργάνωση.

-Μέσα από τη μελέτη σας, ποια Εκκλησία θα λέγατε πως θα “αποδεχόταν” ένας άθεος μαρξιστής θεολόγος όπως ο Απέκας; Θα μπορούσε να “δει” μια Εκκλησία που θα λειτουργούσε ως ένας μη παρασιτικός οργανισμός, όπως τη χαρακτήριζε στο έργο του;

Ο Απέκας υιοθετεί μια μαρξιστική άποψη σύμφωνα με την οποία οι συνθήκες ανάπτυξης της θρησκευτικής πίστης συνδέονται με τους ίδιους τους εκμεταλλευτικούς τρόπους παραγωγής. Διαφωνεί με τη συνήθη κοινωνική διάσταση στο μήνυμα της θρησκείας. Για τον Απέκα, η θρησκεία δεν είναι λοιπόν «πραγματική μάννα των φτωχών» ούτε «παρηγορήτρα των ‘‘θλιβομένων’’», όπως συνήθως «τη ονομάζουν οι διάφοροι θεράποντές της, ρασοφορεμένοι και λαϊκοί». «Κάθε άλλο» λοιπόν. «Η ρίζα της, το ξεφύτρωμά της, η ανάπτυξή της σαν κοινωνικό φαινόμενο, είνε στενά δεμένα με την κλεψιά του ιδρώτα του εργάτη, με το αποκοίμισμα του αγρότη και γενικά με παρασιτικό ξεζούμισμα του ‘‘ευσεβούς ποιμνίου’’».

Η ίδια θρησκεία και όχι μόνο η εκκλησία κυριαρχείται από μία ταξική εκμεταλλευτική διάσταση

Με άλλα λόγια, η ίδια θρησκεία και όχι μόνο η εκκλησία κυριαρχείται από μία ταξική εκμεταλλευτική διάσταση. «Η θρησκεία αποτελεί μια τεράστια κοροϊδία που θα εξακολουθεί να γίνεται εφ’ όσον ο εργαζόμενος κόσμος, κάτω από μια φριχτή αμάθεια και θρησκοληψία θα αποτελεί το κοπάδι πάνω στο οποίο θα οργιάζουν οι λίγοι κατεργαρέοι». Συνεπώς, ο εργάτης και ο αγρότης πρέπει να απαλλαχθεί «από τα δεσμά της θρησκείας» καθώς «όσο πιστεύει στα όσα του διδάσκει η θρησκεία δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να στερεώνει πιο πολύ τις αλυσίδες, με τις οποίες είνε δεμένος στο άρμα της εκμεταλλεύτριας τάξης». Με άλλα λόγια, ο Απέκας αγωνίζεται για την εξαφάνιση του ίδιου του θρησκευτικού φαινομένου και δεν εμπλέκεται στη συζήτηση για μια άλλη καλύτερη εκκλησία. Για τον ίδιο, «οι παπάδες αποτελούν το σπουδαιότερο πνευματικό ταμπούρι, πίσω από το οποίο οχυρώνονται τα συμφέροντα της κεφαλαιοκρατίας στην Ελλάδα».

-Τι φαντάζεστε πως δίδασκε ως άθεος μαρξιστής θεολόγος ο Κώστας Απέκας στους μαθητές του;

Δυστυχώς, δεν γνωρίζουμε τον τρόπο βιοπορισμού του και εάν άσκησε το επάγγελμα του θεολόγου σε κάποιο δημόσιο ή ιδιωτικό εκπαιδευτικό ίδρυμα. Οι θεολόγοι στα σχολεία εκείνης της εποχής αναλάμβαναν τον ιδεολογικό φρονηματισμό των μαθητών και ήταν οι βασικοί εκφραστές του αντικομμουνιστικού λόγου. Δυσκολεύομαι εξαιρετικά να φανταστώ τον Απέκα να εργάζεται σε ένα τέτοιο πλαίσιο. Πιθανόν απασχολείται στην «παραπαιδεία» της εποχής και αναλαμβάνει φροντιστής σε παιδιά προοδευτικών μεσοαστικών οικογενειών. Επίσης, θα μπορούσε να απασχολείται σε άλλες εργασίες, π.χ. επιμελητής κειμένων κλπ. Στην περίπτωση όμως που εμπλέκεται με την παιδεία σίγουρα θα ήταν ένας φωτισμένος δάσκαλος ο οποίος θα δίδασκε τους μαθητές του την ελεύθερη και κριτική σκέψη, ενώ θα ενέπνεε με το προσωπικό του παράδειγμα.

