ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

gvgouΚατερίνα Γώγου: Με λένε Οδύσσεια || Tο τελευταίο μεταθανάτιο βιβλίο της

Τι θα γινόμουν άραγε Θεέ μου, αν δε μου ’χεις δώσει δώρο θυσίας την ποίηση; Το τελευταίο της, μεταθανάτιο, βιβλίο κυκλοφόρησε το 2002, σχεδόν 10 χρόνια από το θάνατό της, από τον “Καστανιώτη”, σε επιμέλεια του ποιητή Μάνου Λουκάκη.

Ήταν το έβδομο βιβλίο της, η τελευταία της ποιητική συλλογή με τον τίτλο, που η ίδια είχε επιλέξει, «Με λένε Οδύσσεια». Εκεί μέσα μπήκε κι ότι άλλο από τα τελευταία γραφτά της διασώθηκε (από προσωπικές δακτυλογραφημένες ή χειρόγραφες σημειώσεις της): καταγραφές διαθέσεων με ημερολογιακή πρόθεση, ενάρξεις εξιστορήσεως για στιγμές της, πρόσωπα και πράγματα και τέλος τρεις παραλλαγές σεναρίων.

Το τελευταίο αυτό βιβλίο της Κατερίνας Γώγου μας δίνει μια ολοκληρωμένη εικόνα τόσο για την ποιήτρια όσο και για τον άνθρωπο Γώγου. Ακόμα κι αυτός που δεν έχει διαβάσει ποτέ του Γώγου μπαίνει αμέσως στον ποιητικό της κι όχι μόνο κόσμο. Θα τολμούσαμε να το χαρακτηρίσουμε σαν μια ανθολογία του έργου και του βίου της. Σ’ αυτό βέβαια βοηθάει και η όλη “ποιητική επιμέλεια” του Μάνου Λουκάκη αλλά και ο πρόλογός του που μας εισάγει και μας καθοδηγεί στον κόσμο της Κατερίνας Γώγου.

3To Kυπριακό – από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι και το σχέδιο Ανάν, του Άγγελου Καλοδούκα, εκδόσεις Διεθνιστική Εργατική Αριστερά

[…] Η σύγκρουση Αθήνας – Λευκωσίας θα κορυφωθεί με την έλευση
της δικτατορίας στην Ελλάδα το 1967 (Ο Μακάριος χαρακτήριζε αρ-
χικά τον δικτάτορα Παπαδόπουλο «ως έναν έξυπνο και ισχυρό άν-
δρα»!152). Η χούντα συνέχισε την ίδια πολιτική με αυτή των προηγού-
μενων «δημοκρατικών» κυβερνήσεων – σύγκρουση με τον Μακάριο
ακόμα και βίαιη ανατροπή του, και αναζήτηση συμβιβασμού με την
Τουρκία με «κάποια ανταλλάγματα» για να αποδεχθεί την ένωση. Αυ-
τό και μόνο το γεγονός, αποδεικνύει πόσο υποκριτικό είναι η σημερι-
νή «εθνική ιστοριογραφία» να φορτώνει όλα τα αμαρτήματα στην «ά-
φρονα χούντα».
Τον Σεπτέμβριο 1967 έγινε η περίφημη συνάντηση του Έβρου, με-
ταξύ του «πρωθυπουργού» της Χούντας Κόλια και του Ντεμιρέλ, στην
οποία προτάθηκε στην Τουρκία βάση στην Κύπρο, την οποία θα έλεγ-
χε με «κυριαρχικά δικαιώματα».153 […]

