Στις 8/3/13, το Στρατοδικείο Θεσσαλονίκης αθώωσε, για άλλη μια φορά, τον αντιρρησία συνείδησης Νίκο Καρανίκα. Ο Νίκος Καρανίκας συνελήφθη στις 20 Φεβρουαρίου για ανυποταξία, κατηγορία ήταν αστήρικτη. Αμέσως αντέδρασαν ο Σύλλογος Αντιρρησιών Συνείδησης και αλληλέγγυοι φορείς, οι οποίοι κινητοποιήθηκαν για την δίωξη που έγινε δεκατρία ολόκληρα χρόνια μετά από την προηγούμενη αθώωσή του.
Το παρόν στη δίκη έδωσαν οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ ΕΚΜ Θεσσαλονίκης Γιάννα Γαϊτάνη, Τάσος Κουράκης και Δέσποινα Χαραλαμπίδου, ενώ ως εκπρόσωπος των Οικολόγων Πράσινων κατέθεσε ο πρώην ευρωβουλευτής Μιχάλης Τρεμόπουλος. Οι Συνήγοροι του συλληφθέντα Θωμάς Χαραλαμπίδης και Ζωή Κωνσταντοπούλου ανέδειξαν την έλλειψη αντικειμενικών στοιχείων για την σύλληψή του, την κοινωνική και κινηματική του δραστηριότητα, καθώς και το δικαίωμά του να αντιταχθεί στην ιδεολογία που εκφράζει ο στρατός. Οι μάρτυρες υπεράσπισης υποστήριξαν με θέρμη τις πτυχές που καθόρισαν την κρίση του δικαστηρίου, που τελικά έκρινε τον Νίκο Καρανίκα αθώο.
Η πρώτη του σύλληψη ήταν τον Αύγουστο του 1995. Τότε είχε αρχικά καταδικάστεί σε φυλάκιση τεσσάρων ετών αλλά, με τη βοήθεια και του μεγάλου κινήματος συμπαράστασης που αναπτύχθηκε, το Αναθεωρητικό Δικαστήριο το Δεκέμβρη του ίδιου έτους μείωσε την ποινή σε ένα χρόνο με τριετή αναστολή. Στη συνέχεια του επιδόθηκε φύλλο πορείας και, αφού δεν παρουσιάστηκε, η εναντίον του κατηγορία μετατράπηκε πλέον σε λιποταξία. Το 2000 απαλλάχθηκε από αυτή την κατηγορία από το στρατοδικείο Θεσσαλονίκης.
Η περίπτωση του Νίκου Καρανίκα δεν είναι η μοναδική περίπτωση αρνητή στράτευσης που το κράτος ‘ξαναθυμάται’ ξαφνικά. Μόνο τους τελευταίους μήνες έχουν συλληφθεί ο o Μπάμπης Ακριβόπουλος, ο Δημήτρης Σωτηρόπουλος, ο Μενέλαος Εξίογλου και άλλοι. Δεν είναι τυχαίο ότι σε συνθήκες βαθιάς καπιταλιστικής κρίσης και υιοθέτησης ακραίας νεοφιλελεύθερης πολιτικής το κράτος επιτίθεται στους αντιρρησίες συνείδησης. Μόνο όπλο των από πάνω για διατήρηση της ηγεμονίας τους είναι η τόνωση του εθνικού φρονήματος, ο φόβος του εξωτερικού εχθρού, οι θυσίες για χάρη της πατρίδας. Όλα αυτά έρχονται σε αντίθεση με την άρνηση στράτευσης, ιδιαίτερα όταν αυτή γίνεται από ταξική και ιδεολογική πλευρά, και όχι για θρησκευτικούς λόγους. Θα πρέπει να είμαστε σε επαγρύπνηση γιατί τέτοια φαινόμενα θα ενταθούν και είναι βέβαιο ότι θα επιχειρηθεί περαιτέρω περιστολή των δικαιωμάτων των αρνητών στράτευσης.
Θανάσης Παπαστάθης

Συγκλονίστηκαν οι πάντες από τα σκάγια του εργοδότη που βρήκαν στόχο δεκάδες κορμιά Μπαγκλαντεσιανών εργατών γης στη Μανωλάδα. Αντέδρασαν όχι μόνο όσοι κατήγγειλλαν το σκλαβοπάζαρο στην περιοχή χρόνια τώρα, αλλά και όσοι μέχρι τώρα σιωπούσαν υποκριτικά. Ακόμα και τα παπαγαλάκια των μεγάλων ΜΜΕ είχαν ένα καλό λόγο να πουν καταρχήν για τους άτυχους εργάτες, ασχέτως του ρατσιστικού οχετού που ακολουθούσε περί των “παράνομων μεταναστών”, “φορέων ασθενειών” κ.λ.π. Όταν η ρατσιστική εκμετάλλευση των μεταναστών φτάνει σε παροξυσμό, η κατακραυγή της κοινωνίας επιβάλλει λίγο ανθρωπισμό και η κορφή του παγόβουνου σπάει. Όμως κατά τα άλλα το οικονομικό και πολιτικό παγόβουνο του θεσμικού ρατσισμού παραμένει ανέπαφο και για να λιώσει απαιτούνται συγκρούσεις που ξεπερνάνε τα δελτία των 8…
Η διάκριση των εξουσιών (νομοθετική, εκτελεστική και δικαστική) που εισήγαγε ο Μοντεσκιέ τον 18ο αιώνα, αφορούσε στο διαχωρισμό των τριών βασικών πόλων του πολιτεύματος, με σκοπό την αντιμετώπιση της εγγενούς τάσης της εξουσίας προς την αυθαιρεσία. Σε συνθήκες ποικίλων κρίσεων, οι «εξουσίες» συρρικνώνονται εμφανώς σε μια, κάτι που δεν αποτελεί μια απλή στρέβλωση των κοινοβουλευτικών (αστικών) δημοκρατιών, αλλά αντανάκλαση της ταξικής πάλης. Διότι ακόμα και εκτός κρίσεων «μια ψευδαίσθηση πλανιέται στις αστικές δημοκρατίες, η ψευδαίσθηση της διάκρισης των εξουσιών». Κι «εγώ που τίποτα άλλο πιότερο δεν αγαπώ, όσο τη δυσαρέσκεια για ό,τι μπορεί ν’ αλλάξει, ούτε άλλο τίποτα πιότερο μισώ, όσο τη δυσαρέσκεια γι’ αυτό που αλλαγή δεν παίρνει (Μ. Μπρέχτ, 1931)», νομίζω πως η λύση είναι μια: η αταξική κοινωνία.