Το λογοκριμένο βιβλίο του Κώστα Απέκα

-Για ποιο λόγο υπήρξε ένας αστικός “συμβιβασμός” με τον Κλήρο το 1844; Γιατί τελικά η ελληνική αστική τάξη, αποδέχθηκε την Εκκλησία ως βασική κρατική δομή, αποδεχόμενη τις επιταγές της;

Αυτό είναι ένα ερώτημα που χρήζει πολύ μεγαλύτερη έρευνα. Ο Απέκας υποστηρίζει ότι με τα ριζοσπαστικά μέτρα «κατόρθωσε η αστική τάξη να γδύση την Εκκλησία από τη φεουδαρχική της δύναμη και να την κάμη απλό υπάλληλό της». Μάλιστα, θεωρεί πως τα μέτρα ήταν τόσο αποτελεσματικά ώστε να μην μπορέσει ποτέ ξανά η εκκλησία να προσφέρει υπηρεσίες στους κοτζαμπάσηδες. Συνεπώς, «αποδώ και μπρος η Ελληνική Εκκλησία γίνεται πιστός σύμμαχος της Μπουρζουαζίας». Υπηρέτησε «τις ιμπεριαλιστικές βλέψεις της» και ως αντάλλαγμα κατάφερε να πάρει «τον πρώτο λόγο στις πνευματικές επιδιώξεις», δηλαδή «μπήκε για επίγραμμα στο ιμπεριαλιστικό σύνθημα της Ελληνικής Μπουρζουαζίας το ‘‘μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος», ενώ «κούρνιασε το σύμβολό της, το σταυρό στην κορφή του συμβόλου της Ελληνικής Μπουρζουαζίας, στην ‘‘Κυανόλευκο». Σύμφωνα με το συγγραφέα λοιπόν, η εκκλησία υπέστη μια πραγματική δυτική μεταρρύθμιση τουλάχιστον ως προς τις δομές, αλλά και το περιεχόμενο.

Η ελληνική εκκλησία μετασχηματίστηκε και εκσυγχρονίστηκε και από αυτήν την άποψη πρόκειται για ένα μοντέρνο και όχι αναχρονιστικό οργανισμό. Το ζήτημα του περαιτέρω εκσυγχρονισμού της θα είναι το κεντρικό διακύβευμα κατά τον 19 αιώνα για τους διάφορους θεολόγους. Αυτή η δεύτερη μεταρρύθμιση ουσιαστικά εφαρμόζεται κατά το μεσοπόλεμο όταν ο εκκλησιαστικός μηχανισμός πολιτικοποιείται. Ο Απέκας δεν θα καταφέρει να γράψει τον επόμενο τόμο ο οποίος θα περιέγραφε την εκκλησία από το 1850 κι έπειτα. Όμως ο ίδιος γράφει το βιβλίο για να πολεμήσει όχι τον αναχρονιστικό εκκλησιαστικό οργανισμό του μεσαίωνα, αλλά το βαθιά αντικομμουνιστικό και αντιδραστικό μοντέρνο οργανισμό της εποχής τους που εκδίδει βιβλία, περιοδικά, συγκροτεί χριστιανικές νεολαίες και οργανώσει εσωτερικές ιεραποστολές, συνδέει την ορθόδοξη θρησκεία με τον εθνικισμό, ενώ δεν διστάζει να υιοθετήσει και κοινωνιστικά μηνύματα. Είμαστε στην εποχή του «αντιδραστικού μοντερνισμού» όταν αναπτύσσεται ο φασισμός παντού σε όλη την Ευρώπη. Και εάν ο ναζισμός διακρινόταν από μια αμφιθυμία απέναντι στον χριστιανισμό, αυτό δεν συμβαίνει με τον εξαιρετικά μοντέρνο ιταλικό φασισμό και ακόμη περισσότερο με τον κατεξοχήν καθολικό ισπανικό φασισμό. Με άλλα λόγια, δεν ήταν η ελληνική αστική τάξη που αποδέχθηκε την εκκλησία, αλλά το ακριβώς αντίθετο: η ορθόδοξη εκκλησία προσαρμόστηκε στις αστικές επιταγές και παραδόθηκε στην αστική τάξη για να μπορέσει να επιβιώσει.

Επίσης, η ελληνική επανάσταση του 1821 βασίστηκε πάνω στη θεμελιακή για το οθωμανικό κράτος διάσταση ανάμεσα σε μουσουλμάνους κυρίαρχους και χριστιανούς υποτελείς. Η επιτυχία των Ελλήνων διαφωτιστών και επαναστατών ήταν ότι μετασχημάτισαν αυτήν την αντίθεση σε εθνική μεταμορφώνοντας το θρησκευτικό μιλιέτ των Ρωμιών σε ελληνικό κοσμικό έθνος. Όταν οι χριστιανοί ρωμιοί αντιλαμβάνονταν την υποτελή θέση τους ως συνέπεια της θρησκευτικής αντίθεσης, οι διαφωτιστές επαναστάτες εξηγούσαν πως η αντίθεση ήταν πρωτίστως εθνική. Συνεπώς, δεν θα μπορούσαν να έρθουν σε μια μεγάλη ρήξη με την Εκκλησία και τη θρησκεία και για αυτό το λόγο ο ελληνικός διαφωτισμός δεν έλαβε αντιθρησκευτικό χαρακτήρα. Για τον ίδιο ακριβώς λόγο επιδίωξαν να ελέγξουν και να ενσωματώσουν την εκκλησία στον ελληνικό εθνικισμό και νέο ελληνικό κράτος. Για τους Έλληνες επαναστάτες και φιλελεύθερους του 19 αιώνα, η διασύνδεση της εκκλησίας με το κράτος ήταν μια προοδευτική εξέλιξη και όχι μια συντηρητική υπαναχώρηση.