Screen Shot 2014-07-03 at 7.09.51 AM«Υπέφερα πολύ με τις σκέψεις μου» σημειώνει ο ηλικίας 28 ετών Φραντς Κάφκα στο ημερολόγιό του περί τα τέλη του 1921. Η φράση είναι ενδεικτική της ατμόσφαιρας που ζωντανεύει στα ημερολόγια. Γιατί και τα 13 τετράδια in quarto, που αποτελούν το πραγματικό ημερολόγιο του Κάφκα, αποπνέουν συναισθήματα απαισιοδοξίας. Οικογενειακές προστριβές, σκοτεινά όνειρα, προσχέδια διηγημάτων και μυθιστορημάτων, κρυφές ανησυχίες, σκληρή αυτοκριτική και, πάνω από όλα, η αγωνία του δημιουργού συνθέτουν το μοτίβο των καθημερινών, επί χάρτου αναζητήσεων του συγγραφέα και ενισχύουν την παραπάνω εντύπωση. Καλύπτοντας μια περίοδο 13 ετών (1910-1923) τα Ημερολόγια του Φραντς Κάφκα δεν προσφέρουν απλώς μια σειρά από πληροφορίες γύρω από τη ζωή του μεγάλου, εβραϊκής καταγωγής συγγραφέα· γραμμένα με την αδιαμεσολάβητη ειλικρίνεια της αυτοεξομολόγησης παρέχουν τον πιο έγκυρο οδηγό στον χάρτη του μυαλού του. «Συχνά συλλογίζομαι κι αφήνω τις σκέψεις να παίρνουν τον δρόμο τους χωρίς να αναμιγνύομαι, και πάντα, από όποια πλευρά κι αν το δω, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι από μερικές απόψεις η ανατροφή μου με έβλαψε τρομερά. Σ’ αυτήν τη διαπίστωση ενυπάρχει μια κατηγορία που εκτοξεύεται ενάντια σε ένα πλήθος ανθρώπων. Είναι οι γονείς με τους συγγενείς, μια συγκεκριμένη μαγείρισσα, οι δάσκαλοι, μερικοί συγγραφείς ­ η αγάπη με την οποία με έβλαψαν κάνει την ενοχή τους ακόμη μεγαλύτερη». Ενα από τα κύρια σημεία του Ημερολογίου είναι η επιστροφή στο παρελθόν και η κριτική διάθεση απέναντι στο περιβάλλον του συγγραφέα. Η οικογένεια του νεαρού Κάφκα βρίσκεται στο κέντρο αυτής της διαδικασίας. Καθημερινές συγκρούσεις και ανάλογα περιστατικά ενισχύουν το παράπονό του ότι δεν αντιλαμβάνονται την καλλιτεχνική του υπόσταση. Ενδεικτικό είναι το σημείο όπου ο Κάφκα αναφέρει ότι σχεδόν «έβρισε» τη μητέρα του όταν δάνεισε ένα από τα βιβλία του χωρίς την άδειά του λέγοντας: «Ασε ήσυχα τα βιβλία μου! Δεν έχω δα και τίποτε άλλο» (26 Ιανουαρίου 1914).

Screen Shot 2014-06-22 at 7.29.45 AMΗ μεγάλη διαφορά του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου σε σχέση με τον Μεγάλο Πόλεμο έγκειται όχι μόνο στην ταχύτητα με την οποία διεξήχθησαν οι πολεμικές συγκρούσεις, αλλά πολύ περισσότερο στις τεράστιες απώλειες των αμάχων. Ως πρόβλημα τους αντιμετώπισε ευθύς εξαρχής το μιλιταριστικό Γ΄ Ράιχ, για την επίλυση του οποίου δεν δίστασε να χρησιμοποιήσει τα πιο ωμά και απάνθρωπα μέσα, ακολουθώντας απαρέγκλιτα τη διακηρυγμένη αρχή ότι η ανθρώπινη ζωή στις κατεχόμενες χώρες δεν έχει καμία αξία.

Η ιστορία που διηγείται στο βιβλίο του “Λένινγκραντ, Η πολιορκία (1941-1944)” (εκδ. Ωκεανίδα) ο ιστορικός Michael Jones δεν είναι μια ακόμα «συνηθισμένη» ιστορία του πολέμου. Το Λένινγκραντ συνιστά μια αυτόνομη ιστορία τρόμου και μαζικής εξόντωσης αμάχων, ένα έγκλημα που υπερβαίνει τα όρια και τη «λογική» του πολέμου. Ωστόσο αυτή η σχεδόν απίστευτη εξόντωση αμάχων δεν έχει βρει έως σήμερα, απ΄ όσο γνωρίζω, τη θέση της στην ιστοριογραφία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Επί Σοβιετικής Ένωσης παρέμεινε εσκεμμένα στα ιστορικά αζήτητα, καθώς δεν μπορούσε να ενταχθεί στο σοβιετικό αφήγημα των μεγάλων επιτευγμάτων και μόλις το 1989 άνοιξε τις πύλες του το Μουσείο του Αποκλεισμού.

Ο Jones έρχεται με το βιβλίο του να συμβάλει στην ιστορία της πόλης και να την διηγηθεί με έναν απλό, απόλυτα κατανοητό και συνάμα γοητευτικό τρόπο, εγχείρημα που από μόνο του έχει αξία όταν κανείς επιχειρεί να μιλήσει για την φρίκη.

61200-inter.kke_Σαν σήμερα, πριν από ακριβώς 141 χρόνια, η κυβερνητικές δυνάμεις του Λουί Τιερ πνίγουν στο αίμα την πρώτη απόπειρα της εργατικής τάξης, να πάρει την εξουσία στα χέρια της. Το πείραμα της Παρισινής Κομμούνας διήρκεσε 72 μέρες και έχει αποτελέσει ένα από τα σημαντικότερα μαθήματα για τις λαϊκές επαναστάσεις μέχρι σήμερα.