Ο αστικός συμβιβασμός του 19 αιώνα ήταν πρωτίστως σε βάρος της εκκλησίας

Το άλλο ενδεχόμενο ήταν η ελλαδική εκκλησία να ελέγχεται από τον πατριάρχη, δηλαδή στα μάτια τους από έναν Οθωμανό αξιωματούχο και εχθρό της ελληνικής επανάστασης και του ελληνικού εθνικού κράτους. Η ενσωμάτωση όμως της εκκλησίας στο ελληνικό κράτος θα σήμαινε την απόδοση ενός σημαίνοντα ρόλου στην εκκλησία. Σε κάθε περίπτωση, οι φιλελεύθεροι αστοί του 19 αιώνα πέτυχαν την αποπολιτικοποίηση του εκκλησιαστικού μηχανισμού και διατήρησαν τον κοσμικό χαρακτήρα των κρατικών θεσμών. Για παράδειγμα, στην Ελλάδα τα δημόσια σχολεία δεν θα ελέγχονται από την Εκκλησία, όπως π.χ. συμβαίνει μέχρι σήμερα στην Ιρλανδία, ούτε λειτουργούν ανεξάρτητα θρησκευτικά σχολεία, όπως σε χώρες που υφίσταται ο διαχωρισμός κράτους-εκκλησίας. Η εκκλησία θα έχει λόγο μόνο για το μάθημα που την αφορά. Ο αστικός συμβιβασμός του 19 αιώνα ήταν πρωτίστως σε βάρος της εκκλησίας. Η ορθόδοξη εκκλησία όπως τη γνωρίζουμε σήμερα, δηλαδή με τον ενεργό πολιτικό ρόλο και την έντονη αντιδραστική ιδεολογική επίδραση, είναι υπόθεση του 20 αιώνα.

-Θα μπορούσατε να πείτε πως από τότε και μέχρι σήμερα, ο μη διαχωρισμός Κράτους – Εκκλησίας αποτελεί και τον κύριο “ιδεολογικό” μηχανισμό της ίδιας της λειτουργίας της Εκκλησίας, ως θεσμός;

Όπως ο ίδιος ο Απέκας παρουσιάζει στην αρθρογραφία του, η μεγάλη τομή ως προς τη σχέση της εκκλησίας με την πολιτεία είναι ο μεσοπόλεμος, όταν το ελληνικό κράτος και η ελληνική αστική τάξη αποφασίζουν να εργαλειοποιήσουν τον εκκλησιαστικό μηχανισμό και τη θρησκευτική πίστη απέναντι στον εσωτερικό εχθρό, δηλαδή τους κομμουνιστές και τα ριζοσπαστικοποιημένα τμήματα των πληβειακών τάξεων. Η εκκλησία θα αποκτήσει ημερήσιο δημοσιογραφικό όργανο, ενώ παράλληλα με διατριβές και μελέτες, τη διανομή φυλλαδίων θα καταπολεμήσει τις αντιχριστιανικές και αντορθόδοξες ιδέες. Οι λαϊκοί ιεραπόστολοι θα είναι κατάλληλα καταρτισμένοι και θα διασκορπίζονται στα κέντρα των εργατικών οργανώσεων (καφενεία, οινοπωλεία, εργατικά κέντρα κλπ). Μάλιστα, θα στρατολογηθούν και γυναίκες ιεραπόστολοι ειδικά καταρτισμένες για τις οικογένειες, τα εργοστάσια και κάθε τόπο εργασίας γυναικών. Αντίστοιχα ειδικοί ιεραπόστολοι θα οριστούν για νοσοκομεία, ιδρύματα και στρατό, καθώς και για κάθε πλοίο. Μάλιστα, θα χρησιμοποιηθεί και το ραδιόφωνο. Ο εισηγητής του σχεδίου αυτού ήταν ο Μητροπολίτης Σύρου Φιλάρετος ο οποίος θα συγκεντρώσει τη μήνι του Κώστα Απέκα. Αυτή η στροφή της εκκλησίας προς την πολιτική δράση με προτεσταντικά χαρακτηριστικά θα κορυφωθεί κατά την περίοδο του εμφυλίου και των μετεμφυλιακών χρόνων.

Για παράδειγμα, ο συγκεκριμένος Μητροπολίτης ήταν φιλομοναρχικός και σκληρός αντικομουνιστής καθώς θα μείνει γνωστός όταν κατά την εμφυλιοπολεμική περίοδο σε επισκέψεις του στη Γυάρο δήλωνε στους εξόριστους: «Εσάς, δεν μπορεί να σας συγχωρέσει ούτε ο Θεός.» Η σημερινή λοιπόν εκκλησία και ο σύγχρονος ιδεολογικός της ρόλος ως μηχανισμός του κράτους είναι «παιδί» αυτού του αντικομμουνιστικού προσανατολισμού. Το 1844 ο «ιστορικός συμβιβασμός» των φιλελεύθερων αστών απέναντι στην εκκλησία δημιούργησε τις προϋποθέσεις για μια τέτοια ιδεολογική λειτουργία της Εκκλησίας, αλλά μέχρι το ανάθεμα του Βενιζέλου τον Δεκέμβριο του 1916, η εκκλησία απείχε από τις πολιτικές αντιπαραθέσεις, ενώ οι ίδιοι οι πολιτικοί του 19 αιώνα θεωρούσαν απαράδεκτη οποιαδήποτε τέτοια παρέμβαση. Η εκκλησία περιοριζόταν στη διακριτή της σφαίρα γνωρίζοντας ότι δεν είναι σε θέση να παραβιάσει το όριο που της έθεσε ο συμβιβασμός. Με άλλα λόγια, ο συμβιβασμός του 1844 σήμαινε υποταγή της εκκλησίας στην αστική τάξη και στο ελληνικό κράτος με αντάλλαγμα να διατηρεί στο ακέραιο τον έλεγχο στο δικό της πεδίο. Η άλλη επιλογή ενδεχομένως τότε να επέτρεπε στην Εκκλησία έναν περισσότερο ενεργό, ιδεολογικό και πολιτικό ρόλο.

Το κύριο ζητούμενο είναι η ανάδυση ενός κοινωνικού, ιδεολογικού και πολιτικού ρεύματος “από τα κάτω”

Επίσης, η αποσύνδεση σήμερα της Εκκλησίας από το κράτος, παρότι είναι ένα σωστό πολιτικά αίτημα, ενέχει πολλούς άλλους κινδύνους. Φανταστείτε για παράδειγμα την περίοδο του κορονοϊού η εκκλησία να μην ήταν υποχρεωμένη από το κράτος να κρατήσει την επίσημη αυτή την στάση υπέρ του εμβολιασμού. Μια ανεξάρτητη εκκλησία που θα ελέγχεται από φανατικούς ιερείς θα ήταν περισσότερο επικίνδυνη και οι αστοί πολιτικοί γνωρίζουν σήμερα αυτόν τον κίνδυνο. Οι αστοί λοιπόν ενδιαφέρονται η εκκλησία να συνεχίσει να λειτουργεί υπό τον έλεγχό τους παρέχοντας βέβαια σε αυτήν χώρο υπό όρους. Χαρακτηριστική περίπτωση ήταν ο αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος ο οποίος αρχικά εμφανίστηκε ως πιο μοντέρνος. Όμως αυτός ο μοντερνισμός τελικά σήμαινε διεκδίκηση ενός πολιτικού ρόλου. Το αποτέλεσμα ήταν να έρθει σε σύγκρουση με το κράτος. Η πανηγυρική εκλογή του αρχιεπισκόπου Ιερώνυμου συνδέθηκε με την επιβεβαίωση της ηγεμονίας του κράτους πάνω στην Εκκλησία.

Με άλλα λόγια, μεταφέροντας το σχέδιο του Απέκα στο σήμερα, το κύριο ζητούμενο δεν είναι απλώς μία «από τα πάνω» αποσύνδεση της εκκλησίας από το κράτος, που ενδεχομένως να φέρει χειρότερα αποτελέσματα. Αντίθετα, το κύριο ζητούμενο είναι η ανάδυση ενός κοινωνικού, ιδεολογικού και πολιτικού ρεύματος «από τα κάτω» αμφισβήτησης της εκκλησίας και της θρησκείας. Αυτό θα γίνει μέσα από την αποκάλυψη του εκμεταλλευτικού της χαρακτήρας και την πολιτικοποίηση ενός υπαρκτού λαϊκού αντικληρικαλισμού. Στην σκέψη του Απέκα, αυτόν τον ρόλο μπορεί να υπηρετήσει μόνο η κομμουνιστική αριστερά και το οργανωμένο πολιτικά τμήμα της εργατικής τάξης.

-Πώς εξηγείται η κατακλείδα του Απέκα στο έργο του, “οι μαρξιστές ερευνούν αντικειμενικά;”

Ο Απέκας γράφει συγκεκριμένα στο τέλος του βιβλίου του: «Μίλησα ἀντικειμενικά, χωρὶς κανένα πάθος, γιατὶ πάθη προσωπικὰ μόνο στοὺς κληρικοὺς ὑπάρχουν· οι μαρξιστές ερευνούν αντικειμενικά.» Οι μαρξιστές, όπως ο Απέκας, πιστεύουν ότι ο ιστορικός υλισμός, η θεωρία δηλαδή που χρησιμοποιούν, κατοχυρώνει την επιστημονικότητά τους. Η βασική ιδέα του ιστορικού υλισμού είναι ότι οι κοινωνικές δομές και οι ιδεολογίες που καθορίζουν την ανθρώπινη κοινωνία εξαρτώνται από τις οικονομικές συνθήκες και τον τρόπο παραγωγής αγαθών και υπηρεσιών. Συνεπώς, κατά την άποψή τους, η τεκμηριωμένη αυτών των φαινομένων ενισχύει την ικανότητά τους να ερευνούν αντικειμενικά σε αντίθεση με τους αστούς οι οποίοι εξετάζουν τα επιφαινόμενα ανεξάρτητα από τις υλικές συνθήκες που τα γεννούν και άρα ιδεολογικοποιούν την επιστήμη.