Με αφορμή τα 140 χρόνια από τη βίαιη καταστολή της Κομμούνας του Παρισιού, κατά την οποία σκοτώθηκαν 30 με 40 χιλιάδες κομμουνάροι, αναδημοσιεύoυμε ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον απόσπασμα από το βιβλίο του Manuel Castells, «Τhe City and the Grassroots», σε μετάφραση της Ελένης Πορτάλιου:

revolucao-dos-cravos1Τι έφταιξε για την ήττα; Ο λενινισμός, όπως υποστηρίζει ο συγγραφέας, ή… η έλλειψη λενινισμού;

Το Δεκέμβρη του 2012 κυκλοφόρησε από εκδοτικό οίκο της Σαλονίκης (εκδόσεις ΑΝΑΚΑΡΑ) το βιβλίο του Φιλ Μέιλερ «ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ: η ανέφικτη (;) επανάσταση», με υπότιτλο «Λαϊκή εξουσία, κόμματα και στρατός στην Επανάσταση των Γαριφάλων (1974-1975)»(1). Είναι ένα βιβλίο που ήδη έχει παρουσιαστεί πολλές φορές σε στέκια, καταλήψεις κ.λπ., και κατά τη γνώμη μας ένα πολύ ενδιαφέρον έργο. Πρόκειται για μια αφήγηση με πολύ δυνατές εικόνες από τον ενάμιση περίπου χρόνο που κράτησε η επαναστατική διαδικασία στην Πορτογαλία το ’74-‘75. Πιστεύουμε πως όλοι οι αγωνιστές του κινήματος και της Αριστεράς θα άξιζε να πάρουν μέσα από τις σελίδες αυτού του βιβλίου μια δυνατή γεύση για το τι σημαίνει πραγματικά επανάσταση.

Screen Shot 2014-04-20 at 9.32.14 AMΟι συγκλονιστικές εικόνες που περιγράφει στο βιβλίο του ο Περικλής Κοροβέσης μεταφέρουν διαχρονικά τις διαπιστώσεις περί βίας και εξουσίας

→Υπάρχει κάτι που είναι υψηλότερο αγαθό από την ίδια την ανθρώπινη ζωή. Η αξιοπρέπεια είναι εγγενώς αναπαλλοτρίωτη. Αυτό είναι η κληρονομιά της πολιτικής νεωτερικότητας, τα αυτονόητα της οποίας καλούμαστε να διαφυλάξουμε. Αυτό λένε οι «Ανθρωποφύλακες» και για τον λόγο αυτό είναι αναπόδραστα επίκαιροι

Του Δημήτρη Χριστόπουλου

Διαβάζοντας πάλι το βιβλίο νομίζω ότι δύο πράγματα είναι αυτά που μου έρχονται: η αιωνιότητα του κακού και η κοινοτοπία του. Με όσους λένε ότι «από την Ιστορία πρέπει να μαθαίνουμε». Εγώ λέω ότι αυτό είναι αδύνατο: από την Ιστορία δεν μαθαίνουμε, όσο κι αν προσπαθούμε ή αν πρέπει.

10003228_10152708904784418_1332670034_nΧτες ξεκίνησα μερικές σελίδες του «Τρέξε, άνθρωπε, τρέξε»…..

οι φυλακές FIES στην Ισπανία, που αποσκοπούν στην εσωτερική σήψη και αποσύνθεση του καθενός που μπλέκει στο «σύστημα»

πόσο όλα αυτά είναι διαφοροποιημένα, απ’ όσα βιώνουν πολιτικοί (και όχι μόνο) κρατούμενοι ανα τον κόσμο…

πόσο σκέφτηκα χτες τον Θεοφίλου και τα άδικα 25 χρόνια …
πόσο τυφλή είναι η κοινωνία, και τις τεράστιες ευθύνες που έχει…..

[…]
Η απομόνωση ισοδυναμεί για τους άλλους ανθρώπους, ελεύθερους ή φυλακισμένους, με το θάνατο του ανθρώπου. Εκεί ο απομονωμένος θα πρέπει να δημιουργήσει ένα δικό του κόσμο, για να μπορέσει να επιβιώσει στη μοναξιά. Η μόνη συντροφιά θα είναι η φαντασία του και οι ψυχροί τοίχοι. Έτσι τιμωρούσε η Διεύθυνση, ο χρήσιμος δήμιος της κοινωνίας, που συγκατατίθεται με την σιωπή της.