Ωστόσο, δεν είναι μόνο αυτό. Σύμφωνα με το σκεπτικό του Απέκα, δεν πολιτικοποιεί ούτε ιδεολογικοποιεί την επιστήμη εκείνος ο μαρξιστής που αποκαλύπτει με επιχειρήματα τον εκμεταλλευτικό ρόλο της εκκλησίαςγιατί αυτός ο ρόλος συνιστά μια αντικειμενική πραγματικότητα. Αυτός που πολιτικοποιεί και ιδεολογικοποιεί την επιστήμη είναι ο «ρασοφόρος», ο «σκοταδιστής» θεολόγος ή ο αστός θεωρητικός που επιχειρεί να συγκαλύψει αυτήν την εκμετάλλευση. Με αυτήν την έννοια, ο Απέκας θεωρεί πως τα πάθη χαρακτηρίζουν μόνο τους κληρικούς γιατί ακριβώς οι κληρικοί έχουν το υλικό συμφέρον να συγκαλύψουν την εκμεταλλευτική δράση τους. Αντίθετα, ο ίδιος είναι μια ανεξάρτητη φωνή γιατί η ανεξαρτησία καθορίζεται από την οικονομική διασύνδεση από τους εκμεταλλευτικούς μηχανισμούς.

-Προσωπικά πώς αποτιμάτε την σημασία του βιβλίου και ποια είναι η επικαιρότητα της έκδοσής του;

Αν και ποτέ ένα βιβλίο δεν είναι ικανό να φέρει από μόνο του όλο το φως στον κόσμο, η εξαφάνισή του από τις βιβλιοθήκες των προοδευτικών και αριστερών ανθρώπων αυτής της χώρας είναι η μεγάλη νίκη όσων επεδίωξαν και πέτυχαν την κατάσχεσή του τον Νοέμβριο του 1933. Αντίστροφα λοιπόν, η απουσία του βιβλίου από τον πολιτικό και θεωρητικό διάλογο των τελευταίων 100 χρόνων βοήθησε να κυριαρχήσει μια εικόνα συγκάλυψης για τον εκμεταλλευτικό χαρακτήρα της εκκλησίας. Απέκοψε εν τη γενέσει της την πρόσβαση σε ένα επιστημονικό παράδειγμα το οποίο θα γεννούσε πολλαπλασιαστικά κείμενα και μια θα συγκροτούσε μια δική του θεωρητική παράδοση. Για παράδειγμα, κάτι τέτοιο συνέβη με πάρα πολλά βιβλία της μαρξιστικής σκέψης του μεσοπολέμου τα οποία επιβίωσαν της λογοκρισίας, όπως π.χ. τα βιβλία του Γιάνη Κορδάτου.

Από αυτήν την άποψη, η επανέκδοση του βιβλίου στο πλαίσιο της σειράς με την επωνυμία Lux Orbis (Το φως του κόσμου), αποκαθιστά αυτό το κενό συνδέοντας τις σύγχρονες διαφωτιστικές ιδέες με τους λησμονημένους ιδεολογικούς προγόνους τους. Πράγματι, το βιβλίο, παρότι γραμμένο το 1933, εισάγει μια σειρά από ερμηνευτικά σχήματα για την οθωμανική εποχή και την περίοδο της ελληνικής επανάστασης που πολύ πρόσφατα η ιστοριογραφία έχει αποδεχθεί, όπως π.χ. ο ρόλος του Πατριαρχείου εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ή πολιτικές και ιδεολογικές διαφορές στα κόμματα κατά την ελληνική επανάσταση. Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο όμως είναι η αντιμετώπιση της επανάστασης ως μια μορφή εκσυγχρονιστικής τομής και εκσυγχρονιστικού μετασχηματισμού στον ελληνο-οθωμανικό κόσμο. Σε αντίθεση με τα σχήματα της «συνέχειας» σύμφωνα με τα οποία ο ελληνικός κόσμος φέρει μια ενιαία πολιτισμική ουσία πριν και μετά την επανάσταση, ο Απέκας αντιμετωπίζει την ελληνική επανάσταση ως μια αστική επανάσταση η οποία έρχεται σε σύγκρουση με τα φεουδαλικά στοιχεία. Η επανάσταση αυτή έφερε στο προσκήνιο μια σειρά από νέα διακυβεύματα και νέα ζητήματα γύρω από την οργάνωση και τη λειτουργία του νέου έθνους.

Η πιο σημαντική διάσταση κατά την άποψή μου είναι το ζήτημα της σχέσης εκκλησίας και κράτους ή ακόμη περισσότερο η σχέση της θρησκευτικότητας με την κοινωνία. Κατά βάση, διατυπώνονται σήμερα δύο ανταγωνιστικές θέσεις οι οποίες όμως έχουν έναν κοινό τόπο. Από τη μία υποστηρίζεται ότι η Εκκλησία ως θεματοφύλακας της εθνικής ταυτότητας κατέχει παραδοσιακά μια οργανική σχέση με το ελληνικό έθνος και κατ’ επέκταση με το ελληνικό κράτος. Η συνταγματική διασύνδεση εκκλησίας και κράτους είναι μια σταθερά η οποία θα πρέπει να μείνει αναλλοίωτη διότι αλλιώς είτε το ελληνικό έθνος και είτε το ελληνικό κράτος θα υποστούν μεταλλάξεις που θα ακυρώσουν την ιστορική φυσιογνωμία τους.

Η απειλή αυτή βιώνεται από ένα μέρος των πολιτών ενίοτε με όρους εθνικού-θρησκευτικού πανικού γεννώντας ένα συντηρητικό ριζοσπαστισμό, όπως για παράδειγμα την περίοδο του κινήματος εναντίον της αφαίρεσης της αναγραφής του θρησκεύματος από τις αστυνομικές ταυτότητες. Τώρα, από την άλλη υποστηρίζεται ότι η Ελλάδα αποτελεί ένα μη κοσμικό κράτος εξαιτίας της συνταγματικής επιταγής περί επικρατούσας θρησκείας και του προνομιακού ρόλου της ορθόδοξης εκκλησίας της Ελλάδας στα κρατικά και πολιτικά πράγματα που πηγάζει από αυτή τη συνταγματική σχέση. Σε αυτήν την κατεύθυνση διατυπώνεται ενίοτε η ιδέα πως η ελληνική κοινωνία δεν βίωσε ποτέ διαφωτισμό και ότι ο ελληνικός λαός, παρά τις προσπάθειες μιας πεφωτισμένης ελίτ, δεν «εξευρωπαΐστηκε» και δεν ακολούθησε τα προοδευμένα δυτικά έθνη εμμένοντας στο θρησκευτικό σκότος της Ανατολής. Ο κοινός τόπος αυτών των δύο ανταγωνιστικών θεωρήσεων είναι η αναγνώριση της αδιαμφισβήτητης πραγματικότητας της ιστορικής σχέσης εκκλησίας με το κράτος και της ορθόδοξης θρησκείας με το λαό. Πρόκειται για μια συντηρητική θεώρηση και στις δύο της εκδοχές καθώς αντιλαμβάνεται ουσιοκρατικά το ελληνικό κράτος αποδίδοντας σε αυτήν την «ουσία» του αναλλοίωτα υπεριστορικά χαρακτηριστικά.

Η αληθινή λοιπόν ιστορία της ελληνικής εκκλησίας υποδεικνύει πως αυτή η ουσιοκρατική σχέση δεν ισχύει καθώς από τότε μέχρι σήμερα ο ρόλος εκκλησίας και θρησκείας αποτελούσε ένα διακύβευμα. Το βιβλίο του Απέκα, αλλά και συνολικά η συμβολή του στο δημόσιο διάλογο, μας επιτρέπει να ψηλαφήσουμε το νέο κοσμικό ρόλο της εκκλησίας και αντίστοιχα της χριστιανικής θρησκευτικής ιδεολογίας. Αναμφισβήτητα, ο ελληνικός λαός έχει «περάσει» διαφωτισμό και το ελληνικό κράτος είναι κοσμικό. Το πρόβλημα με αυτήν τη σύγχυση είναι πως πολλοί ορίζουν ως κριτήριο κοσμικότητας τη συνταγματική επιταγή και όχι την κοσμική λειτουργία. Η φιλελεύθερη ελληνική αστική τάξη συγκρούστηκε με την εκκλησία με σκοπό να την εκσυγχρονίσει.

Τελικά, την καθυπέταξε στην εθνική ιδεολογία και στο κοσμικό εθνικό κράτος και έτσι η θρησκεία αποκτά έναν νέο ρόλο τον οποίο ο Απέκας περιγράφει υποδειγματικά. Ταυτόχρονα, μερίδα του ελληνικού λαού αμφισβητούσε πάντοτε πλευρές της εκκλησίας και της επίσημης θρησκευτικότητας αναπτύσσοντας μια μορφή λαϊκού αντικληρικαλισμού. Η επιρροή της εκκλησίας στα πράγματα δεν διαφέρει εν τέλει πολύ από την επιρροή του παπικού κράτους στην Ιταλία ή των προτεσταντικών εκκλησιών στις ΗΠΑ. Αντίθετα, ο ιστορικός συμβιβασμός της αστικής τάξης επιτρέπει τη λειτουργία της εκκλησίας κάτω από κάποιους συγκεκριμένους κοσμικούς όρους και προϋποθέσεις τις οποίες οι ιερείς δεν πρέπει να υπερβαίνουν δοκιμάζοντας την ανοχή του κράτους. Η θρησκεία παραμένει έκτοτε σταθερά ένα χρήσιμο εργαλείο για τον έλεγχο της κοινωνίας και η εκκλησία μετατρέπεται σε έναν από τους ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους. Τέλος, και ίσως το πιο σημαντικό, ο Απέκας αποκαλύπτει τον οικονομικό εκμεταλλευτικό χαρακτήρα της εκκλησίας.