7d9f4c0ad7cf6447c51715adb2c90b7e_LΟ Χάρης, ένα παιδί με ζωηρή φαντασία, παίρνει κάθε μέρα τον ίδιο δρόμο για το σχολείο. «Ζει» ατέλειωτες περιπέτειες με δράκους και τέρατα για να περάσει τη γέφυρα που οδηγεί στο σχολείο. Τις τελευταίες, όμως, μέρες το μόνο που συναντά κοιτώντας κάτω από τη γέφυρα είναι ένα γκρι κουβάρι. Γρήγορα θα διαπιστώσει ότι πρόκειται για ένα παιδί. Διάφορα ερωτήματα αμέσως θα γεννηθούν στο μυαλό του μικρού αφηγητή. Τι κάνει κάτω από τη γέφυρα; Γιατί δε φεύγει; Δεν πάει σχολείο; Γιατί τα ρούχα του είναι βρόμικα και σκισμένα; Πού είναι οι γονείς του; Γιατί δε μιλάει; Τι φοβάται;

Ο Χάρης θα το πλησιάσει με την πρώτη ευκαιρία. Θα του δώσει το κολατσιό του αλλά δε θα το ξεχάσει. Θα ξανάρθει φέρνοντάς του φαγητό και κουβέρτα. Το άγνωστο παιδί θα του χαμογελάσει. «Χάρης», θα πει ο ένας, «Φάρις», ο άλλος. «Φάρις» που στα αραβικά σημαίνει «ιππότης».

Αν και δεν μιλάνε την ίδια γλώσσα, μια μπάλα θα τους φέρει πιο κοντά και μια όμορφη φιλία θα γεννηθεί. Θα τους ενώσει η πανανθρώπινη γλώσσα του παιχνιδιού. Μέσα από τη γνωριμία τους θα αποκαλυφθούν σταδιακά, στοιχεία που συνθέτουν το παζλ της ζωής του Φάρις. Ο Φάρις είναι ένα παιδί-πρόσφυγας από εμπόλεμη χώρα. Δε μαθαίνουμε από ποια και πώς έφθασε στο χωριό του Χάρη αλλά ούτε και έχει σημασία.

araxni-small«Τώρα είχαν καταστρέψει το στρατό, εξουσίαζαν το κράτος, είχαν επινοήσει το σοσιαλισμό, το να μην έχεις πατρίδα, την αγάπη για τον εχθρό. Στο « Σοφοί της Σιών» –το βιβλίο δινόταν σε όλα τα μέλη της Ένωσης Εφέδρων Αξιωματικών μαζί με τα όσπρια της Παρασκευής– αναφερόταν ότι επιδίωκαν την παγκόσμια κυριαρχία. Είχαν στα χέρια τους την αστυνομία και καταδίωκαν τις εθνικιστικές οργανώσεις. Κι εσύ ήσουν αναγκασμένος να κάνεις μαθήματα στους γιους τους, να ζεις απ’ αυτούς, να ζεις άσχημα – πως ζούσαν όμως οι ίδιοι;» [1]

Κάθε φορά που το βλέμμα πέφτει πάνω σε γραφή του Γιόζεφ Ροτ, η σκέψη που «γεμίζει» το νου είναι η ίδια: μαγική γραφή, πυκνά νοήματα, πολιτική και ιστορική σκέψη. Βέβαια θα πει κανείς… μα για τον Γιόζεφ Ροτ μιλάμε! Μια από τις κορυφαίες λογοτεχνικές πένες του μεσοπολέμου. Και όμως… ο Ροτ δεν έτυχε ποτέ την αναγνώριση (πεζογραφική και όχι μόνο) που θα του άξιζε από τον κόσμο των γραμμάτων. Το γιατί είναι, όμως, μια άλλη ιστορία, που έχει να κάνει, κυρίως, με το αντισημιτικό μένος που κρυβόταν (και συνεχίζει να κρύβεται απ’ ότι φαίνεται) καλά, τόσο στα ανώτερα και ανώτατα κλιμάκια της αστικής εξουσίας, όσο και στα «μαύρα υπόγεια» μιας μεγάλης περιόδου της σταλινικής «λογικής». Αυτό, όμως, ίσως το εξετάσουμε κάποια άλλη στιγμή…

Η ΑΠΟΨΗ ΜΑΣ/ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ

Το Σάββατο 27 Ιουνίου στις 5 μ.μ. θα πραγματοποιηθεί η 3η οργανωτική συνέλευση της 19ης Αντιρατσιστικής Γιορτής στο Κυριακάτικο Σχολείο Μεταναστών, Γιατράκου 22 στο...