-Τελευταία έχουν κυκλοφορήσει αρκετά βιβλία που “φωτίζουν” τον “γκρίζο” ρόλο της Εκκλησίας στο πέρασμα της σύγχρονης ελληνικής Ιστορίας και δη, στην Επανάσταση του 1821. Βλέπετε κάτι να αλλάζει στην κοινή γνώμη; Έχουν ωριμάσει οι συνθήκες για να μιλήσουμε “αλλιώς” για την ελληνική Εκκλησία, ή μένουμε ακόμη σε ριζωμένες ιδεοληψίες (και συμφέροντα) του παρελθόντος;

Η δική μου άποψη είναι πως δεν υπάρχει και δεν υπήρχε ποτέ μια ενιαία αντίληψη μέσα στην κοινωνία για τη σχέση εκκλησίας και κράτους, αλλά, όπως είπαμε, πρόκειται για ένα διακύβευμα. Αυτό το διακύβευμα σήμερα είναι περισσότερο από ποτέ οξυμμένο καθώς η ελληνική κοινωνία διχάζεται de facto ανάμεσα από τη μία σε ένα λιγότερο θρησκευόμενο έως και άθρησκο και από την άλλη σε έναν εξαιρετικά συντηρητικό αντιδραστικό πόλο ο οποίος ενίοτε αποκτά μια δυναμική ηγεμονία, π.χ. οι πρόσφατες κινητοποιήσεις για το Μακεδονικό. Ο διχασμός αυτός δεν είναι μια ελληνική πρωτοτυπία, αλλά αντανακλά ό,τι συμβαίνει στην υπόλοιπη Δύση, π.χ. τις ΗΠΑ. Με άλλα λόγια, το διακύβευμα αυτό βρίσκεται στην καρδιά του δυτικού κόσμου και γι’ αυτό ας τελειώνουμε με τα οριενταλιστικά αφηγήματα περί καθυστερημένης Ελλάδας. Ποιο είναι όμως το κρίσιμο ερώτημα; Εάν θα διδάσκονται ή όχι θρησκευτικά τα παιδιά των άθεων στο σχολείο ή εάν οι άθεοι θα δίνουν ή όχι θρησκευτικό όρκο;

Προφανώς, η αλλαγή της συνταγματικής επιταγής είναι κάτι σημαντικό για την ισονομία, αλλά η θρησκευτική ελευθερία είναι ήδη κατοχυρωμένη. Συνεπώς, το κρίσιμο ερώτημα κατά την άποψή μου είναι γιατί η αστική τάξη συνεχίζει να θεωρεί ακόμη και σήμερα χρήσιμη την εκκλησία. Εδώ οι απαντήσεις του Απέκα έχουν μια επικαιρότητα: όσο το κοινωνικό ζήτημα είναι οξύ και η κοινωνική σύγκρουση εντείνεται εξαιτίας συγκεκριμένων ταξικών πολιτικών της άρχουσας τάξης τόσο η τελευταία θα χρειάζεται τη θρησκεία και την εκκλησία για να «αποκοιμίζει» το λαό. Δεν είναι τυχαίο ότι στη δική μας εποχή η μεγάλη υποχώρηση της θρησκευτικότητας παρατηρείται σε κοινωνίες με υψηλό κοινωνικό κράτος, π.χ. χώρες με το σκανδιναβικό καπιταλιστικό μοντέλο. Επίσης, στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού η αθεΐα κυριαρχούσε και μόλις αυτές κατέρρευσαν μαζί με τη φτώχεια επανήλθε η θρησκευτικότητα. Με άλλα λόγια, το ζήτημα της θρησκευτικότητας και του ρόλου της εκκλησίας δεν είναι ασύνδετο από το υπόλοιπο κοινωνικό ζήτημα. Αυτή είναι και η πρόταση του Απέκα.

ΤΟ ΒΊΝΤΕΟ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΊΑΣΗΣ ΤΗΣ “ΑΛΗΘΙΝΉΣ ΙΣΤΟΡΊΑΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΊΑΣ”:

-Τέλος, μήπως θα έπρεπε και η ίδια η Αριστερά να κάνει την κριτική της ως προς τη σημερινή της στάση έναντι του πώς βλέπει τον αντικληρικαλισμό; Και σχετικά με το τι έχει (και τι δεν έχει) κάνει πρακτικά, πάνω στο κομμάτι του περιβόητου διαχωρισμού;

Οι ηγέτες των τριών μεγάλων αλλά και όλων των μικρών αριστερών κομμάτων καθώς και η πλειοψηφία των στελεχών τους είναι κατά βάση άθεοι. Στους κόλπους τους ειδικά στον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και στο ΚΚΕ, υπάρχουν μέλη που είναι χριστιανοί οι οποίοι όμως συνήθως ακολουθούν μια χαλαρή σχέση με τη θρησκευτικότητα και δεν έχουν πρόβλημα να διεκδικήσουν μια άλλη σχέση με την εκκλησία. Από την άποψη της ιστορίας σχέσης κράτους και εκκλησίας, η αθεΐα του πρωθυπουργού και της πλειοψηφίας του υπουργικού συμβουλίου την περίοδο 2015-19 αποτελεί μια προοδευτική τομή. Αντίστοιχα, η σταθερή επιλογή του πολιτικού όρκου από την πλειονότητα των βουλευτών των τριών αριστερών κομμάτων αποτελεί επίσης ένα παράδειγμα το οποίο δεν πρέπει να μας αφήνει αδιάφορους. Εξάλλου τίποτε από όλα αυτά δεν διαφεύγει από τους συντηρητικούς εκκλησιαστικούς κύκλους. Βέβαια, οι ψηφοφόροι των τριών κομμάτων είναι κατά πλειοψηφία χριστιανοί, αλλά επειδή είναι προοδευτικοί είναι έτοιμοι να αποδεχτούν μεταρρυθμίσεις στα εκκλησιαστικά ζητήματα. Τώρα, και τα τρία μεγάλα καθώς και όλα τα μικρότερα κόμματα προγραμματικά υποστηρίζουν το διαχωρισμό τους κράτους από την εκκλησία. Και αυτό επίσης δεν είναι ασήμαντο.

Ο ΣΥΡΙΖΑ ως αστικό κόμμα εξουσίας όμως δεν πρόκειται ποτέ να προχωρήσει σε μια ρήξη με την εκκλησία εφόσον αυτή δεν θα είναι αρεστή τουλάχιστον σε ένα μεγάλο κομμάτι του κυρίαρχου αστικού συνασπισμού εξουσίας, δηλαδή στρατό, αστυνομία, δικαιοσύνη, ανώτερα κρατικά στελέχη και κυρίως οικονομική εξουσία. Όταν σήμερα υπάρχουν βιομήχανοι οι οποίοι καλούν τους εργαζόμενούς τους σε υποχρεωτικό εκκλησιασμό και όσοι εργαζόμενοι δεν συμμετέχουν στιγματίζονται (πραγματικό γεγονός), προφανώς δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις μιας τέτοιας ρήξης από το ίδιο το κράτος. Ο ΣΥΡΙΖΑ, όπως πολιτεύεται και σε άλλα θέματα, εφαρμόζει ένα λίγο πιο προοδευτικό μείγμα κυβερνητικής διαχείρισης από αυτό που του επιτρέπεται από τους «ιδιοκτήτες της χώρας». Τώρα, τα άλλα αριστερά κόμματα δεν ιεραρχούν τον αντικληρικαλισμό υψηλά στην ατζέντα τους γιατί επικρατεί η ιδέα της ενότητας του λαού πρωτίστως σε άλλα πιο άμεσα πολιτικά και οικονομικά ζητήματα.Στο λόγο τους και στα έντυπά τους όμως εμφανίζεται ενίοτε μια κριτική σε πτυχές της δράσης της εκκλησίας και της ακραίας έκφανσης θρησκευτικότητας. Κατά βάση στην ελληνική αριστερά επικρατεί κυρίως η εαμική αντίληψη, π.χ. ο λόγος του Άρη στην Λαμία, και όχι η μπολσεβίκικη προσέγγιση του μεσοπολέμου την οποία εκπροσωπεί ο Απέκας (από αυτήν την άποψη εξηγείται το γεγονός ότι η αριστερά αγνοούσε ή δεν επεδίωξε την επανέκδοση του βιβλίου του Απέκα).

Σύμφωνα με αυτήν την εαμική ιδέα (η οποία ακολουθεί μάλλον την παράδοση του «ιστορικού συμβιβασμού» των φιλελεύθερων διαφωτιστών του 1844) στο παρόν είναι εφικτή μια αγωνιστική συμμαχία με τους προοδευτικούς ιερείς απέναντι στα άμεσα κρίσιμα θέματα της επιβίωσης ή ακόμη και ο πολιτικός έλεγχος πάνω στην εκκλησία, όπου αυτός είναι εφικτός μέσα από φωτισμένους ιερείς. Δεν είναι τυχαίο πως το εαμικό κίνημα ενσωμάτωσε μέρος στην εκκλησίας, κυρίως τον κατώτερο κλήρο. Όπως αναφέρει και ο Άρης Βελουχιώτης, ο διαχωρισμός της εκκλησίας και η ρήξη με τη θρησκευτικότητα είναι μια υπόθεση του μέλλοντος και όχι του παρόντος η οποία θα επέλθει σταδιακά και αυτόματα και όχι με βίαιο τρόπο, εφόσον βελτιωθούν οι υλικές συνθήκες διαβίωσης του πληθυσμού. Η πολιτική πάλη απέναντι στην εκκλησία εμφανίζεται μόνο όταν η τελευταία επιλέγει συνειδητά το συντηρητικό στρατόπεδο. Τότε, η αριστερά καταγγέλλει αυτήν την στράτευση με το επιχείρημα πως η εκκλησία πολιτικοποιείται, ενώ η στράτευση στο συντηρητισμό δεν αρμόζει στο ανθρωπιστικό χριστιανικό κοινωνικό μήνυμα.

Το βιβλίο “Η αληθινή ιστορία της Εκκλησίας”κυκλοφορεί σε όλα τα βιβλιοπωλεία από τη σειρά βιβλίων Lux Orbis.
Πηγή: news247.gr
102

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Γράψτε μια απάντηση